...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

...πρωινά Κυριακής στα χρόνια του 60

(από το βιβλίο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΚΟΥΛΑ <<Τα φορτηγά και άλλες ιστορίες>>)
…το πρωινό της Κυρια­κής ήταν για μας ένας μικρός Γολγοθάς!
Με την πρώτη καμπάνα, νηστικοί και αγουροξυπνημέ­νοι, δίναμε το παρόν στο προαύλιο του σχολείου. Ακόμα και τα πρωινά του άγριου χειμώνα που λυσσομάναγε ο βοριάς και κατσομαλλιάζαμε από το κρύο. Μόνο όταν έβρε­χε, νομίζω, δεν πηγαίναμε. Μετά από εκεί σε τριάδες και με βηματισμό, κατηφορίζαμε προς την εκκλησία.

Μέσα στο θαμπό φως που κατέβαινε με το ζόρι από τα παράθυρα με τα χρωματιστά τζαμάκια, παίρναμε θέσεις:
αριστερά τα κορίτσια, δεξιά εμείς. Και άρχιζε το μαρτύ­ριο της ορθοστασίας κάτω βέβαια από το άγρυπνο βλέμμα του δασκάλου και αυτό του Παντοκράτορα από την ορο­φή. Και ενώ το χέρι του
Παντοκράτορα έμενε πάντα ακί­νητο και μας ευλογούσε, παρ' ότι αρχίζαμε τις σκανταλιές και πειράζαμε ο ένας τον άλλο με τσιμπιές και γαργαλη-τά, δεν συνέβαινε το ίδιο και με το χέρι του δασκάλου. Με αστραπιαία εκτίναξη, αλά κόμπρα, έπληττε με ακρίβεια το στόχο: σβέρκο, κεφάλι, μάγουλο, για να επανέλθει τάχιστα στο ευλαβικό δέσιμο με το άλλο.
Μέσα στις τραχιές φωνές των ψαλτάδων και τα μουρμουριστά ευχολόγια του παπα-Θόδωρου, γλαρώναμε από τη νύστα. Προσπαθούσαμε να καταλάβουμε πού βρισκό­μασταν και πόσο θέλαμε ακόμα για το τέλος. Κάποιες στε­ρεότυπες κινήσεις των πρωταγωνιστών και κάποια χαρα­κτηριστικά λόγια της λειτουργίας σηματοδοτούσαν για μας το στάδιο της πορείας. Έτσι, όταν π.χ. κατέβαινε από το ψαλτήρι ο δεξιός ψάλτης και έδινε στον ιερέα ένα βι­βλίο που μόλις είχε διαβάσει, φιλώντας του μάλιστα το χέ­ρι, ξέραμε ότι είχαμε πολύ δρόμο ακόμα. Όπως και όταν άνοιγε το αριστερό πορτάκι του ιερού και έβγαινε ο πα­πα-Θόδωρος με τα δισκοπότηρα στο χέρι. Συνοδευόταν από τα «παπαδάκια», στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύ­λη και έλεγε: «Σοφία ορθοί!» Εκείνο το «ορθοί» μάς έκο­βε τα πόδια. Το συνδέαμε με την ορθοστασία μας και η κα­τάσταση γινόταν πιο ανυπόφορη, γιατί δεν υπάρχει χειρό­τερο πράγμα από το να σου υπενθυμίζουν το μαρτύριο σου τη στιγμή που το υφίστασαι·
Περιεργαζόμασταν το τέμπλο με τις μεγάλες εικόνες, για να σπρώξουμε λίγο το χρόνο. Βλέπαμε τις αυστηρές μορφές των αγίων μέσα στο τρεμουλιαστό φως των καντηλ ιών και ονειροπολούσαμε. Οι έφιπποι στρατηλάτες με τα κοντάρια τους έκαναν τους Γιώργηδες και τους Δημήτρηδες να νιώθουν κάποια υπερηφάνεια. Δεν ξέρω τι συναι­σθήματα προξενούσε στους Γιάννηδες ο Ιωάννης ο Πρό­δρομος, αλλά νομίζω ότι όλοι παίρναμε από αυτόν κουρά­γιο. Έτσι ρακένδυτο και ταλαιπωρημένο που τον βλέπαμε, σκεφτόμασταν ότι υπάρχουν και χειρότερα. Οι αρχάγ­γελοι πάλι Μιχαήλ και Γαβριήλ, που ήταν ζωγραφισμένοι πάνω στις πλαϊνές πόρτες του τέμπλου, έβαζαν και αυτοί ένα χεράκι. Γιατί, έτσι όπως πηγαινοέρχονταν με τα ανοιγοκλεισίματα, δημιουργούσαν την αίσθηση κάποιας εξέ­λιξης.
Κάποια στιγμή έκλεινε ο παπάς τα χαμηλά πορτάκια της Ωραίας Πύλης, τραβούσε από πάνω και τη συρόμενη εικόνα του Χριστού. Τότε καταλαβαίναμε ότι είχαμε περά­σει από τη μέση.
Με το «Πάτερ ημών» αρχίζανε τα πράγματα να κλίνουν προς το τέλος. Αρχίζαμε και εμείς να κλίνουμε το γόνυ από την εξάντληση. Κάτι που δεν διέφευγε από το έμπειρο μά­τι του παπα-Θόδωρου, γιατί αμέσως μετά ξαπόστελνε τα «παπαδάκια» με τα αντίδωρα. Παραμέριζαν οι αρχάγγε­λοι και σαν άλλοι Μάγοι με τα δώρα, ο Αρεστείρης με τον Σούλη, έβγαιναν με τις κόφες γιομάτες ψωμί άσπρο και λα­χταριστό, αλλά κομμένο σε πολύ μικρά κομμάτια. Τόσο μι­κρά, που μερικά από αυτά ήτανε σκέτη ψίχα, κάτι που δη­μιουργούσε ανταγωνισμούς στη διάρκεια της διανομής για καλύτερο κομμάτι. Δεν έλειπαν βέβαια και οι διακρίσεις από τη μεριά των διανομέων, με βάση κάποιες προσωπικές συμπάθειες και αντιθέσεις. Ένα διάστημα που έκανα παρέα με τον Αρεστείρη έπαιρνα όλο γωνίες με κόρα. Είτε ψίχα πάντως μας έδιναν είτε κόρα, μασάγαμε μετά βουλιμίας το πεντανόστιμο ψωμάκι και παίρναμε μια τόνωση ικανή για να αποτρέψει την κατάρρευση.
Με το «Ειδομεν τό φως τό άληθινόν, έλάβομεν Πνεύμα έπουράνιον...» παίρναμε την πρώτη ανάσα. Καταλαβαί­ναμε ότι πλησιάζαμε πια προς το τέλος, ενώ σηκώναμε το βλέμμα προς τα παράθυρα, συνδυάζοντας τα λόγια τού ψάλτη με το φως που κατέβαινε τώρα πιο δυνατό.
Η μεγάλη μας χαρά όμως και αγαλλίαση ήταν όταν ακούγαμε από τους ψαλτάδες εκείνο το γρήγορο ρυθμό με τα αγαπημένα μας λόγια: «Εϊη τό όνομα Κυρίου εύλογημένον άπό του νυν καΐ έως του αιώνος». Και παρόλο που δεν ξέραμε εκείνο το «εϊη», το οποίο άλλωστε ακούγεται σαν σκέτο η, τι μέρος του λόγου ήταν, πιάναμε πολύ σωστά το νόημα και ολόψυχα ευχόμασταν: ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου που έβαλε τέλος στο μαρτύριο μας. Και δώστου και το μουρμουρίζαμε μαζί με τους ψαλτάδες, με ζέση και χαρά, ιδίως όταν το επαναλάμβαναν σε έναν τό­νο υψηλότερο και με αλλαγμένη τη σειρά των πρώτων λέ­ξεων: «Τό όνομα Κυρίου εϊη εύλογημένον, άπό του νυν και έως του αιώνος». Αμήν!


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ας μου απαντησει καποιος που γνωριζει, τη νυχτα ποσοι αστυνομικοι ειναι στο αστυνομικο τμημα φιλιππιαδας, του θεσπρωτικου ή του λουρου; βγαινει κανεις βολτα με το περιπολικο; πριν βιαστειτε να απαντησετε, να πω ενα μπραβο σε οσα πληρωματα ερχονται απο την αρτα συνηθως κ απο την πρεβεζα ειτε για να επεμβουν ειτε για τους γνωστους ελεγχους.