Ζωντανή σύνδεση με φωλιά πελαργών στην Φιλιππιάδα

...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

16.Παλιά Φιλιππιάδα

Κοτσέκι-Σχολείο-Απολογισμός.       
 του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
Κάθομαι τώρα και σκέφτομαι. Ύστερα από τόσα χρόνια. Δεκαετίες συναπτές, η μία κοντά την άλλη. Μια ζωή ολόκληρη. Να βρω το ανεύρετο, να πιάσω το άπιαστο, που γλιστράει σαν το νερό στη χούφτα σου και φεύγει, χάνεται ανώφελα στην άμμο. Τι ήταν το Κοτσέκι και τι το Σχολείο τα χρόνια εκείνα που ήμουν παιδί. Το ζητάει, λέει, η ιστορία να ξέρουν οι κατοπινές γενιές τα πρωτινά και τα μελλούμενα.
Να κάνω τον λογαριασμό. Ποιο ωφέλησε, ποιο έβλαψε και πόσο. Αλλά τι λογαριασμό. Εδώ σε θέλω. Όχι με την μπακαλίστικη τη λογική, έσοδα, έξοδα, βερεσέδια και τα ρέστα. Ο λογαριασμός εδώ, ως απολογισμός και αποτίμηση περί της αξίας και απαξίας του ενός και του άλλου. Μια πράξη ζωής λυτρωτική. Πετύχαμε, δεν πετύχαμε. Τι είμαστε, τι δεν είμαστε. Και τι έπρεπε να είμαστε. Ή τι θα έπρεπε να ήμασταν.
Γιατί όπου να ΄ναι κλείνει ο μεγάλος κύκλος αναπότρεπτα. Γυρίζεις και φυλλομετράς το βιβλίο της ζωής σου. Από την αρχή. Πρώτα από το κοτσέκι, το  λίκνο της παιδικής μας ζωής, εκεί όπου πρωτομετρήσαμε τον ίσκιο μας κάτω από τον ήλιο στα πρώτα μας βήματα έξω από το σπίτι μας. Πόσο μετράμε και ποια θέση δικαιούμαστε.
Αυτοστιγμεί με το που κάνεις απλώς τη σκέψη, Μόλις χαράξεις και μόνη τη λέξη, πατάς έναν αόρατο διακόπτη και αμέσως σε περιχύνει λούζοντας σε ένα φως ιλαρό, γελαστικό, που σου ζεσταίνει τους αρμούς σε ολόκληρο το κορμί σου από πάνω ως κάτω. Όπως ακριβώς ο ανοιξιάτικος ήλιος γλυκαίνει με τη θαλπωρή του τα πιασμένα από τη χειμωνιάτικη υγρασία μέλη σου και τα ξεμουδιάζει. Και τότε ξαναγίνεσαι παιδί και τραβάς την κατηφορική ρούγα κατά το κοτσέκι να ανταμώσεις τους παλιούς παιδικούς σου φίλους και να ανάψει σε λιγάκι πάλι το παιγνίδι.
Έτσι βλέπω εγώ τώρα το κοτσέκι. Σαν έναν ήλιο στον χειμώνα της παιδικής μου ζωής. Τότε που η φτώχεια, η πείνα και η δυστυχία ήταν ρούχο που το φοράγαμε κατάσαρκα ολημερίς χωρίς αλλαξιά δεύτερη. Θα το ξαναπώ και πια δε με νοιάζει. Ακούγονται υπερβολικά τα λόγια αυτά, σχεδόν σουρεαλιστικά. Ίσως και να κουράζουν με την επανάληψη. Μακάρι να μην ήταν έτσι, να ήταν ψέματα. Μόνο αυτοί που έζησαν τα δίσεκτα εκείνα χρόνια, αυτοί ξέρουν και μπορούν να πουν. Όσοι βεβαίως υπάρχουμε εν ζωή.
Γιατί, τι άλλο είχαμε, παιδιά εμείς τότε, να χαρούμε στη ζωή μας; Μήπως το ζεστό φαί στην ώρα του, τα καλά ρούχα, τη διασκέδαση με τους φραπέδες και τα ποτάκια, τις βόλτες με τα μηχανάκια; Που ούτε πατίνι δεν είχαμε. Ή μήπως είχαμε το χαρτζιλίκι μας σε καθημερινή βάση; Ή τα πολλά παιγνίδια να παίζουμε τις βροχερές μέρες του χειμώνα; Τόσα στερητικά, που βάζω εδώ τελεία. Γιατί με πήρε ποτάμι το παράπονο; Καθώς τώρα μιλάει το παιδί της δεκαετίας του ΄50, αντί για μένα που τώρα είμαι βολεμένος και καλοβαλμένος.
Ευτυχώς που ήταν τότε το κοτσέκι. Εκεί μέσα σ’ αυτό, μάλιστα! Ζούσαμε και αναπνέαμε. Με το καθημερινό παιγνίδι  νιώθαμε πως ήμασταν άνθρωποι, πως αποτελούσαμε ξεχωριστές οντότητες ο καθένας, έτσι όπως αναμετριούμασταν μέσα στο παιγνίδι. Αυτός εδώ είναι έξυπνος και ικανός, ανώτερος από μένα. Εκείνος εκεί ξεχωρίζει για τα σωματικά του προσόντα, τα καταφέρνει καλύτερα από εμάς τους άλλους. Ο πιο έξυπνος , ο πιο ικανός, ο πιο συνετός, ο φρόνιμος, ο πολυλογάς, ο καβγατζής, ο καπάτσος, ο καταφερτζής. Ελαττώματα και οι αρετές έμπαιναν όλα σε μια διαδικασία επεξεργασίας, τα μεν ελαττώματα να ελαττωθούν μέχρι να εξαλειφθούν, οι δε αρετές να καλλιεργηθούν ακόμα περισσότερο, να κατισχύσουν στις μειονεξίες. Και έτσι όλων μας οι χαρακτήρες διορθώνονταν και στρογγύλεναν, όπως στρογγυλεύουν οι πέτρες στο ποτάμι με την αδιάκοπη τριβή από την πρόσκρουση η μια πάνω στην άλλη μέσα στο ρεύμα. Πλην όμως εδώ στο κοτσέκι το πράγμα προσλάμβανε τον χαρακτήρα μιας κοινωνικής διαδικασίας, όπου το «εγώ» και το «εσύ» αντάμωναν ανταγωνιστικά και συγκρουσιακά τις πιο πολλές φορές, για να συμφιλιωθούν μεταξύ τους μεταλλασσόμενα στο «εμείς», στην ομάδα. Επρόκειτο για μια κορυφαία φυσική εκδήλωση κοινωνικού τύπου με νομοτελειακό χαρακτήρα, όπου το άτομο αποκτά τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του, το κοινωνικό του πρόσωπο, τη δική του κοινωνική ταυτότητα.
Το κοτσέκι εδώ αποτέλεσε τον ιδεωδέστερο χώρο γι’ αυτή την τελετουργία. Ακριβώς γιατί πληρούσε όλες τις αναγκαίες φυσικές προδιαγραφές. Ο κατάλληλος τόπος στον κατάλληλο χρόνο, για εμάς τότε.
Τώρα θα μου παρατηρήσουν, και δικαίως, οι μικρόψυχοι τυχόν σκεπτικιστές ότι ναι, όλα αυτά είναι έτσι και ότι πρέπει κοντά σ’ αυτά να λογαριάσουμε το κόστος με το χάσιμο τόσου πολύτιμου χρόνου, εξαιτίας του παιγνιδιού, σε βάρος των μαθημάτων. Η άλλη πλευρά της σελήνης, η αθέατη. Θα συμφωνούσα απολύτως. Πως έπρεπε να μπει ένας φραγμός, ένας εξολορθολογισμός και μια κατανομή του χρόνου και για την ανάγκη για μελέτη, άλλη μια θεμελιακή υπαρξιακή επιταγή αυτή.
Αλλά , λέω πάλι εγώ που έζησα στο πετσί μου τα πράγματα, μια τέτοια παρέμβαση στην καθημερινή λειτουργία του παιδιού προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την ύπαρξη ενός κατάλληλου για τη μελέτη χώρου, ένα ξεχωριστό, ας πούμε, περιβάλλον όπου το παιδί θα έχει τις στοιχειώδεις, τις χρειώδεις ανέσεις ώστε να αφιερωθεί στο διάβασμα. Ένα ξεχωριστό δωμάτιο με ένα, υποτυπώδες γραφείο, ένα τραπέζι και μια καρέκλα, μια υποτυπώδη πάλι βιβλιοθήκη κλπ. Που όμως τέτοια πράγματα τότε!
Εγώ, για παράδειγμα, θυμάμαι πως έγραφα καθιστός στο κρεβάτι με αποκούμπι πίσω τον τοίχο κι εκεί στη στάση αυτή ή και ξαπλωτός διάβαζα βιαστικά στο φτερό ότι προλάβω,γιατί σε κάποια ώρα θα με φώναζαν τα παιδιά για το πανηγύρι κάτω στο κοτσέκι,να συμπληρωθούν οι παίχτες. Άντε τώρα να βρεις τη δύναμη ν’ αντέξεις τον πειρασμό σε τέτοιες περιστάσεις. Πού να στηριχθείς, στο σχολείο που το ‘βλεπες σαν φυλακή; Ή στο σπίτι σου που δεν σου παρείχε ούτε μια αφορμή,μια διακιολογία έστω, να αντιταχθείς  στην ακατάσχετη επιθυμία σου να σπεύσεις στο κοτσέκι και να ζήσεις τη μαγεία του για μια ακόμη φορά. Και άλλη μια φορά την επομένη και τη μεθεπομένη, ώσπου δεν είχε τελειωμό.
Ύστερα μου λες εσύ για θέμα ισχυρής θέλησης, ή πως η φτώχεια αποτελεί κίνητρο για μεγάλα πράγματα και άλλα ωραία, που μας έβαζαν ως έκθεση στις μεγάλες τάξεις του Γυμνασίου. Που τα γράφαμε και δεν τα πιστεύαμε. Και πώς να τα πιστεύαμε που η φτώχεια ήταν ένα σωστό θηρίο που σου ξέσκιζε τα σωθικά. Για κουβέντες θα λέμε τώρα!
Απέναντι ήταν το Σχολείο. Μια πόρτα μπροστά στη φάτσα που την έβλεπες απ’ έξω και δεν ήθελες να τη διαβείς. Γιατί άμα έμπαινες μέσα σε περίμενε ένας κόσμος παράξενος, και διαφορετικός, με ακαταλαβίστικα στην αρχή σύμβολα και σχήματα, τα οποία εσύ έπρεπε να αποκωδικοποιήσεις και να τα μάθεις. Γιατί έπρεπε, σου έλεγαν, για το καλό σου. Να γίνεις λέει, καλός άνθρωπος, να μάθεις να μιλάς και να φέρεσαι. Να γίνεις επιστήμονας και να έχεις κύρος στην κοινωνία. Να γίνεις γιατρός, καθηγητής, δάσκαλος, μηχανικός, αξιωματικός. Να βγάζεις λεφτά και να σου βγάζουν το καπέλο γύρω σου οι άλλοι. Τέτοια. Σου έλεγε ο πατέρας σου και όλος ο περίγυρος, το συγγενολόι, οι θείες και οι μπαρμπάδες σου. Και να δεις που όλα αυτά σε κλόνιζαν στις πεποιθήσεις σου και σου έφκιαχναν ένα όραμα που το έβλεπες κιόλας να αιωρείται κρεμασμένο σαν σύννεφο πέρα μακριά στον ορίζοντα, ωραίο και θελκτικό μέσα σε χρυσαφένια λάμψη. Αλλά και τόσο απόμακρο, απελπιστικά ανέφικτο. Έλεγες εσύ τότε από μέσα σου: «λες να γίνει το θαύμα και το όνειρο να γίνει πραγματικότητα;». Δεν προλάβαινες να αποσώσεις τη σκέψη κι ερχόταν η ίδια πραγματικότητα σκληρή και αδυσώπητη, σαν το παγερό χειμωνιάτικο πρωινό, να σε ξυπνήσει και να σου θυμίσει ποιος είσαι και πως ονειρεύεσαι καρβέλια στον ξύπνιο σου. Τότε ήταν που μη ξέροντας τι να πεις και τι να σκεφτείς ορμούσες κατά το κοτσέκι και παραδινόσουν στη μαγεία του.
Ήταν και οι δάσκαλοι που δεν κράταγαν στην υποδοχή «χρυσές βεργούλες» αλλά κάτι βέργες σκληρές από οξιά που σου μέτραγαν έναν-έναν τους κόμπους στις παλάμες σου.
Το ευτύχημα για εμάς τότε ήταν που οι δάσκαλοι μας, αξιόλογοι καθ’ όλα άνθρωποι, καθώς είπαμε, ήταν αφοσιωμένοι ιεραποστολικά στη δουλειά τους και αγαπούσαν τους μαθητές με τον δικό τους τρόπο, τον δασκαλικό, εναρμονισμένο με τη φύση και τις απαιτήσεις του λειτουργήματος που υπηρετούσαν. Μπορεί να μας τις «έβρεχαν» συχνά, αλλά αν δεν το έκαναν αυτό, κανένας μας δε θα μάθαινε γράμματα εκείνους τους καιρούς. Άκουσα στις ειδήσεις τις προάλλες πως το 1956, χρονιά σημαδιακή για το θέμα που συζητάμε τώρα, ενάμισι εκατομμύριο  Έλληνες ήταν αναλφάβητοι. Καταλαβαίνετε τώρα τι σημαίνει αυτό.
Καιρός να τα μαζέψουμε λίγο τα πράγματα.
Σχολείο και κοτσέκι ήταν για την εποχή που μιλάμε ένα δίπολο δυναμικό και των οποίων η ετερόσημη ενέργεια τους, αν και ανταγωνιστική μεταξύ τους, στην τελική αποτίμηση συνέκλινε και συνέπιπτε στο ίδιο αποτέλεσμα, στον ίδιο σκοπό. Που δεν ήταν άλλος από το να υπηρετήσουν και να βοηθήσουν το παιδί. Όπως ακριβώς συνέβηκε με εμάς. Τότε που ήμασταν παιδιά.
Νοέμβριος 2015

                  

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Απορία,το σκιτσάκι έγινε μετά το χαμό στη ΝΔ η πρίν;Μιλτιάδη μπας και έκανες καμιά στραβή;

Ανώνυμος είπε...

Αλήθεια η Αστυνομία φεύγει από τη Φιλιππιάδα;Θα μου πείς εδώ δεν έχει μείνει κολυμπιθρώξιλο τόσα χρόνια,για τους μπάτσους έχεις κόψιμο!Η Φιλιππιάδα θα μείνει άραγε;Τι την θέλουμε,ΟΤΕ no,εφορία no,κέντρο υγείας no,κλπ-κλπ!Μην κάνετε καμιά μ@λ@κί@ λέω εγώ και μας πάρετε και τα ΚΑΠΗ γιατί χαθήκαμε μετά,δε θά'χουμε που να...σταλίζουμε!

Ανώνυμος είπε...

Τι χρειαζομαστε τις δημοσιες υπηρεσιες αφου σε λιγο καιρο η τα βουνα θα παρουμε η θα μεταναστευσουμε παντως μαζι με την αστυνομια θα φυγει και η πυροσβεστικη!θα εχουμε ομως ενα ωραιοτατο δημαρχιακο μεγαρο με συντριβανι και απειρους υπαλληλους που βολταρουν ολημερις στην αγορα!!!