Ζωντανή σύνδεση με φωλιά πελαργών στην Φιλιππιάδα

...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

Παλιά Φιλιππιάδα: Η Κ Α Μ Π Α Ν Α

του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
Θα ήταν ασυγχώρητη παράλειψη από μέρους μου να μην αναφερθώ στην καμπάνα του χωριού μου. Και εννοώ εδώ την πρώτη, την παλιά καμπάνα των παιδικών και νεανικών μου χρόνων. Γιατί αυτή που είναι σήμερα στο χωριό είναι η κατά σειρά δεύτερη καμπάνα. Καμιά σύγκριση μεταξύ τους ως προς τη μελωδικότητα.
Όλες οι καμπάνες, ίσως βιαστεί να παρατηρήσει κανείς, είναι ίδιες. Η κλασική τους εικόνα παραπέμπει στο πανύψηλο τοξωτό πέτρινο καμπαναριό, όπου στην κορυφή του, κάτω ακριβώς από το καταληκτικό του τόξο, ξεχωρίζει το χαρακτηριστικό περίγραμμα της μεταλλικής καμπάνας με την αλυσίδα να κρέμεται ως κάτω στον περιορισμένο χώρο, το ισόγειο, ας πούμε, για να πατάει ο καμπανοκρούστης.
Μέχρις εδώ οι ομοιότητες. Με μόνη τη διαφορά στο καμπαναριό κατά τη θωριά του, που αλλού είναι περίτεχνο και αλλού πιο απλό στη γραμμή του. Παράδειγμα, το καμπαναριό του Άγιου Βησσάριου στη Νέα Φιλιππιάδα που είναι πραγματικό καλλιτέχνημα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Η καμπάνα όμως υστερεί σε ύψος μελωδίας έναντι του μνημειακού καμπαναριού της εκκλησίας.
Το καμπαναριό με την καμπάνα αποτελούν μια λειτουργική σύνθεση εκκλησιαστικού χαρακτήρα, όπου πρυτανεύουν η τέχνη στο δούλεμα της πέτρας και η μελωδία της καμπάνας. Από τα δυο αυτά στοιχεία εντυπωσιάζει με το πρώτο η πανοραμικότητα και η καλλιτεχνία του ίδιου του καμπαναριού ως πέτρινης κατασκευής και λιγότερο η μελωδία της καμπάνας, όταν υπάρχει και εφόσον εκτιμιέται ανάλογα. Θέλω να πω δηλαδή η καμπάνα έρχεται σε δεύτερη σειρά.
Στην Παλιά Φιλιππιάδα η μελωδικότητα της καμπάνας, εκείνης της πρώτης που είπαμε, ήταν ασύγκριτη.  Έχω ακούσει καμπάνες και καμπάνες στη ζωή μου στα διάφορα μέρη της χώρας που επισκέφτηκα περαστικός είτε εκκλησιαζόμενος, κατά την περίσταση. Καμιά τους δε φτάνει στη μελωδία την καμπάνα του χωριού μου. Ούτε οι καμπάνες των μητροπολιτικών ναών Αθηνών και Θεσσαλονίκης δε συγκρίνονται μαζί της. Τις άκουσα και τις ακούω από την τηλεόραση.
Δυστυχώς δεν είμαι ειδικός στα του ήχου και της μελωδίας για να στηρίξω τα λόγια μου με την ανάλογη επιστημονική πειστικότητα. Θα πω όμως πώς έζησα, πώς βίωσα το πράγμα, καταθέτοντας τις εμπειρίες μου και τα συναισθήματα  που ένιωσα ακούγοντας δεκαετίες συναπτές την καμπάνα των παιδικών μου χρόνων. Με την παρατήρηση ότι ό,τι βιώνει κανείς από παιδί, αυτό εντυπώνεται μέσα του άδολα και αυθόρμητα, ώστε να είναι η μία και μοναδική Αλήθεια. Όλες οι άλλες αλήθειες, όταν μεγαλώνει ο άνθρωπος, αλλοιώνονται και παραμορφώνονται σε σημείο που να καταντούν μόνο αλήθειες να μην είναι.
Ξημέρωνε η μέρα τα μακάρια εκείνα χρόνια και το χωριό ξυπνούσε με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας που σήμαινε τον πρωινό όρθρο στην εκκλησία. Προηγούνταν βέβαια οι πετεινοί, τα κοκόρια, που πρώτοι διαλαλούσαν τον ερχομό της καινούριας μέρας. Ήταν όμως πολύ νωρίς για μας τα παιδιά τότε για να ξυπνούσαμε. Αργούσε η ώρα για το σχολείο. Έξω ήταν νύχτα ακόμη. Η μάνα όμως ήταν στο πόδι ν’ ανάψει τη φωτιά στο τζάκι να ψήσει καφέ και να ετοιμάσει το πρωινό για όλους. Κι εκεί κάπου χτυπούσε η καμπάνα. Ήταν η ώρα να πάμε σχολείο. Το ίδιο, η καμπάνα αργά το απόγευμα σήμαινε τον Εσπερινό. Ο ζευγολάτης στον κάμπο θα παρατούσε το όργωμα, γιατί σε λίγο θα νύχτωνε.
Αυτά στις καθημερινές. Γιατί στις Κυριακές και στις άλλες γιορτές η καμπάνα αναλάμβανε τον επίσημο ρόλο της, για τον οποίο είχε προορισθεί, όταν την κατασκεύαζαν.
Τρεις φορές θα χτυπούσε η καμπάνα την Κυριακή από το πρωί. Μετά την τρίτη καμπάνα, μας έλεγε ο πατέρας, να πηγαίνουμε στην εκκλησία. Μα εσύ, του αντιλέγαμε εμείς, πηγαίνεις μόλις χτυπήσει η πρώτη καμπάνα. Λέγαμε και δε ζηλεύαμε που εμείς πηγαίναμε καθυστερημένα στη Λειτουργία, ίσα που προλαβαίναμε- δεν προλαβαίναμε το «Πάτερ ημών». Άλλο εγώ που είμαι μεγάλος κι άλλο εσείς που είστε παιδιά κι όσο να’ ναι σας αρέσει ο ύπνος, απαντούσε ο πατέρας.
Τις μεγάλες γιορτές η καμπάνα ήταν στις δόξες της. Έρχονταν τα Χριστούγεννα και από τα άγρια χαράματα η καμπάνα δε σταματούσε να διαλαλεί το χαρμόσυνο γεγονός. Έκανε σαν τρελή από τη χαρά της. Και να δεις που δε μας ενοχλούσε καθόλου το χαρούμενο ξέσπασμα της. Ίσα- ίσα που οι επανειλημμένοι απανωτοί ήχοι αντηχούσαν τόσο ευχάριστα την ώρα που παιδιά εμείς ήμασταν παραδομένοι στο πιο γλυκό ύπνο. Την ακούγαμε ενόσω κοιμώμασταν και μια γλυκιά αίσθηση, θα έλεγα, εισχωρούσε μέσα μας σιγά- σιγά και πέρναγε στα μέλη μας στις αρθρώσεις. Έτσι περίπου ένιωθα εκείνες τις στιγμές μέσα στον πρωινό ύπνο, που για τα παιδιά είναι τόσο γλυκός που δε λένε με τίποτε να ξυπνήσουν. Όσο και αν η μάνα σκούνταγε ελαφρά αλλά επίμονα, που ήταν η ώρα για το σχολείο.
Θα πεις, στην περίπτωση μας εδώ με τις χριστουγεννιάτικες κωδωνοκρουσίες, ήταν και λόγοι θρησκευτικοί που μας προετοίμαζαν ευχάριστα για τη γέννηση του Χριστού. Εγώ ωστόσο εξακολουθώ να επιμένω, εξίσου μεγάλο ρόλο έπαιζε και η μελωδία της καμπάνας που σας έλεγα.
Δε γίνεται να υποδεχθείς και να αποδεχθείς ευχάριστα φάλτσους και ασύμμετρους διαπεραστικούς ήχους μέσα στην    καλή ώρα του ύπνου, όσο και αν είναι ευχάριστο το μήνυμά τους.
 Ή πάλι, τη Μεγάλη Εβδομάδα εκεί κατά τη Μ. Πέμπτη το βράδυ με τη Σταύρωση του Χριστού και ακολούθως τη Μ. Παρασκευή όλη  τη μέρα , που η καμπάνα ράγιζε καρδιές με το κλάμα της το θρηνητικό.
 Έλεγε ,θυμάμαι , ο παπάς μέσα από την εκκλησιά τη νύχτα της Μ. Πέμπτης το <<Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…>> και η καμπάνα έξω στο καμπαναριό ψηλά έστελνε το θλιβερό άγγελμα ολόγυρα στο δάσος στις ρεματιές και στον κάμπο ως πέρα στο αντικρινό βουνό ,όσο που έφτανε το μάτι σου.
  Δε θυμάμαι πάλι καμιά Μ. Παρασκευή που να μη φάνταζε <<Σήμερα μαύρος ουρανός  σήμερα μαύρη μέρα>>, κι ας ήταν πάντα ηλιόλουστη η μέρα. Ήταν η καμπάνα που όλη μέρα θρηνούσε ασίγαστα.
   Πάλι εσύ θα αντιτείνεις για τη μαζική υποβολή και τα λοιπά που επηρεάζουν το συναίσθημα ,καμιά αντίρρηση.
Εγώ σου λέω για την καμπάνα και τη μελωδία της , που έπαιζε καταλυτικό ρόλο σε όλο εκείνο το σκηνικό της Σταύρωσης, καθώς και της Ανάστασης λίγο μετά , σε ένα κοντράστ λυπητερών και ευφρόσυνων συναισθημάτων.
Μιλάμε τώρα για την καμπάνα ,την πρώτη εκείνη που σας έλεγα πιο πριν ,στο χωριό μου την Παλιά Φιλιππιάδα.
Μα ήταν τόσο μελωδική αυτή η καμπάνα και την εκθειάζεις τόσο πολύ! Η μεγάλη ,η τελική εύλογη απορία.
 Σας είπα , λυπάμαι που δεν έχω τη δυνατότητα για να αποδώσω  όσο πιο πιστά γίνεται το ηχόχρωμα εκείνης της καμπάνας πέρα από όσα εξέθεσα παραπάνω. Κι έπειτα δεν υπάρχει ,δεν υφίσταται ,το ίδιο το μαρτύριο, η καμπάνα ,το πειστήριο δηλ. που θα αποδείκνυε <<του λόγου το αληθές>>.
 Εκεί προς τη δεκαετία του  ’80 , η καμπάνα, ράγισε ,αρρώστησε  βαριά και οι <<φωνητικές χορδές>> της έπαθαν ανήκεστη ,όπως αποδείχτηκε, βλάβη.
Θυμάμαι που ένας συγχωριανός μας ,τολμηρός και σβέλτος ,ανέβηκε θαρρετά μια αυτοσχέδια σκάλα ύψους τριάντα , σαράντα  μέτρων, δεν μπορώ να ξέρω , με στήριγμα στο πέτρινο τείχος από κάτω τον δημόσιο δρόμο , και κατέβασε την καμπάνα, με κίνδυνο της ζωής του, την πήγαν σε τεχνίτες αλλά γιατρειά δε βρήκε. Την άκουγες λαβωμένη καθώς ήταν και λυπόταν μέσα η ψυχή σου, την πήγαν σε τεχνίτες αλλά γιατρειά δε βρήκε. Ο ήχος της αντηχούσε σαν γοερό κρώξιμο λαβωμένου πουλιού και σου ράγιζε την καρδιά.
Έλεγαν πως η καμπάνα εκείνη ήταν ένα ιδιοφυές κατασκεύασμα εμπνευσμένου τεχνίτη. Πως  στο μεταλλικό της σώμα είχε σε αρκετή δόση ασήμι ή χρυσό ,κάτι τέτοιο , δε θυμάμαι και καλά.
   Εδώ τελειώνει η ιστορία με την καμπάνα του χωριού μου που σας μολογάω τώρα.
Μας έφεραν μια άλλη στη θέση της. Τίποτε ,μηδέν από μελωδία. Ίσα που να καλύπτει τις λειτουργικές ανάγκες της εκκλησίας της Παναγίας Θεοτόκου στην Παλιά Φιλιππιάδα.
   Δε συνδέθηκε εκείνη η πρώτη καμπάνα με κάποιο ιστορικό ή άλλο γεγονός  με ιδιαίτερη σημασία, για να έπαιρνε τη θέση που της άρμοζε στα χρονικά του χωριού μου.
Τη μνημονεύω εγώ εν έτει 2016 ,ταπεινός θαυμαστής και προσκυνητής της αξέχαστης μελωδίας της, που η αρμονία της τώρα στα γεροντάματα με συνέχει ακόμα.

  Απρίλης  2016
Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος
  


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ο ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ ΚΟΒΕΙ ΤΑ ΧΟΡΤΑΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΟΡΤΟΚΟΠΤΙΚΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ.ΩΡΑΙΑ ΕΥΚΟΛΑ ΛΕΦΤΑ.Ο ΑΝ/ΧΟΣ ΤΙ ΛΕΕΙ;