...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

22.Παλιά Φιλιππιάδα.Ο παπά-Γιάννης των παιδικών μου χρόνων.

Η θεματολογία μας εδώ, θα το έχετε διαπιστώσει όλο αυτόν τον καιρό στον λογαριασμό που ανοίξαμε, είναι εν πολλοίς άναρχη χωρίς συγκεκριμένη σειρά και τάξη. Τι έγραφα χτες και προχτές και τι γράφω τώρα, δείχνουν να μην έχουν σχέση και σύνδεση μεταξύ τους. Όταν ταξιδεύεις στο παρελθόν, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με τα συνηθισμένα ταξίδια, που πάμε από το ένα μέρος στο άλλο, δεν έχεις σχέδιο ή έστω ένα υποτυπώδες πρόγραμμα, ποιον θα δεις και τι θα κάνεις. Σε πιάνει ξαφνικά ο καημός και παίρνεις ανάστροφα το ποτάμι του χρόνου και την άλλη στιγμή, τόσο γρήγορα όσο κρατάει ένα τσακ στον διακόπτη με το φως, είσαι στον προορισμό σου, χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς αποσκευές. Ανάλαφρος και ανάερος, καθώς είναι τα πνεύματα, πνεύμα και συ χωρίς ούτε καν τον στοιχειώδη ρουχισμό, όπως όταν γεννήθηκες ή καλύτερα, όπως ήσουν πριν γεννηθείς. Από την ανυπαρξία, λέω τώρα εγώ μια σκέψη φευγαλέα που μου ήρθε στο νου κι έφυγε κιόλας. Ποιος ξέρει ποιες μυστικές φωνές μέσα μας και τι δυνάμεις κρυφές στο βάθος μας κυβερνάνε και μας κατευθύνουν. Το μέγα μυστήριο της ύπαρξης μας. Να έχεις προκαθορισθεί και προορισθεί χωρίς να σε ρωτήσουν. Να σου ζητάνε στο τέλος λογαριασμό αν έπραξες καλά ή όχι.
Μπορεί, λοιπόν, το υλικό που καταγράφεται εδώ να είναι άναρχο στην επιλογή του, ωστόσο τα θέματα του έχουν όπως τα κλάσματα κοινό παρονομαστή, κοινό τόπο αναφοράς, την Παλιά Φιλιππιάδα. Μια πραγματικότητα δηλαδή που τα δένει όλα λειτουργικά σε μια δυναμική σύνθεση, ζωντανή και ανεπανάληπτη, μάλιστα σε έναν κόσμο, όπου τα πάντα μεταβάλλονται μέσα στην αέναη ροή του χρόνου. Αμετακίνητη και αμετάκλητη ωστόσο παραμένει η αλήθεια και η ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Όλα τα άλλα παίζονται.
Στην πινακοθήκη ενός τυπικού χωριού της δεκαετίας του ΄50 ο παπάς της ενορίας κατείχε μια ξεχωριστή και περίοπτη θέση ως εκ της ποιμαντικής του παρουσίας και της μεσιτείας του ανάμεσα σε Θεό και ανθρώπους. Έλεγαν οι παλιοί για τον ανεπιθύμητο στο χωριό τους επισκέπτη «ρωτάει για το σπίτι του παπά» δηλαδή, ενώ δεν τον θέλουν στο χωριό, αυτός ζητάει να φιλοξενηθεί στο σπίτι του παπά, στο ανώτερο απ’ όλα τα σπίτια.
Ο παπα-Γιάννης των παιδικών μου χρόνων, της δικής μας ενορίας, αντίθετα από την εικόνα που μπορεί να σχηματίσατε από τα λεγόμενα πιο πάνω, ήταν απλός και προσηνής, χωρίς ίχνος έπαρσης που χαρακτήριζε κάποιους λιγοστούς, είναι αλήθεια, εκ των λειτουργών του παλιού καιρού.

Εκτός εκκλησίας τα πρωινά προς το μεσημέρι συνήθιζε να πίνει τον καφέ του στο καφενείο του χωριού και να κουβεντιάζει με τους χωριανούς. Τα απογεύματα πάλι καθισμένος σε μια παλιά πάνινη πολυθρόνα (τη μόνη του πολυτέλεια) μπροστά από το σπίτι του ρέμβαζε, παρακολουθώντας τη λιγοστή τότε κίνηση στο δημόσιο δρόμο. Ένας πράος και ειρηνικός ιερέας αφοσιωμένος στο ύψιστο λειτούργημα που διακονούσε, χωρίς να σκανταλίσει κανένα στην  κοσμική ζωή του.
Είχε όμως ένα σπάνιο χάρισμα, την εξαίσια φωνή του, που τον έκανε να ξεχωρίζει από όλους τους άλλους λειτουργούς του Ύψιστου στην περιοχή μας, για να μην πω και σε όλη τη χώρα , αν επικαλεσθώ τις ανάλογες εμπειρίες μου από τότε που ήμουν παιδί ως σήμερα. Τέτοια φωνή δε ματακούστηκε σε Εκκλησία. Το λέω μετά λόγου γνώσης. Τον άκουγες στη Εκκλησιά να ψέλνει και ευφραίνονταν η ψυχή σου, αγαλλίαζες.
Έλεγε τη Μ. Πέμπτη στη Σταύρωση το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» και ράγιζαν ολόγυρα οι τοίχοι.
Έψελνε το «Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα» και ένιωθες τις ψιχάλες του Άγιου Μύρου από την αγιαστούρα να δροσίζουν το πρόσωπο σου και σύγκαιρα γαλήνευε μέσα η ψυχή σου.
Άνοιγε το στόμα του ο παπα-Γιάννης για να ψάλει και έβγαζε αγγέλους. Μιλάμε για τέτοια φωνή που όμοιά της δε ματάκουσα. Το ξαναλέω.
Απορούσα μάλιστα, μα πως γινόταν ένας άνθρωπος, όμοιος με όλους τους άλλους, να είναι προικισμένος με τόσο θεσπέσια φωνή. Παιδί ήμουν κι έκανα αυτές τις σκέψεις, κάπως αφελείς αλλά και βάσιμες.
 Φαίνεται, λέω τώρα στην ώριμη πια ηλικία, πως σε κάποιους ανθρώπους κατά καιρούς επιζούν ορισμένα ταλέντα, μεταξύ αυτών και το χάρισμα της φωνής που λέμε εδώ, ως ανάμνηση και σημάδι μιας τελειότητας από το απώτερο παρελθόν, από τον καιρό, θα έλεγα, της έξωσης των Πρωτόπλαστων από τον παράδεισο. Μιας χαμένης τελειότητας, που όμως ως σπέρμα ενυπάρχει στην ανθρώπινη φύση, για να μας θυμίζει ότι έχουμε μέσα μας τις δυνατότητες να γίνουμε τέλειοι σε όλα. Και κλείνω ίσαμε εδώ την παρένθεση.
Η δική μου σχέση με την Εκκλησία και τον εκκλησιασμό ειδικότερα καθορίζονταν περισσότερο από την παράδοση και λιγότερο από τα μέσα μου, από την πίστη δηλαδή και τη συνείδηση. Πιστεύαμε (όσο πιστεύαμε) ως παιδιά που ήμασταν, εκκλησιαζόμασταν (σχεδόν) τακτικά, και πέραν τούτου τα ενδιαφέροντά μας στρέφονταν κυρίως στα παιγνίδια και σε άλλες ευχάριστες για τα παιδιά ασχολίες. Χαιρόμασταν τα Χριστούγεννα (αυτή, μάλιστα, η χαρμόσυνη γιορτή  μας άρεγε ιδιαίτερα ως καθαρά παιδική λόγω της Γέννησης του Χριστού), και αντίθετα λυπούμασταν πολύ, που οι άνομοι Γραμματείς και Φαρισαίοι σταύρωσαν άδικα τον Χριστό. Όπως χαιρόμασταν τη Λαμπρή με την Ανάσταση και τα κόκκινα αυγά. Εδώ δεν μπαίνει κανένα άλλο θέμα παρά η άδολη και η αυθόρμητη πίστη από τη βίωση εκείνων των συγκλονιστικών γεγονότων.
Το δικό μου (παιδικό) αμάρτημα ήταν, που βαριόμουν τις Κυριακές να παρακολουθώ τη Θεία Λειτουργία λόγω της υποχρεωτικής ορθοστασίας. Να ήταν και για τα παιδιά καθίσματα, τότε θα άλλαζε το πράγμα. Έλα όμως, που τα στασίδια ήταν λιγοστά και τα δικαιούνταν οι γεροντότεροι. Αποτέλεσμα, να τη βγάζουμε σε ορθοστασία κανονική όσο διαρκούσε κ Λειτουργία. «παιδιά είστε και αντέχετε», έλεγε ο πατέρας απαντώντας στις διαμαρτυρίες και τις ενστάσεις μου και δεν ξέρω σε ποιο βαθμό θα διαταράσσονταν οι σχέσεις μου με την Εκκλησία, αν δεν ήταν ο παπα-Γιάννης με το μελωδικό του Ψάλσιμο. Τον άκουγες που έψελνε και μαζί με τη θεσπέσια φωνή του ανέβαινες κι εσύ τη μουσική σκάλα και νοερά έφτανες ως πάνω στα ουράνια, κοντά στο Θεό. Η μεταρσίωση. Γλύκαιναν οι ώρες μέσα στην εκκλησία χάρη στον παπα-Γιάννη και πέρναγε η βαριεστημάρα και η όποια κούραση από την ορθοστασία, που σας έλεγα. Για να αποδειχθεί και να καταδειχθεί πως κάθε δουλειά θέλει το μάστορα της και να με συγχωρείτε για την πεζότητα της έκφρασης, που τώρα μιλάμε για τα Θεία. Υπόψη, ότι η Βυζαντινή  μουσική είναι από τις αρτιότερες και πιο μελωδικές μουσικοσυνθέσεις και αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τους επιφανείς μουσουργούς. Γι’ αυτό και θέλει ανάλογου ύψους φωνή για την εκτέλεση.
Ο παπα-Γιάννης, ο δικός μου ο παπα-Γιάννης των παιδικών μου χρόνων, ήταν μακράν ο ιδανικότερος ερμηνευτής της Θείας μελωδίας.
Τον λέω «δικό μου», γιατί ο παπα-Γιάννης λάμπει ως φωτεινό αστέρι στον αστερισμό των δικών μου παιδικών αναμνήσεων και θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα τυχερό που με έκανε κοινωνό της υπέροχης μελωδίας του.
Του χρωστάω με άλλα λόγια προσωπική χάρη, που χάρη στη, φωνή του, στο ψάλσιμο του, κόντεψε η απόσταση που με χώριζε από τον Θεό.
Η μελωδία του είναι το φως που κρατάει στο χέρι του προπομπός ο πιστός υπηρέτης τον  παλιό καιρό για να φέγγει μπροστά το δρόμο στον κύριό του που ακολουθεί ξωπίσω του.
Κρίμα που μια τόσο μελωδική φωνή δε σώθηκε παρά αποτελεί μια ξεχασμένη, μια χαμένη πλέον εμπειρία. Φτάσαμε στην καρδιά του θέματος και δεν απομένει άλλο παρά να κλείσουμε εδώ.
Για την ιστορία και για του λόγου το αληθές, πάνω στον Αι-Γιώργη, τη δεύτερη μετά την Παναγία εκκλησία στην  Παλιά Φιλιππιάδα, υπάρχει πίσω ακριβώς από το ιερό ο τάφος του παπα-Γιάννη με την ξεθωριασμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία του και την επιγραφή:
Ιερεύς Ιωάννης Οικονόμου
Απεβίωσε 1962 ετών 60,
                                                                           
                   Ιούνιος 2016
               Μιλτιάδης Δ. Κωστάκος.        

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Να μπαίνεις στο Googgle για μια δουλειά, (καλά δεν το συζητάμε προεπιλεγμένο το filoiko) και να πέφτεις πάνω στο ζωντάνεμα του θεάτρου. Ότι καλύτερο!

Μην παίρνεις θάρρος συντονιστή. Υπάρχει και καλύτερο. Τα χαμογελαστά μάτια της κόρης μου στην οθόνη του μαραφετιού που μας τρώει την ζωή.