Ζωντανή σύνδεση με φωλιά πελαργών στην Φιλιππιάδα

...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

30.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

Η περιπέτεια του καλαμποκιού.Τα στουμπίσματα.
του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
Περνάει το καλαμπόκι περιπέτειες; Περνάει, λέω εγώ. Μεταφορικώς. Ως σχήμα λόγου δηλ. Όπου οι περιπέτειες των ανθρώπων μεταφέρονται στα άψυχα πράγματα. Σα να έχουν κι αυτά ψυχή, χαίρονται και λυπούνται. «Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται». Η πλαστική, η μεταποιητική δύναμη του λόγου που μετουσιώνει πράγματα και καταστάσεις. Το καλαμπόκι εδώ είναι ένα αφήγημα στη μεγάλη περιπέτεια του ανθρώπου. Και δεν παίζω με τις λέξεις.
Είχαμε μείνει στα «ξεφλουδίσματα». Τότε παλιά, που οι ξεφλουδισμένες ρόκες σωρός μέσα στο σπίτι περίμεναν την επόμενη δοκιμασία.
Σειρά τώρα είχαν τα στουμπίσματα. Το στούμπισμα του καλαμποκιού. Αυθαιρεσία δική μου είναι η λέξη «στουμπίσματα» στον πληθυντικό.
Κανονικά οι νοικοκυρές τότε έλεγαν «απόψε στο σπίτι θα στουμπίσουμε τις ρόκες». Στουμπίσματα τα λέω εγώ τώρα κατ΄ αναλογία προς τα ξεφλουδίσματα, που από μόνη της η λέξη παραπέμπει στη συγκεκριμένη εργασία. Έτσι σκέτη, χωρίς άλλους προσδιορισμούς.
Έπρεπε να ξεσπυριστούν οι ρόκες για να βγει το καλαμπόκι. Δουλειά ζόρικη και μπελαλίδικη. Τα σπυριά, το καλαμπόκι, ήταν σειρές εμφυτευμένα κατά μήκος στο κότσαλο, το ένα σχεδόν κολλητά στο άλλο και ήταν δύσκολο να τα ξεσπυρίσει κανείς με τα χέρια.
Η λύση, ο τρόπος, ήταν το στούμπισμα, το κοπάνισμα δηλ με τα παλούκια. Δουλειά που απαιτούσε δύναμη και ζόρι πολύ. Μπροστά σου είχες βουνό τις ρόκες και έπρεπε να τις κοπανάς ανεβοκατεβάζοντας το στειλιάρι ακατάπαυτα, για να έχεις αποτέλεσμα. Έπεφτε με ορμή το ξύλο πάνω στις ρόκες και τα κλωνιά, ξερά και σκληρά όπως ήσαν, εκτινάσσονταν εδώ κι εκεί ολόγυρα σαν θυμωμένες σφήκες. Σε κάποια ώρα σταμάταγες να ξεκουραστείς. Αλλά και στο διάστημα αυτό ξεσπύριζες τις δαρμένες ρόκες από τα κλωνιά που είχαν απομείνει μετά το δάρσιμο πάνω στο κότσαλο. Κάτι που σχετικά ήταν εύκολο να γίνει πλέον με τα χέρια. Αλλά αυτό για λίγο. Όσο να πάρεις δυο ανάσες, να πιείς και κάνα πιοτό. Γιατί αν ξεχνιόσουν και παρατραβούσε το διάλειμμα, ένιωθες τα μέλη σου να βαραίνουν και άντε πάλι να βάλεις μπροστά τη μηχανή. Έπρεπε να ξαντεργάνεις, ν΄ αποτελειώσεις τη δουλειά μια ώρα αρχύτερα.
Έπειτα ήταν και το άλλο. Όσο το καλαμπόκι έμενε στο σπίτι, εκτός των άλλων, είχε και ένα πρόσθετο μπελά. Τα βράδια, όταν σβήναμε τη λάμπα ( πετρελαίου με λαμπόγυαλο) και πέφταμε για ύπνο τότε συνέβαινε ένα πράγμα που δεν θα το ξεχάσω ενόσω ζω. Εκεί που κοιμόσουν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι σε κάποια στιγμή ένιωθες κοιμισμένος κάτι να σέρνεται στο λαιμό και στο πρόσωπο σου. Κάτι ζωντανό και κρύο, ένα μικρό πλάσμα που περπατούσε χιλιοστό το χιλιοστό πάνω στο δέρμα σου. Μισοξύπναγες και έκανες ενστικτωδώς έτσι μια κι έπιανες με το χέρι σου το πράγμα εκείνο και το ζούλιζες και αυτό έσπαζε. Όταν την άλλη στιγμή ξύπναγες καταλάβαινες ότι επρόκειτο για σκουλήκι από τη γλοιώδη μάζα που κρατούσες στο χέρι. Από την έκπληξη τότε περνούσες στον τρόμο, έτσι που ήταν πήχτρα το σκοτάδι μέσα στο δωμάτιο. Για κάμποσα λεπτά της ώρας παρέμενες αλαλιασμένος μη μπορώντας να συνέλθεις.
Τι συνέβαινε. Οι ρόκες τον καιρό εκείνο ήταν κάτι φυτά αδύνατα και κακορίζικα από το σπόρο και στον καρπό τους έβρισκαν κατοικητήριο τα σκουλήκια από τα οποία ως γνωστόν βρίθει ο κάμπος. Έτσι μαζί με τις ρόκες κουβαλούσαμε στο σπίτι και τα σκουλήκια μαζί. Κάτι σκουλήκια υπόλευκα και παχιούτσικα με ένα κοκκινωπό ρύγχος μπροστά. Σιγά-σιγά από την τρομάρα περάσαμε στην αηδία. Ώσπου τα συνηθίσαμε. Συνηθίζει ο άνθρωπος και σε χειρότερες καταστάσεις.
Πάντως ήταν κι αυτός ένας λόγος να ξεμπερδεύουμε το ταχύτερο δυνατόν με τα σκουλήκια.
Υποθέτω πως φαντάζεστε ότι τα λέω αυτά από την τσέπη μου. Πώς υπερβάλλω. Ένα σας λέω μόνο. Τέτοιες καταστάσεις και τέτοια απρόοπτα ήταν συνηθισμένα βιώματα εκείνο τον καιρό. Αυτό ήταν από τα μικρότερα, τα λιγότερο ανώδυνα.
Όταν κάποτε τελείωνε η δουλειά, το στούμπισμα –ένα βράδυ κράταγε, δυο ανάλογα με τη σοδειά- απέμεναν στο σπίτι δυο μικρότεροι τώρα σωροί. Από εδώ λίρα το καλαμπόκι και από εκεί μεγαλύτερος ο σωρός με τα κότσαλα. Αυτά θα χρησίμευαν αργότερα για τη φωτιά στο φούρνο ως προσανάμματα.
Το καλαμπόκι η μάνα το σάκιαζε σε τσουβάλια.
Έπρεπε τώρα να το στεγνώσουμε, γιατί κράταγε ακόμη υγρασία από τη χλωρασιά του κι ας είχε παραμείνει κοντά ένα μήνα στον κάμπο να το ξεράνει ο ήλιος και ο αέρας.
Άλλος μπελάς κι αυτός. Να στεγνώσει το καλαμπόκι μια κουβέντα ήταν. Χρειάζονταν δουλειά πολλή ακόμα.
Τις μέρες που έκανε ήλιο, μήνα Οκτώβριο, Νοέμβριο – Θέμα καιρού ήταν η άργητα- μας φώναζε η μάνα ν΄ απλώσουμε το καλαμπόκι έξω στην αυλή και παραέξω στο σιάδι πάνω στις κουβέρτες και στις στρώσεις που είχαμε στο σπίτι. Δηλ. άδειασμα από τα σακιά και στρώσιμο. Μια έκταση κάτω κοντά στο μισό στρέμμα. Μπορεί λιγότερο. Αφήναμε το καλαμπόκι απλωμένο να το βαράει ο ήλιος με τον αέρα και εκεί κατά απόγευμα με τους πρώτους ίσκιους το μαζεύαμε και το βάζαμε στα τσουβάλια για το σπίτι. Το ίδιο πράγμα γινόταν πολλές φορές όσο να στεγνώσει το καλαμπόκι για να το πηγαίναμε κατόπιν στον μύλο να γίνει το αλεύρι. Και μετά το αλεύρι να γίνει ψωμί.
Είδατε, μια ολόκληρη περιπέτεια που σας έλεγα στην αρχή. Και παρέλειψα ως ευκόλως εννοούμενες δουλειές, όπως όργωμα, σπορά, ποτίσματα, αργέματα, λιπάσματα, ραντίσματα. Που είναι ο κοινός παρονομαστής σε όλες τις γεωργικές καλλιέργειες. Δουλειές που οι περισσότερες, αν όχι όλες, σήμερα γίνονται με τα μηχανήματα.

Τότε γίνονταν με τους ζευγολάτες και τα ζώα, άλογα ή βόδια και με ξύλινα άροτρα πιο παλιά. Και έτσι αισίως φτάνουμε στο ψωμί την θρυλική μπομπότα.   
Μιλτιάδης Δ,Κωστάκος

Δεκέμβριος 2016    

Δεν υπάρχουν σχόλια: