Ζωντανή σύνδεση με φωλιά στην Φιλιππιάδα

...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

«Το χαμένο Νόμπελ, μία χαμένη ιστορία»

της Ευγενίας Μάστορα
(ομιλία από την παρουσίαση στην Φιλιππιάδα του βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα).

Ο τίτλος και μόνο του βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα «Το χαμένο Νόμπελ» κεντρίζει το ενδιαφέρον  και κινητοποιεί τη σκέψη του αναγνώστη, ένα βραβείο Νόμπελ, η απόλυτη επιβεβαίωση του έργου ενός λογοτέχνη, ενός επιστήμονα, ενός ανθρωπιστή. Και έρχεται η προσθήκη «μία χαμένη ιστορία» να προσδώσει στο βιβλίο τον χαρακτήρα μίας ιστορικής καταγραφής των γεγονότων, που οδήγησαν στην απώλεια αυτού του βραβείου. Στο εξώφυλλο δεσπόζει η εικόνα του Νίκου Καζαντζάκη, οπότε αυτομάτως γίνεται ο συνειρμός: Καζαντζάκης -χαμένο Νόμπελ…Δικαίως, λοιπόν, αναρωτιόμαστε τι ήταν αυτό ή ποιοι ήταν αυτοί που στέρησαν από τον Νίκο Καζαντζάκη και κατά συνέπειαν από την ελληνική πεζογραφία, την ελληνική πνευματική παραγωγή ένα βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας;
Στη συνείδηση του Νεοέλληνα ο «εχθρός» συνήθως βρίσκεται εκτός των τειχών και είναι ο ξένος, ο αλλότριος, που στέκεται απέναντι και υπονομεύει και βάλλει εναντίον του δικού μας, του οικείου. Στην περίπτωση ,όμως , του Νίκου Καζαντζάκη οι «εχθροί» ήταν εντός των τειχών, αποφασισμένοι να στερήσουν από τον  Έλληνα λογοτέχνη το βραβείο Νόμπελ, αποφασισμένοι να υπονομεύσουν την προσπάθειά του για μία δεκαετία περίπου να κερδίσει το βραβείο.
Ποιοι ήταν αυτοί; Διαβάζοντας το βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα διαπιστώνουμε τον πόλεμο που υπέστη ο Νίκος Καζαντζάκης από τους πνευματικούς του αντίζηλους, το εκκλησιαστικό, πολιτικό και ακαδημαικό κατεστημένο της χώρας. Όλοι αυτοί συνασπίστηκαν και κατάφεραν να διαβάλλουν στη Σουηδική Επιτροπή των βραβείων Νόμπελ ως άθεο, βλάσφημο και κομμουνιστή.
Στις 543 σελίδες του πολυσύνθετου βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα ο αναγνώστης θα «ταξιδέψει» στην ελληνική και διεθνή πνευματική σκηνή, θα γνωρίσει  τις λογοτεχνικές μορφές, τα πολιτικά πρόσωπα, τους εκκλησιαστικούς ταγούς εκείνης της περιόδου, για να συνειδητοποιήσει στο τέλος πως και τότε περίσσευαν τα πάθη, οι αντιπαλότητες, οι ανταγωνισμοί, για να συνειδητοποιήσει πως οι άνθρωποι ακόμη και αυτοί που ορίστηκαν να υπηρετήσουν το καλό, το ορθό, το υψηλό γίνονται έρμαια των προσωπικών τους αδυναμιών και παθών.
Ο Πρόλογος του βιβλίου δομείται σε μία αντίθεση, αιφνιδιάζεται κανείς διαβάζοντας τα γεμάτα μένος λόγια ενός χριστιανού ιεροκήρυκα, του Αυγουστίνου Καντιώτη, του μετέπειτα μητροπολίτη Φλωρίνης, στις 5 Νοεμβρίου 1956, τη μέρα της κηδείας του Νίκου Καζαντζάκη. Λέει ο Αυγουστίνος Καντιώτης:Η συντέλεια των αιώνων έφθασε…Βόθρος ρέει από τους ακάθαρτους ποταμούς , από τις σελίδες του ανήθικου. Σήμερα η Ελλάς κηδεύει με δημόσιον δαπάνη ποιον, τον υβριστή της Εκκλησίας μας. Φρίκη, ούτε ο υπόνομος των Αθηνών θα ανέδιδε τέτοια δυσωδία. Έφθασε η Δευτέρα Παρουσία”. Ενώ στη συνέχεια διαβάζουμε ένα απόσπασμα από την επιστολή που έγραψε στις 16 Μαρτίου 1959 ο Νομπελίστας συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ στη χήρα του Νίκου Καζαντζάκη “Έτρεφα πάντα μεγάλο θαυμασμό και, αν επιτρέπετε ένα είδος στοργής για το έργο του συζύγου σας…Ακόμα δεν ξεχνώ πως, τη μέρα που λυπόμουν να δεχτώ μια διάκριση που ο Καζαντζάκης άξιζε εκατό φορές περισσότερο, πήρα από εκείνον το πιο γενναιόδωρο απ΄ όλα τηλεγράφημα. Λίγο αργότερα κατάλαβα με τρόμο πως το μήνυμα αυτό ήταν γραμμένο λίγες ημέρες προτού πεθάνει. Μαζί του χάθηκε ένας από τους τελευταίους μεγάλους καλλιτέχνες. Είμαι από εκείνους που αισθάνονται και θα εξακολουθήσουν να αισθάνονται το κενό που άφησε”.
Ποιος ήταν , λοιπόν , ο Νίκος Καζαντζάκης; Και πώς μπορείς να ορίσεις τον άνθρωπο που διαφύλαξε μέχρι  το τέλος της ζωής του ως πολύτιμο θησαυρό την ελευθερία του πνεύματός του; Ο Νίκος Καζαντζάκης, την άνοιξη του 1947, όταν και ξεκινά ο Εμφύλιος Πόλεμος, θέτει από κοινού υποψηφιότητα με τον Άγγελο Σικελιανό για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Και αμέσως τίθεται  σε εφαρμογή ένας καλοκουρδισμένος μηχανισμός αγαστής διαπλοκής, που στόχο έχει να στερήσει από τον Έλληνα λογοτέχνη αυτή την ύψιστη τιμή… Ακαδημία, Εκκλησία, Πολιτικοί ξεκινούν έναν πόλεμο ύβρεων και χυδαιοτήτων, προκειμένου να ανακόψουν τον δρόμο του Καζαντζάκη για το Νόμπελ. Ο Σπύρος Μελάς, ακαδημαϊκός, δε θα διστάσει το 1951 να ταξιδέψει ως τη Σουηδία, όπου με τη συνεργασία του Έλληνα πρέσβη Ανδρουλή διέβαλαν τον Καζαντζάκη, κατηγορώντας τον για αθεϊα, κομμουνιστική ιδεολογία και διεφθαρμένες αντιλήψεις. Δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε αν ο Σπύρος Μελάς έδρασε μόνος του καθοδηγούμενος από την επίσημη πολιτεία. Και η Εκκλησία; Τον Φεβρουάριο του 1954 με έγγραφό της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατηγόρησε τον Καζαντζάκη για ιεροσυλία και ζήτησε να απαγορευθεί η κυκλοφορία των βιβλίων του « Καπετάν Μιχάλης», « Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», « Ο τελευταίος πειρασμός», υποστηρίζοντας ότι διασύρεται η Εκκλησία και προσβάλλεται μέσω αυτών η χριστιανική πίστη. Η Αρχιεπισκοπή Αμερικής δε καταδίκασε τα βιβλία ως άσεμνα και αθεϊστικά, ενώ το Βατικανό προέτρεψε να ριχτούν στην πυρά. Την ίδια στιγμή, το 1954, η Ιερά Σύνοδος απαιτεί τον αφορισμό του Καζαντζάκη…και στο σημείο αυτό το βιβλίο « Το χαμένο Νόμπελ» αποκαθιστά την αλήθεια, καθώς αφορισμός τελικά δεν υπήρξε…Τι συνέβη; Η ιεραρχία της Ελληνικής Εκκλησίας τον καταράστηκε με ένα βαρύ ανάθεμα , που ακολουθεί μέχρι σήμερα τον συγγραφέα ως στίγμα και βλασφημίας…Ως και η βασίλισσα Φρειδερίκη έσπευσε τον Ιανουάριο του 1954 να στείλει επιστολή, προκειμένου να μη δοθεί το Νόμπελ σε «ριζοσπαστικούς» Έλληνες, με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα έβλαπτε «την ειρηνική πολιτική των Αγγλοσαξόνων…».Όσο για τον πνευματικό χώρο, λίγοι ήταν αυτοί που στάθηκαν στο πλευρό του και τον υποστήριξαν, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Ευάγγελος Παπανούτσος, όπως  λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα,  ήταν και οι εκπρόσωποι της πολιτικής σκηνής, που τον στήριξαν, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Κων/νος Μητσοτάκης, ο Αλέξανδρος Σβώλος. Στον αντίποδα της ζοφερής ελληνικής πραγματικότητας, η Νορβηγία, η χώρα στην οποία τα βιβλία του εκδίδονταν και κυκλοφορούσαν ανεμπόδιστα. Η νορβηγική κυβέρνηση του πρότεινε να λάβει τη νορβηγική υπηκοότητα και διαβατήριο, ώστε να μετακινείται ελεύθερα, και η νορβηγική εταιρεία λογοτεχνών τον πρότεινε για Νόμπελ ομόθυμα…Ο Καζαντζάκης, όμως, αρνήθηκε…
Τ μετεμφυλιακά χρόνια η Ελλάδα βρήκε και ένα άλλο πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, το συγγραφικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Στην Ελλάδα του ΄50 με νωπές τις πληγές και τις μνήμες του Εμφυλίου και έντονη την ανάγκη κατηγοριοποίησης των ανθρώπων σε «καλούς» και «κακούς», «δυνατούς» και «αδύναμους», «νικητές» και «ηττημένους» το ελεύθερο πνεύμα του Καζαντζάκη τίθεται υπό διωγμόν, αφού αρνείται να υποταχθεί.
Αυτή η «περιπέτεια» του Νίκου Καζαντζάκη, η δεκαετής περίπου προσπάθειά του να κερδίσει το Νόμπελ αποτελεί τον κύριο θεματικό άξονα του βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα, χωρίς, όμως, να περιορίζεται μόνο σ΄ αυτό. Το «χαμένο Νόμπελ» του Καζαντζάκη στέκεται η αφορμή να ανοίξει μπροστά μας ένα κουτί πολύτιμων γνώσεων, από τον πολεμικό βιομήχανο Άλφρεντ Νόμπελ, που κληροδότησε όλη του την περιουσία για την καθιέρωση των βραβείων, επιδιώκοντας την εξιλέωση, τη βράβευση σημαντικών συγγραφέων όπως ο Χεμινγουέϊ, ο Έλιοτ, ο Καμύ, τον αποκλεισμό άλλων εξίσου άξιων όπως ο Ζολά, ο Τολστόι, ο Μπρεχτ, ο Κάφκα ως την Ελλάδα των εμφυλιακών και μετεμφυλιακών χρόνων με τις αντιπαλότητες, τις μικρότητες, τις διχόνοιες ακόμη και μεταξύ ανθρώπων του πνεύματος η γραφή του Κώστα Αρκουδέα ξετυλίγει ένα κουβάρι γεγονότων και προσώπων της εποχής εκείνης «ταξιδεύοντας» τον αναγνώστη στον χρόνο. Είναι βέβαια σαφές πως από την πλευρά του συγγραφέα έχει προηγηθεί διεξοδική έρευνα, για την ανάπλαση αυτής της περιόδου και αυτό επιβεβαιώνεται με το πλήθος  προσωπικών μαρτυριών, άρθρων, πληροφοριών, αποσπασμάτων από βιβλία και έγγραφα, επιστολών ,ιστοριών ανεκδοτολογικού περιεχομένου, τα οποία και  καθιστούν ταυτόχρονα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τη γραφή του βιβλίου. Στις 543 σελίδες πολλές φορές αιφνιδιάστηκα από δεδομένα που μέχρι πρόσφατα αγνοούσα όπως την υποψηφιότητα του Σουρή για Νόμπελ, την υποψηφιότητα ενός άγνωστου, φαντάζομαι όχι μόνο σε μένα λογοτέχνη, του Γιώργου Βουγιουκλάκη, τη σχέση του Μανόλη Αναγνωστάκη με τον Νίκο Καββαδία και πολλά ακόμη…Όλα αυτά τα συγκεντρωμένα στο βιβλίο στοιχεία δίνονται μ΄ έναν λόγο δοκιμιακό, αλλά είναι τέτοια η αλληλουχία των γεγονότων, η εξέλιξη τους που προσδίδει στο κείμενο έναν λογοτεχνικό αφηγηματικό χαρακτήρα και μια μυθιστορηματική πλοκή.
Αυτό ,επίσης, που μου προκάλεσε εντύπωση είναι ότι ο Κώστας Αρκουδέας δε δομεί το βιβλίο του σε ένα μανιχαϊκό μοντέλο, στην πάλη του καλού με το κακό. Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν αγιοποιείται ούτε αγιογραφείται…Ο συγγραφέας στέκεται με σεβασμό και ειλικρίνεια απέναντι στα «ψεγάδια», τις «γκρίζες ζώνες» που κάθε άνθρωπος φέρει, προσεγγίζοντας τον φερόμενο μισογυνισμό του, την επίμονη δημοσιοσχεσίστικη αλληλογραφία που ανέπτυξε με πρόσωπα και φορείς, τη στάση του κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου στην Ισπανία…Ο Κώστας Αρκουδέας ακολουθεί τη διαδρομή του Καζαντζάκη και την ίδια στιγμή τη ακολουθεί τη διαδρομή της χώρας μας. Το βιβλίο συνιστά κατά την άποψή μου και ένα ψυχογράφημα των νεότερων Ελλήνων. Η περίπτωση υπονόμευσης της υποψηφιότητας του Νίκου Καζαντζάκη από τους συμπατριώτες του φέρει στο φως, αποκαλύπτει και ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του λαού μας, την αναγωγή του μέτριου σε σημαντικό και τη διάθεση αποδόμησης, «αποκαθήλωσης» του άξιου, του σημαντικού, όταν αυτό δε χειραγωγείται, δεν «πατρονάρεται» και δε δέχεται να προσαρμοστεί στη «συνάφεια των πολλών». Ο καλοκουρδισμένος μηχανισμός υπονόμευσης της υποψηφιότητας του Νίκου Καζαντζάκη επιβεβαιώνει τη δολιότητα, τη μικροψυχία, την έλλειψη αξιοκρατίας, χαρακτηριστικά των Ελλήνων, που ενδεχομένως ερμηνεύουν πολλά από τα «κακώς κείμενα» της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Το 2017, 60 χρόνια μετά τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη, ορίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως έτος Καζαντζάκη, στη διάρκεια του οποίου μνημονεύθηκε και τιμήθηκε το έργο του σπουδαίου Έλληνα συγγραφέα. 60 χρόνια μετά τον θάνατό του τα βιβλία του εξακολουθούν να εκδίδονται, να μεταφράζονται, να διαβάζονται. Σύμφωνα με τη διεθνή εταιρεία φίλων του Νίκου Καζαντζάκη έχουν καταγραφεί πάνω από 1000 εκδόσεις των έργων του Καζαντζάκη σε πάνω από 40 γλώσσες. Το έργο του «νίκησε» τον χρόνο, κατάφερε να φθάσει ως σήμερα διασώζοντας και θυμίζοντας σε όλους μας την πάλη για την ελευθερία της ψυχής και του σώματος, την αντίσταση στο ευτελές, τη θετική σκέψη, την  ανάληψη της ευθύνης, αρχές που ακολούθησε ο συγγραφέας «στην αναφορική τάξη του βίου του». Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν κατάφερε να κερδίσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ακολούθησε, όμως, το δικό του όραμα και συνέχισε ως το τέλος της ζωής του να γράφει…Κατάφερε δε να «επιζήσει» τη στιγμή που οι διώκτες του βυθίστηκαν στη λήθη, τη στιγμή που οι ιεροκήρυκες του καλού δε ζήτησαν μία επίσημη συγγνώμη για την ηθική απαξίωση και την πολεμική εις βάρος του.
Και καθώς έγραφα αυτόν τον επίλογο, διαβάζω στο διαδίκτυο μια δήλωση του Πατριάρχη Αλεξάνδρειας, του Κρητικού Πατριάρχη Θεόδωρου Β΄ στην εκδήλωση του Συλλόγου Ελλήνων Επιστημόνων Αλεξάνδρειας την Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017: « Ο Καζαντζάκης ήταν ένας ταξιδευτής σ΄ όλη του τη ζωή. Γι΄ αυτό  και αισθανόταν τον εαυτό του σαν ένα πουλί, που δε τον χωρά η Γη, γιατί ήθελε να πετάξει, να γνωρίσει λαούς, να γνωρίσει θρησκείες», μία σπάνια αναφορά εκπροσώπου της Εκκλησίας στον  μεγάλο Έλληνα συγγραφέα. Και σκέφτομαι τον Νίκο Καζαντζάκη: « Και αυτή ΄ναι η αξία του ανθρώπου, να ζητάει και να ξέρει να ζητάει το αδύνατο, και να ΄ναι σίγουρος πως θα το φθάσει, γιατί ξέρει πως αν δε λιποψυχήσει, αν δεν ακούει τι του κανορχάει η λογική, μα κρατάει με τα δόντια την ψυχή του και εξακολουθεί με πίστη, με πείσμα να κυνηγάει το αδύνατο, τότε γίνεται τι θάμα, που ποτέ ο αφτέρουγος κοινός νους δεν μπορούσε να το μαντέψει: το αδύνατο να γίνει δυνατό»
 Σας ευχαριστώ.
 Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017
Σύλλογος Περί Βιβλίου Φιλιππιάδας
Ευγενία Μάστορα


   

Δεν υπάρχουν σχόλια: