...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

42.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

Το προξενιό
του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
Λέγαμε για την παρέα των τριών φίλων και το βραδινό κουβεντολόι τους εκείνο τον και ρό στο σπίτι μας. Να είναι έξω νύχτα σκοτάδι, να κάνει αέρα, και βροχή κι όλα τα ζωντανά, άνθρωποι και ζώα, να λουφάζουν παραδομένα στον πρώτο τους ύπνο και στο φτωχοκάλυβο να πηγαίνει η κουβέντα σύννεφο. Να έστηνες περαστικός, αργοπορημένος το αυτί σου απ’έξω, να απορείς και να σταυροκοπιέσαι. <<Μα τι ΄γινεται σ’αυτό το σπίτι, γιορτή έχουν κάθε βράδυ και δεν κοιμούνται, παρά κουβεντιάζουντου καλού καιρού, λες και δεν έχουν αυτοί προβλήματα.

Αιτία για την ακουστικότητα της κουβέντας που ξεπερνούσε τοίχους και πορτοπαράθυρα ήταν ο μπάρμπα Γιώργος, ο τρίτος της παρέας, με το δικό του ταμπεραμέντο και τις δικές του ατάκες. Εκεί που οι άλλοι δύο κουβέντιαζαν ήρεμα και χαμηλόφωνα, με το που ήρθε ο μπαρμπα Γιώργος οι συζητήσεις άναψαν και, φυσικά το θεματολόγιο διευρύνθηκε. Καινούριες ιστορίες, καινούριο ενδιαφέρον. Ο μπαρμπα Γιώργος το ‘τζουζε κι’όλας και, όταν ερχόταν, στην τσέπη του είχε μονίμως ένα μικρό μπουκάλι τσίπουρο από αποσταγμένο κούμαρο, δυναμίτη. Του το προμήθευε , έλεγε, ένας φίλος του πάνω από τη Νησίστα, τη Ροδαυγή.

Ήταν ευχάριστος τύπος ο μπαρμπα Γιώργος και είχε γούστο στην παρέα με το μονίμως εύθυμο πνεύμα και τις ατάκες του (ειχε και το πιοτό μερίδιο στην ευθυμία του). Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσε στην κουβέντα του ξέφευγε από το συνιθισμένο μέτρο της εποχής του. Περιείχε λέξεις που δεν τις περιλάμβανε το κοινό γλωσσικό μας ιδίωμα τότε. Ακούστε μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές που μπόρεσα να συγκρατήσω, εξαιτίας ακριβώς της πρωτοτυπίας τους και του ακαταλαβίστικου στο νοημά τους. Τι ακριβώς ήθελε να πει μόνο αυτός ήξερε υποθέτω. Έλεγε, για παράδειγμα, όταν ήθελε να σατιρίσει μια γυναίκα, μια κοπέλα, φαινομενικά φρόνιμη και σεμνή, μια σιγανοπαπαδιά καθώς λέμε, άκου τώρα χαρακτηρισμό περιγραφή :<<αγαπόρδο-μερακλοπόρδο, τα μαλλιά σαν Παναγία>>. Άντε τώρα εσύ, φίλε μου, να μου εξηγήσεις από πού προήλθε η ΄συνθεση της έκφρασης, τη στιγμή που εγώ  τόσα χρόνια από τότε δεν την ξανάκουσα από άλλο στόμα. Βέβαια, στο περίπου καταλαβαίνουμε κάπως, αλλά εκείνο το β΄συνθετικό στις σύνθετες αυτές λέξεις ποιος και πως το κόλλησε, όσο δεινός γλωσσοπλάστης και αν ήταν . Ή πάλι την έκφραση << Έχει η μάνα μας μαντίλια στην Άρτα>>, την άκουσε ποτέ κανείς σας; Ρωτάω , από περιέργεια μήπως είμαι ο μόνος μαζι με τους άλλους στην παρέα που την ακούσαμε. Ακόμα μια λέξη θα πω, την τελευταία, γιατί που να τις θυμάται κανείς όλες. <<Φιτσιόρλο>>, έλεγε μέσα-μέσα στη ροή της  κουβέντας και ανάθεμά με αν καταλάβαινα τι σήμαινε, που ξέχασα κιόλας σε ποια εννοιολογική περιοχή αναφερόταν από πλευράς έκφρασης, μπας και έπαιρνα μυρωδιά τι σήμαινε περίπου η λέξη.

Προφανώς, θα έλεγα, το θέμα να εντάσσεται στο γενικότερο ζήτημα με τη γλωσσική βαβέλ, την πολυγλωσσία του λεξιλογίου που χαρακτήριζε τη νεοελληνική μας γλώσσα μετά την Τουρκοκρατία εξαιτίας της αθρόας εισροής ξενότροπων γλωσσικών στοιχείων. Το θέμα χρίζει ασφαλώς ειδικής γλωσσικής μελέτης, γι’αυτό και το αφήνοιυμε. Θα περιοριστούμε σ’αυτό που είχαμε τονίσει προηγούμενα ότι δηλ. τους παλιούς, όπως τους γνώρισα εγώ, τους  χαρακτήριζε ένα είδος αυτόνομης έκφρασης και συμπεριφοράς, που τους διαφοροποιούσε από τους άλλους συγχωριανούς τους. Καθένας τους κουβαλούσε μαζί του το δικό του τύπο και τη δική του ιδιαιτερότητα ( πες και ιδιοτροπία) χωρίς να δίνει δεκάρα σημασία γιαυτο, μην τον κουτσομπολέψουν κλπ. Αφού όλοι σε ένα καζάνι βράζαμε ούτως ή άλλως. Φαινόμενο που χαρακτηρίζει τις μικρες κλειστές κοινωνίες .

Ποσώς λοιπόν, ένοιαζε και τον δικό μας εδώ μπαρμπα Γιώργο, αν οι ατάκες του και ο τρόπος του γενικά τύχαιναν της επιδοκιμασίας η όχι των άλλων, ίσα ίσα που οι συνομιλητές του ο μπαρμπα Κώστας και ο πατέρας μου το διασκέδαζαν κιόλας. Είπαμε, ήταν ευχάριστος τύπος ο μπαρμπα Γιώργος . Ήταν και κάποια χρόνια μεγαλύτερος κι αυτό του έδινε περισσότερο αέρα στην κουβέντα, συν και το πιοτό, φυσικά, το κούμαρο που του άναβε περισσότερο την εύθυμη διάθεσή του.

Επιμένω στους χαρακτήρες , παιδιά, και ίσως γίνομαι κουραστικός , σχολαστικός. Αλλά έτσι γίνεται το πράγμα, αν θέλουμε να είμαστε σωστοί στην κρίση μας, και όσο γίνεται πιο κοντά στην αλήθεια. Όχι με αφορισμούς και γενικεύσεις. Αυτού του τύπου οι κριτικές συνήθως τα βάζουν όλα, ξερά και χλωρά μαζί, σε ένα τσουβάλι και ο,τι ήθελε προκύψει. Έννοιες, όπως ανάπτυξη, πρόοδος, ή από την άλλη μεριά στασιμότητα, οπισθοδρόμηση – συνέβηκαν και συμβαίνουν ιστορικά ως αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης ατομικής και διασυλλογικής διεργασίας των διάφορων κοινωνικών ομάδων. Άλλο που εμείς βλέπουμε ανάγλυφα το αποτέλεσμα εξωτερικώς και κρίνουμε κατά το δοκούν αυθαίρετα και αβασάνιστα. Το πιο συνηθισμένο. Όχι όμως και το πιο σωστό, το πιο ωφέλιμο. Η κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά.
Για παράδειγμα οι χαρακτήρες των ανθρώπων δομούνται και χτίζονται χρόνια ολόκληρα, για να αποτελέσουν τελικά τον καθρέφτη της κάθε γενιάς και κατά τη γνώμη μου αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα, ένα κομμάτι από τον κοινωνικό κορμό της Παλιάς Φιλιππιάδας του χτες. Έζησα τα πράγματα και τα πρόσωπα, ώστε να μην αμφιβάλει κανείς τουλάχιστον για την αυθεντικότητα της μαρτυρίας μου.

Το θέμα που εκείνο τον καιρό μονοπωλούσε στο χωριό την επικαιρότητα ήταν ένα προξενιό που βρισκόταν σε εξέλιξη. Προξενιές γινόνταν συνέχεια τότε που τα ήθη ήταν πολύ αυστηρά. Οι γονείς απαγόρευαν στα κορίτσια τους οποιαδήποτε σχέση με τα αγόρια έξω από το στενό συγγενικό κύκλο. Ούτε ένα <<γεια>> και μια << καλημέρα>> δεν επιτρέπονταν να λέει το κορίτσι, χωρίς να προσέξει σε ποιον απευθυνόταν. Έπρεπε να δώσουν οι γονείς ην έγκριση πρώτα και ύστερα να ακολουθήσει ο γάμος στην περίπτωση που ερχόταν μια προξενιά. Αν δε συνέβαινε το αντίστροφο, να βάζουν οι γονείς πάλι κάποιον μεσάζοντα, έναν προξενητή, να μεσιτέψει στον υποψήφιο γαμπρό και την οικογένεια του για την κόρη τους και να τα πάλι, να στέλνει προξενιά στην οικογενεια της νύφης ο γαμπρός. Έτσι γίνονταν τότε οι περισσότεροι γαμοι.
Στην προκειμένη περίπτωση που μιλάμε εδώ, έτυχε ο γαμπρός να είναι συγγενής του μπάρμπα Γιώργου του ενός από την παρέα των τριών φίλων που ήξερε τα πράγματα από μέσα, ίσως και να τα κουβέντιαζε κιόλας. Να πούμε στο σημείο αυτό πως τόσο η υποψήφια νύφη όσο και ο υποψήφιος γαμπρός ήταν από τα καλύτερα και τα πιο όμορφα παιδιά του χωριού και όλοι εύχονταν να γίνει ο γάμος τους. Οι συζητήσεις όμως κωλυσιεργούσαν την υπόθεση και το αίσιο αποτέλεσμα δεν ερχόταν.

Στο ίδιο μήκος κύματος με τον πολύ κόσμο ήταν και οι δυο φίλοι του μπάρμπα Γιώργου , ο πατέρας μου και ο μπάρμπα Κώστας, αλλά στις βραδινές συζητήσεις στο σπίτι μας απέφευγαν να κάνουν την παραμικρή νύξη σ ‘αυτόν για το θέμα σεβόμενοι την ιδιαιτερότητα του πράγματος. Έτσι κυλούσε ο καιρός και λευκός καπνός, σημάδι για την ευτυχή κατάληξη της υπόθεσης, δεν έβγαινε. Το πράγμα φαινόταν πως είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Κρίμα για την κοπέλα που ήταν στο αδύνατο μέρος και ένα αποτυχημένο συνοικέσιο δεν ήταν ό,τι καλύτερο γι’ αυτήν. Αυτά ίσχυαν τότε, να εξηγούμαστε.
Οπότε σε κάποια στιγμή ο μπάρμπα Κώστας με τον πατέρα μου αποφάσισαν οι δυο τους να παρέμβουν και να διευκολύνουν διακριτικά τα πράγματα. Θα δείτε πως.

Εκείνο το βράδυ, αφού διαπιστώθηκε η απαρτία – έπρεπε να είναι παρόντες και οι τρεις της παρέας ειδικά για την περίσταση- και μετά τα συνηθισμένα <<πως νυχτώσατε, πως περάσατε κλπ.>>, σε κάποια στιγμή πήρε το λόγο ο πατέρας μου και είπε (ήταν μέσα στο σχέδιο η αποστροφή, η αλλαγή κατεύθυνσης της κουβέντας) <<Τώρα το βραδάκι που γύριζα από την αγορά για το σπίτι, συνάντησα στην άκρη του δρόμου ένα κύριο, της ηλικίας μου ήταν, να στέκεται όρθιος δίπλα σ ’ένα αμάξι, μια κούρσα, και να παρατηρεί το δρόμο. Καθώς εγώ περνούσα με σταμάτησε και με ρώτησε να του ειπώ ποια ήταν η κοπέλα που μόλις είχε προσπεράσει και απείχε λίγα μέτρα από εμάς. Αυτή η λυγερόκορμη ξανθιά, ψηλή σαν κυπαρίσσι, η όμορφη με τα γαλανά μάτια, μου είπε χαρακτηριστικά.

Γύρισα εγώ και κοίταξα προς τη μεριά της κοπέλας μπροστά μας που βάδιζε αμέριμνη, χωρίς να υποπτεύεται πως μιλούσαμε γι’ αυτήν. <<Του είπα, ποια είναι, συνέχισε ο πατέρας μου. Είναι η τάδε κοπέλα, θυγατέρα του τάδε κλπ.>>
Εκείνος στάθηκε για κάμποσο και παρατηρούσε την κοπέλα, καθώς αυτή απομακρυνόταν. Ύστερα στράφηκε προς το μέρος μου και μου λέει << Πρώτη φορά βλέπω τόσο όμορφη κοπέλα. Εγώ, κύριε, μου είπε, είμαι από την Κόνιτσα, γεωπόνος, και λέγομαι Νικολόπουλος. Λοιπόν, αποφάσισα αυτήν την κοπέλα να την πάρω νύφη μου στο γιο μου που είναι κι αυτός γεωπόνος. Αύριο κιόλας Σάββατο το απόγευμα θα έρθουμε να τη ζητήσουμε από τους δικούς της>>.
Ακολούθησε μια βαριά σιωπή. Πρώτος μίλησε ο μπάρμπα Κώστας << Τι λες μωρέ, έτσι είπε πως θα ζητήσει αύριο την κοπέλα σε γάμο; Mπράβο τυχερό!>>. Όλα ήταν μέσα στο σχέδιο.

Ο μπάρμπα Γιώργος στο μεταξύ τσιμουδιά, παρά έδειχνε βαθιά συλλογισμένος. Όπου σε κάποια στιγμή εντελώς απρόοπτα σηκώθηκε να φύγει. << Πού πας, αφέντη, του είπε η μάνα μου από δίπλα, ακόμα δεν ήρθες και φεύγεις>>. Αφέντη, τον αποκαλούσε η συγχωρεμένη η μάνα μου τον μπάρμπα Γιώργο από σεβασμό, σαν μεγαλύτερος που ήταν και σαν μακρινοί συγγενείς που ήμαστε και η ίδια είχε έρθει νύφη από τον Αη-Γιώργη, το διπλανό χωριό παραπάνω. Συνήθιζαν αυτή την προσφώνηση οι γυναίκες του παλιού καιρού. Από σεβασμό είπαμε. Εκείνος έδειχνε αμετάπειστος. << Θα πάω σπίτι να ξαπλώσω, είμαι κουρασμένος, έχω και ένα πόνο εδώ στη μέση. Καληνύχτα σας>>, και στη στιγμή έφυγε.

Οι άλλοι δύο πίσω κοιτάχτηκαν στα μάτια. <<Λες;>>, ήταν το ερώτημα, καταλαβαίνετε τώρα. Τα πράγματα εξελίχτηκαν κατά το σχέδιο. Το άλλο κιόλας βράδυ, Σάββατο ήταν, ο μπάρμπα Γιώργος ήρθε πρώτος και καλύτερος στην παρέα με άλλον αέρα. Ήταν ολοφάνερη η αλλαγή. Η πρώτη του κουβέντα ήταν, απευθυνόμενος στον πατέρα μου. << Να πας να πεις αυτουνού του Νικολόπουλου να ψάξει αλλού για νύφη στο παιδί του. Σήμερα κόψαμε λόγο με τον συμπέθερο και τα παιδιά μας άλλαξαν δαχτυλίδια στην Άρτα στο χρυσοχοείο.>>

Η αποκωδικοποίηση τώρα. Ένα τέχνασμα, παραμύθι, ήταν τα περί συνάντησης του πατέρα μου και η κουβέντα με κάποιον Νικολόπουλο από την Κόνιτσα, λέει. Μια επινόηση, αρκετή να βάλει σε σκέψη την από εδώ μεριά του συνοικεσίου και να λυθεί έτσι ο γόρδιος δεσμός. Η κοπέλα ήταν τόσο καλή και όμορφη, όπως και το παλικάρι, και ήταν κρίμα, είπαμε να χαλάσει η προξενιά. Απόδειξη ότι τελικά ο γάμος έγινε και οι δύο νέοι αποτέλεσαν στη συνέχεια ένα θαυμάσιο αντρόγυνο. Έφκιαξαν μια ωραία οικογένεια και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Σαν πως κλείνουν τα παραμύθια με ευτυχισμένο τέλος. Η επιβράβευση και η νίκη του Καλού ενάντια στο Κακό. Αυτό είναι άλλωστε το επιμύθιο, το κλασικού τύπου δίδαγμα που συμπυκνώνει το περιεχόμενο μιας φανταστικής είτε πραγματικής διήγησης , όπως είναι το παραμύθι. Κάπως έτσι πλάστηκαν τα παραμύθια σ ’αυτόν εδώ τον κόσμο, επί τω σκοπώ να τέρψουν και να παρηγορήσουν, να δώσουν θάρρος και ελπίδα στον δοκιμαζόμενο από ταλαιπωρίες και βάσανα άνθρωπο. Μήπως και η ζωή του καθενός μας τελικά δε μοιάζει, δεν είναι ένα παραμύθι; Για σκεφτείτε το λιγάκι. Κι όσο για τα φανταστικά στοιχεία, των παραμυθιών, οι δράκοι και οι μάγισσες, μήπως, λέω, δεν είναι και τόσο φανταστικά μέσα στους ίδιους μας τους φόβους και μέσα στο συμβολισμό τους.
Δεκέμβριος 2017
Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Καλησπέρα Μιλτιάδη έχεις κάποιο video ή κάποιες φωτογραφίες από τα Θεοφάνια στην Π. Φιλιππιαδα ;

filoiko είπε...

https://filoiko.blogspot.gr/