Ζωντανή σύνδεση με φωλιά στην Φιλιππιάδα

...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

43.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

                                          Και μια άλλη προξενιά
του Μιλτιάδη.Δ.Κωστάκου
Αφού κάναμε λόγο για προξενιές,να το συνεχίσουμε.Να πούμε και για μια άλλη προξενιά,ένα άλλο προξενιό καθώς λέγεται κι έτσι.
Εχει γούστο το πράγμα,δηλ.είναι και διασκεδαστικό.Διασκεδαστικό όσο μπορεί να πει κανείς μια καθ όλα σοβαρή υπόθεση,όπως είναι η προξενιά,αλλά που στην εξέλιξη και την πλοκή της πολλές φορές βγάζει και γέλιο.Ακούστε, παιδιά,να το καταλάβετε απαξ δια παντός.Στη ζωή τίποτε δεν είναι αστείο,όλες οι υποθέσεις είναι σοβαρές,σοβαρότατες.Αλλο που στο τέλος κάποιες φορές καταντούν αστείες,εύθυμες και κωμικές.Αλίμονο,να ήταν η ζωή ένα διαρκές αστείο.Το φαντάζεστε;
Ούτε επινόηση είναι το αστείο,τοεύθυμο.Απλά είναι μέσα στη φύση του ανθρώπου ν’αποζητάει μια διέξοδο,να ξεφύγει από τη δραμοτικότητακαι τη συναισθηματική φόρτιση,εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων που καθημερινά αντιμετωπίζει.Εκεί στο όριο που κοντεύεις να πλαντάξεις από την ένταση των στιγμών,συμβαίνει απρόοπτα συνήθως να ανατρέπεται άρδην η κατάσταση προς το ευχάριστο,και τότε κυριολεκτικά λύνεται το αδιέξοδο και οι φόβοι διαλύονται.Τότε σε πλημμυρίζει μια ευχάριστη διάθεση και ξεσπάς σε γέλια.Γελάς με τους άλλους, ακόμα και με τον ίδιο τον εαυτό σου.
Λέω εγώ τώρα μια εκδοχή,γιατί υπάρχουν κι άλλες πιο κοντά στην αλήθεια.Θέλω να πω πως το γέλιο και η σοβαρότητα πάνε μαζί ζευγάρι-κλωνάρι,πουλέμε,στηζωή.Πάνωσ’αυτό το μοτίβο των αλλεπάληλων αντιθέσεων συντίθεται και δομείται η ζωή.Μια στο ζεστό και μια στο κρύο,μια στο σοβαρό και μια στο αστείο και ούτω καθεξής.Εχει πολύ βάθος το πράγμα καθώς η ζωή είναι ένα ασύλληπτο μυστήριο.
Που βρίσκεται τώρα,θα πεις το αστείο σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση,όπως είναι η προξενιά;Που ο σκοπός της είναι εν πρώτοις ιερός καθώς αποβλέπει στην ένωση δύο ανθρώπων,άντρα και γυναίκας,<<εις σάρκα μία>>,κατά την πασίγνωστη ευαγγελική ρήση.
Να μη λέμε πάλι τα ίδια,θεωρίεςκλπ.Θα το δείτε ευθύς αμέσως στο περιστατικό που ακολουθεί με θέμα την προξενιά του πατέρα μου.
Επέλεξα τον πατέρα μου ως κέντρικοήρωα,γιατί ξέρω την ιστορία από πρώτο χέρι,από τις διηγήσεις του ίδιου αλλά και της μάνας μου,όπως μου τα αφηγήθηκε και αυτή από τη δική της πλευρά.Πληροφορίεςδηλ.διασταυρωμένες και ως εκ τούτου αληθινές πέρα για πέρα.
<<Πατέρα,για πες μας,πως παντρεύτηκες με τη μάνα.Φαντάζομαι με προξενιά,απ’ότι κατάλαβα από τα λίγα σκόρπια που μας λέτε κατά καιρούς>>.Θυμάμαι,τον είχα ρωτήσει κάποτε.Περιέργεια και ενδιαφέρον του παιδιού να γνωρίσει τους γεννήτορές του καλύτερα μιας και αποτελούσαν αναπόφευκτα ένα κομμάτι της υπαρξήςτους,ξεχωριστό και άγνωστο εκ των πραγμάτων.Ολοι θελήσαμε κάποτε να μάθουμε για τους γονείς μας στο διάστημα πριν εμείς γεννηθούμε,που ήμασταν δηλ. στην ανυπαρξία.Δίπλα παρακολουθούσε  την κουβέντα η μάνα και έγνεθε τη ρόκα στο λιγοστό χρόνο που είχε την πολυτέλεια να κάθεται και να ησυχάζει από τις δουλειές του σπιτιού και στο χωράφι.
Και ο πατέρας άρχισε.
Πράγματι με προξενιά είχε γίνει ο γάμος.Ηταν ένας γείτονάς του που τον προξένεψε στην οικογένεια του πεθερού του,την αδερφή της γυναίκας του,και έγιναν μετά μπατζανάκια οι δυο τους.Κατά το τυπικό,μετά τις τυπικές προεργασίες από τις δύο πλευρές το πράγμα προχώρησε και από εδώ τη Φιλιππιάδα (είδατε,δε λέω τώρα την Παλιά Φιλιππιάδα αλλά τη Φιλιππιάδασκέτο,σημάδι πως  στη συνείδηση όλων σιγά-σιγά γενικεύεται και διευρύνεται η γεωγραφική έννοια περί καταγωγής) ξεκίνησε εθιμοτυπικά η πρεσβεία, ας πούμε,μια αντιπροσωπεία αποτελούμενη από τους γονείς του γαμπρού,του πατέρα μου δηλ.,τον ίδιο τον γαμπρό και τον προξενητή,φυσικά,τονενδιάμεσο,τον διαμεσολαβητή στην υπόθεση.ΣτονΑηΓιώργη,το χωριό δίπλα,τόπο καταγωγής της μάνας μου,έγινε η κουβέντα.Πριν ογδόντα τόσα χρόνια λέμε τώρα,για να καταλάβουμε.
<<Την έιχες δει εσύ,πατέρα,από πριν τη νύφη,την κοπέλα δηλαδή;>>τον διέκοψα εγώ.<<Όχι,μουαπάντησε,πρώτη φορά την έβλεπα>>.<<Εσύ, μάνα>>,τη ρώτησα γυρίζοντας προς το μέρος της.<<Μπα,που να τον έβλεπα,κοπέλαεγώ.ΗΦιλιππιάδα έπεφτε μακριά τότε>>.
-Σου άρεσε,μάνα,ο πατέρας όταν τον πρωτοείδες;
-Να σου πω,όχι και τόσο.Αλλά τι να έκανα,έπρεπε να παντρευτώ,να ξεφύγω από το χωριό,όπου δεν είχε καμιά προκοπή.Ασε που μπορεί να έμενα στο ράφι,ανύπαντρηκαι ήταν και η άλλη αδερφή πιο κάτω μικρότερη που πλησίαζε κι αυτή στην ηλικία της παντρειάς.
-Εσένα, πατέρα,σου άρεσε τότε η μάνα ως μέλλουσα γυναίκα σου;Να μας πεις την αλήθεια.(Ημουν αρκετά μεγάλος για να ξεχωρίζω κάποια πράγματα).
-Μου άρεσε,είπε ο πατέρας μονολεκτικά.
Η κουβέντα σιγά-σιγά έφτασε στο ψητό,στο<<δια ταύτα>>,στην προίκα.Ολαηταν τακτοποιημένα με τη σειρά,εθιμοτυπικά.
<<Δίνω, είπε ο (μετέπειτα) πάππος μουεκ μητρός αυτά κι αυτά κι απαρίθμησε το προικιό ένα-ένα το κάθε είδος.Ετούτο,εκείνο,το άλλο κι ένα-δυο στρέμματα ξεροχώραφο πέρα κατά το Παλιοχώρι,που τελικά η μάνα μου δεν το πήρε,το άφησε για τους άλλους πίσω.
Ποιος λογάριαζε ωστόσο την προίκα.Ο πατέρας μου το είχε ήδη αποφασίσει.Εβλεπε όμως τον πατέρα του,τον διαπραγματευτή να πούμε κάπως διστακτικό,υπολογιστικό.Ηταν φανερό πως η προίκα δεν τον είχε ενθουσιάσει τον πάππο.Γιαχρήματα,λίρες και τέτοια δεν έγινε λόγος.Η από κει μεριά το ξέκοψε από την αρχή.Λεφτά δεν υπάρχουν είπε ο συμπέθερος στον ομόλογό του από εδώ και δεν ακούστηκε καλά ο λόγος.Αλλά τέλος πάντων,όλοι φτωχοί ήταν εκείνο τον καιρό.Ταλεγε ο πατέρας αυτά τα πράγματα,πωςδηλ.εξελίχτηκετο διαπραγματευτικό μέρος της συζήτησης με λεπτομέρειες.Που να τις θυμάμαι ακριβώς ύστερα από τόσα χρόνια.Αλλωστε τα επιβεβαίωνε και η μάνα μου από δίπλα.Τέλοςπάντων,ο πάππος μου από εδώ τελικά εδέησε να δώσει τη συγκατάθεσή του.Είπε το <<ναι,να γίνει η δουλειά>> κι αυτό ήταν.Σε όλο το διάστημα που κράταγαν οι συζητήσεις,ο πατέρας όλο και έσπρωχνε τα πράγματα προς τη θετική κατεύθυνση με τον ένα και τον άλλο τρόπο.Αλλά προσεχτικά να μη προσκρούσει στην αδιαλλαξία και την απροθυμία του ιδιότροπου,καθώς είπε πατέρα του,ο οποίος εδώ που τα λέμε ήταν ο κύριος διαπραγματευτής και δεν το’χε σε τίποτε ν’ανάψει σε κάποια στιγμή και να τινάξει όλα στον αέρα.Κάτι το οποίο ως δυσάρεστη προοπτική είχε απομακρυνθεί μέχρι που η συζήτηση έβαινε προς αίσιο πέρας.Ηταν λίγο ιδιότροπος και απότομος ο πατέρας ,θα μας έλεγε στα κατοπινά χρόνια ο πατέρας μου,καλός-καλός αλλά όταν έπαιρνε ανάποδες στροφές ήταν ικανός να τα κάνει μαντάρα.Τέλος καλό όλα καλά.Εκοψαν λόγο οι συνομιλητές κι έδωσαν τα χέρια.Οδιαολάκος όμως που όλη την ώρα παρακολουθούσε αμέτοχος στην άκρη,εκεί που τον είχαν καταδικάσει όλοι στη σιωπή,δεν είχε πει τον δικό του,τοντελευταίο,λόγο.Περίμενε,φαίνεται υπομονετικά να του έρθει η σειρά και να βάλει την ουρά του χτυπώντας την κατάλληλη στιγμή.Τηνώρα,λοιπόν,που όλοι είχαν σηκωθεί από το τραπέζι ευχαριστημένοι από την αίσια κατάληξη της κουβέντας και εν μέσω αμοιβαίων ευχών και αντευχών ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν,τότε χτύπησε ο διαολάκος που είπαμε.Με θράσος και ιταμότητα τρύπωσε μέσα στο μυαλό του πάππου μου απ’εδώ,τον εκ πατρός,την ιδέα ως κατακλείδα,να ρωτήσει ως επισφράγιση της συμφωνίας:
<<Συμπέθερε,(σε τέτοιο βαθμό οικειότητας είχαν φτάσει κιόλας τα πράγματα)-είπαμε ο διαολάκος-μη ξεχάσεις την αγελάδα που συμφωνήσαμε>>.Τι ήταν και το’λεγε,τον έτρωγε ο στόμας του.<<Μα δεν είπα τέτοιο πράγμα>> διαμαρτυρήθηκε ο άλλος.
Από εκεί και ύστερα η κουβέντα ξέφυγε.Πες ο ένας,πες ο άλλος,κανένας δεν έκανε πίσω.Αγύριστα κεφάλια και οι δυο τους.
<<Τελικά ποιος είχε δίκιο;>> ρώτησα τον πατέρα και τη μάνα.Δεν ήξεραν και οι ίδιοι να πουν με βεβαιότητα.<<Είπαν τόσες κουβέντεςγια πολλή ώρα,που να τις θυμόμασταν>>.Ηταν η απάντηση και των δυονών.
Μέσα σε βαρύ κλίμα η αντιπροσωπεία αποχώρησε για τη Φιλιππιάδα.Το ναυάγιο είχε συντελεσθεί.
Απ όλους ο πιο στενοχωρημένος και ο πιο προβληματισμένος ήταν ο πατέρας μου,ο γαμπρός κατ εκείνη τη συζήτηση
-Ρε πατέρα ,του είπα εγώ τότε,γιατί δεν πάταγες κι εσύ ποδάρι να σταματήσει ο πάππος την απαίτησή του,αφού για σένα γινόταν η δουλειά και όχι για κείνον;Θράσος παιδικό και άγνοια των κανόνων από μέρους μου.
-Δε θα γινόταν τίποτε.Απάντησε ο πατέρας.Ισα-ίσα που θα χειροτέρευαν τα πράγματα.Βάραινε πολύ η γνώμη των πατεράδων εκείνα τα χρόνια σε τέτοιες περιπτώσεις.
-Τότε.Ατάκα από κοντά η ερώτηση.Πωςεφκιαξαν τα πράγματα;
-Κοίταξε να δεις,μου είπε ο πατέρας.Το σκέφτηκα πολύ το πράγμα.Ηξερα το χαρακτήρα του πατέρα μου,δεθα’κανε με τίποτε πίσω.Ο μόνος τρόπος που απέμενε ήταν η διπλωματία.Ενα γελάδι ήταν η διαφορά.Είχα κάτι οικονομίες,δανείστηκα από δω και από εκεί τα υπόλοιπα χρήματα και πήγα ο ίδιος στον Αγιώργη κρυφά στο σπίτι του μέλλοντα πεθερού μου.Πάρε,τουείπα,αυτά τα χρήματα που κοστίζει μια γελάδα και πήγαινε στον πατέρα μου και δωσ’τα του να τελειώσει η δουλειά.Είναι κρίμα και αμαρτίανα χαλάσει ο γάμος για μια γελάδα. Δέχτηκε.Είχε κι εκείνος πρόβλημα.Δεν παντρεύονταν εύκολα τα κορίτσια τότε χωρίς το δέλεαρ μιας σεβαστής προίκας.Κάτι για το οποίο δεν μπορούσε να καυχηθεί ο πεθερός μου τότε,που η προίκα που έταξε στη θυγατέρα του ήταν περίπου ασήμαντη,αν όχι και αποτρεική για τον κάθε επίδοξο γαμπρό.Είπε ο πατέρας χρόνια αργότερα.
Τα λέω εγώ τώρα αυτά τα λόγια με το δικό μου τρόπο.Ομως σεβόμενος τα ίδια τα πρόσωπα που μνημονεύω,προπάντων την ιστορική αλήθεια,χωρίς παραλλαγές και παρεμβάσεις.Προς τι άλλωστε;Είναι μαστόρισσα η ζωή.Πρώτα πλάθει τους χαρακτήρες των ανθρώπων και ύστερα τους μπλέκει σε ιστορίες και χορεύουν σε όποιο σκοπό αυτή θέλει.<<Εσύ μάνα της είπα,σε όλη αυτή τη φασαρία,τιέκανες,τι είπες;>>
<<Εγώ τι να έλεγα,παιδίμου,δε ρωτιούνταν τα κορίτσια σε τέτοια θέματα.Τον γαμπρό τον διάλεγαν οι γονείς και περισσότερο ο πατέρας.Οτι έλεγε εκείνος θα γινόταν.Το μόνο που έχω εγώ να πω είναι τούτο.Οταν τελικά έφκιαξε η δουλειά με φώναξε η συχωρεμένη η μάνα μου και ορθα-κοφτά μου είπε τα εξής λόγια.Θα παντρευτείς αυτόν από την Φιλιππιάδα,σερωτάω,λοιπόν για τελευταία φορά.Το σκέφτηκες καλά,σου άρεσε ο γαμπρός;Γιατί εμένα δεν μου πολυάρεσε.Κοίτα να δεις, μάνα,της είπα τότε εγώ.Θα τον πάρω να παντρευτώ,τι να κάνω αλλιώς.Το χωριό εδώ δεν έχει καμιά προκοπή,ενώ στη Φιλιππιάδα κάτω είναι αλλιώς τα πράγματα,θα μπορέσουμε να δουλέψουμε να ζήσουμε την οικογένεια.
-Ακου ‘δω του ειπώ και βαλ’το καλά στο μυαλό σου.Αμαπαντρευτείς,το βλέπεις κάτω χαμηλά τοτάμι πέρα στο, δρόμο μη τυχόν και μετανοιώσεις κι έρθεις μετά στο σπίτι εδώ στο χωριό να βρεις αποκούμπι.Να πέσεις στο ποτάμι και να πνιγείς.Πρόσεξε.
Ετσι φίλοι μου,έγινε ο γάμος του πατέρα και της μάνας μου.Αν βγάλετε τις συγκεκριμες ονομασίες τόπων και προσώπων,θα δείτε τέ σαν σε αντανάκλαση έναν χαρακτηριστικό,έναν τυπικό γάμο από τους συνηθισμένους γάμους της παλιάς εποχής εδώ στην επαρχία, στην περιοχή μας στα χρόνια που μιλάμε .Καμιά υπερβολή και καμιά σάλτσα από μέρους μου. Μόνο η δική μου έκφραση, ο δικός μου τρόπος. Όπως αυτός αναπόφευκτα διαμορφώθηκε από τα πράγματα. Κι όσο για το αστείο του πράγματος που λέγαμε στην αρχή, το είδατε αυτό πώς δημιουργήθηκε στην εξέλιξη της υπόθεσης. Συγκρούστηκαν η ξεροκεφαλιά και η πονηριά του ομηρικού Οδυσσέα και ο κόμπος λύθηκε ως δια μαγείας. Ούτε φωνές και φασαρίες, αναίμακτα.
Απλοί άνθρωποι οι ήρωες, απλά συνηθισμένα περιστατικά του καθημερινού βίου, αποτέλεσαν το υλικό στην ιστοριούλα μας εδώ. Αλλά πόσο διδακτικά και χρήσιμα. Και εύθυμα, μην το ξεχνάμε αυτό.
                                                                                                          Γενάρης 2017
                                                                                  Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος


Δεν υπάρχουν σχόλια: