...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

46.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα.

Ήταν και ο Καζαντζίδης. ΄
 του Μιλτιάδη.Δ.Κωστάκου  

Που κολλάει τώρα θα πείτε το πράγμα. Τι δουλειά έχει η Παλιά Φιλιππιάδα που περιγράφω εγώ με τον Καζαντζίδη. Ένας τραγουδιστής από τη μία και ένα χωριό από την άλλη. Καμία σχέση μεταξύ τους, εξωτερικώς, περί καταγωγής ή άλλης διασύνδεσης. Με άλλα λόγια ταιριάζει εδώ το λεγόμενο, τι σχέση έχει ο φάντης με το ρετσινόλαδο. Θα ταίριαζε, αν δεν ήταν η αλήθεια καταλύτης ανάμεσά τους σε βάθος. Μάρτυρας εγώ που τα έζησα αυτά τα πράγματα και τα ενωτίσθηκα, τα αφουγκράστηκα, δηλ. εκ βαθέων. Ένας συνδυασμός, με την κατ΄αίσθηση, βίωση του πράγματος και την κατά νόηση ωριμότερη αντίληψη περί ζωής. Ό,τι πρέπει για την αυθεντικότερη πιστοποίηση μιας αλήθειας.

Ο Καζαντζίδης ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη εποχή. Θέτω επί τούτο προκαταβολικά το ερώτημα. Ο άνθρωπος φτιάχνει την εποχή του ή η εποχή τον άνθρωπο;
Για την περίπτωσή μας, η εποχή έφτιαξε τον τραγουδιστή με τα συγκεκριμένα του χαρακτηριστικά ή ο τραγουδιστής διαμόρφωσε με τον ένα και τον άλλο τρόπο την εποχή του;
Φυσικά, τηρουμένων των αναλογιών, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις εκάστοτε περιστάσεις και τις άλλες όποιες συγκυρίες. Μην πάει δηλαδή ο νους μας σε ακραίες εθνικές είτε κοινωνικές καταστάσεις, όπου ο ρόλος κάποιων προσώπων, ιδιαίτερα προικισμένων, βαραίνει ιστορικα περισσότερο στη σχέση ανάμεσα στην εξουσία και το λαό. Δε μιλάμε εδώ για εθνομάρτυρες και ήρωες, όπως αυτό μπορεί κατά περίπτωση να συμβαίνει. Όχι. Αλλιώς πως έχουν τα πράγματα με τον Καζαντζίδη.  

Ήταν η εποχή μετά την Κατοχή και τους πολέμους, τη δεκαετία του ΄50 και ύστερα. Όπου η φτώχεια και η κοινωνική δυστυχία ήταν ένα καθημερινό φαινόμενο. Ανεργία, πείνα, βιοπάλη, εκμετάλευση και αδικία. Καταστάσεις δηλαδή οριακές, που δοκιμάζονται οι αντοχές ενός ολόκληρου λαού, καθημαγμένου από τα χειρότερα κακά της μοίρας του. Πουθενά φως στον ορίζοντα, μια ελπίδα για ανάκαμψη, για καλυτέρευση. Σε τέτοιες περιπτώσεις γονατίζει ο άνθρωπος, αναζητά ένα στήριγμα, μια παρηγοριά, δύο λόγια έστω κατανόησης και συμπαράστασης.

Τότε είναι που μέσα στην ανθρώπινη ψυχή γεννιέται το τραγούδι, σαν ξέσπασμα, σαν κλάμα και μοιρολόι. Τέτοιες στιγμές γεννήθηκαν οι μεγάλοι ποιητάδες και τραγουδιστάδες σε κάθε δοκιμαζόμενο λαό, οι επωνομαζόμενοι και βάρδοι, τόσο για την απήχηση στο κοινό αίσθημα όσο και γιατί ενσάρκωσαν τους ανεκδήλωτους τους ανέκφραστους πόθους του. Λίγοι, είναι αλήθεια, είχαν το προνόμιο αυτό στην ιστορία των λαών, ώστε να γίνουν σύμβολα. Περίπου σε μια τέτοια μοίρα ο ελληνικός λαός κατέταξε τον Καζαντζίδη. Όχι βέβαια ως εθνικό ήρωα. Είπαμε, τηρουμένων των αναλογιών. Σίγουρα όμως ως τον τραγουδιστή που τραγούδησε τους καημούς και τα βάσανά του σε εθνικό πλέον επίπεδο.
Καθώς διέθετε μια προικισμένη φωνή και προερχόμενος ο ίδιος από τα πιο χαμηλά και τα πιο αδικημένα λαϊκά στρώματα, από νωρίς ταυτίστηκε με το λαό και κατά κάποιο τρόπο έγινε η φωνή του. Ήταν, όπως είπαμε, και οι περιστάσεις τέτοιες, κοινωνικές και οικονομικές, που ευνόησαν το είδος του τραγουδιού που αντιπροσώπευε ο Καζαντζίδης, το λαϊκό δηλαδή τραγούδι, ώστε να αληθεύει ο λόγος ''ο κατάλληλος άνθρωπος την κατάλληλη ώρα''.  

Κοντά στα άλλα, λίγο αργότερα, με το που έσκασε η δεκαετία του ΄60, άρχισε το έπος της Γερμανίας, όταν εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων εργατών μετανάστευσαν προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Τώρα προστέθηκαν η πίκρα και ο πόνος της ξενιτιάς, ο αγιάτρευτος καημός του ξεριζωμού από την πατρική γη. Ο Καζαντζίδης ανέλαβε να παρηγορήσει με τα τραγούδια του τον αβάσταχτο καημό. Στην πορεία και μέσα σε τόσο δύσκολες συνθήκες ο τραγουδιστής αναδείχτηκε στον ιδανικότερο εκφραστή των πόθων και των ελπίδων ενός ολόκληρου λαού, ο οποίος περνούσε από μια άλλη εθνική περιπέτεια στη νεότερη ιστορία του.

Tώρα πως μπαίνει η Παλιά Φιλιππιάδα στην ιστορία αυτή.

Τα όσα ακολουθούν αποτελούν δικές μου εκτιμήσεις απο προσωπικά βιώματα σχετικά με την εποχή που μιλάμε. Γιατί η περίπτωση του Καζαντζίδη, είναι αλήθεια, δε μελετήθηκε σε βάθος και πλάτος αρκετά, ώστε να αποτιμηθεί η γενικότερη προσφορά του. Είναι σχετικά νωρίς και νωπές ακόμα οι μνήμες από το θάνατό του για κάτι τέτοιο. Άλλο θέμα αυτό. Εμείς εδώ θα περιοριστούμε στα δικά μας.

Ποια ήταν, λοιπόν, η Παλιά Φιλιππιάδα την εποχή που μιλάμε, δεκαετία του ΄50. Θα χρειαστεί να δώσουμε γι΄αυτό μια εικόνα από τον κοινωνικό περίγυρο για να κατανοηθούν οι ιδιαίτερες συνθήκες που προετοίμασαν τις καινούριες αλλαγές τον καιρό εκείνο. Ήδη έχει γίνει αρκετός ο λόγος σχετικά με το θέμα έως τώρα στα γραφόμενα μου. Όλα συνοψίζονται στις από νωρίς διαφαινόμενες ελευθερίες, αρχικά στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο αλλά, το σπουδαιότερο στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.
Η παλιά τότε γενιά είχε πέσει στην πιο βαθιά περισυλλογή, μπερδεμένη στις σκέψεις και στα άλλα ηθικά και ιδεολογικά της διλήμματα, καθώς οι επιλογές της αποδείχθηκαν τουλάχιστον αναποτελεσματικές και μέχρι σημείου ανεπαρκείς για να λύσουν το συνολικό πρόβλημα. Επομένως για την καινούρια γενιά του ΄30, του ΄40 και του ΄50 ο δρόμος ήταν ανοιχτός στην αναζήτηση του νέου τρόπου ζωής. Το περίφημο χάσμα των δύο γενεών ποτέ άλλοτε δεν βρήκε την καλύτερη δικαίωση με τις διαστάσεις που είχε προσλάβει ύστερα από τους συνεχιζόμενους πολέμους και τα μεγάλα αδιέξοδα που συσσωρεύτηκαν απανωτά.

Ήταν όμως και ο μεγάλος ο δρόμος εκεί κατά το νότο που οδηγούσε προς την πρωτεύουσα, την Αθήνα. Εκεί κατέληγαν όλα τα όνειρα και οι φιλοδοξίες τότε των νέων. Για τα αλλού δεν υπήρχαν βλέψεις. Η Θεσσαλονίκη, ο έτερος πόλος ήταν πολύ μακριά, σχεδόν άγνωστος τόπος. Αργότερα θα άνοιγε και προς το βορρά ο δρόμος.
Όλοι οι νέοι τότε θέλγονταν από την επιθυμία να πάνε και, αν γινόταν, να ζήσουν στην Αθήνα. Έχει τη σημασία του αυτό. Μαζί με τους ταξιδιώτες από και προς την Αθήνα ταξίδευαν και τα οράματα και οι ιδέες, με ένα λόγο η καινούρια κουλτούρα. Αρχής γενομένης με το ντύσιμο, τον τρόπο συμπεριφοράς, ακόμα και ομιλίας, τη νυχτερινή διασκέδαση με τον κινηματογράφο και τα τραγούδια. Η Αθήνα αντιπροσώπευε το μικροαστικό όνειρο για τον κάθε Έλληνα της επαρχίας.
Τότε αρχές της δεκαετίας του ΄50, μεσουρανούσε ο Καζαντζίδης, που με τη φωνή του επισκίασε όλους τους ομότεχνούς του και οι δίσκοι με τα τραγούδια του γίνονταν ανάρπαστοι σε όλη ανεξαιρέτως την επικράτεια. Μια πλειάδα από καλλιτέχνες, μουσικοσυνθέτες και στιχουργούς δούλευαν ακατάπαυστα για την παραγωγή ενός πλούσιου σε έμπνευση και φαντασία μουσικού έργου στα μέτρα του νεαρού τότε τραγουδιστή, κάτω από την εποπτεία των μουσικών εταιριών.
Τότε γράφηκαν, και ηχογραφήθηκαν τραγούδια, λαικά τα λεγόμενα, με τεράστια απήχηση στο πλατύ κοινό, που το αποτελούσαν στη συντρΙπτική του πλειοψηφία άνθρωποι προερχόμενοι από τα κατώτερα λαικά στρώματα, εργάτες και μεροκαματιάρηδες που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Όλους και όλα τα ένωνε και τα εξέφραζε με τη φωνή του και τα τραγούδια του ο Καζαντζίδης.

Η Παλιά Φιλιππιάδα είχε όλες τις αναγκαίες προυποθέσεις να δεχτεί τα καινούρια μουσικά ακούσματα. Το παραδοσιακό δημοτικό τραγούδι είχε ακόμη πέραση εδώ, αλλά δεν ικανοποιούσε τις καινούριες ανάγκες ψυχικές και κοινωνικές. Ο πολύς ο κόσμος αποζητούσε κάτι άλλο που να τον εκφράζει μουσικά στα καινούρια ενδιαφέροντα, όπως αυτά προσδιορίζονταν από τις γενικότερες κοινωνικές εξελίξεις.

Στην Παλιά Φιλιππιάδα ήταν κατά πρώτο λόγο τα καφενεία ως χώροι συνάθροισης. Εκεί φιλτράρονταν οι καινούργιες ιδέες και τα καινούργια σχήματα που ταξίδευαν από τον ανοιχτό δρόμο πέρα από την Αθήνα, καθώς είπαμε πιο πάνω. Ανοιχτή επίσης ήταν και η μικρή αλλά δεμένη κοινωνία του χωριού ώστε το κάθε τι καινούργιο που ερχόταν και χτυπούσε την πόρτα περνούσε από ένα είδος λογοκρισίας συλλογικής, άτυπης μεν αλλά καθοριστικής ως προς την αποδοχή ή την απόρριψη.
Η πιο συνηθισμένη εικόνα ενός χωριού στην επαρχία τότε στα χρόνια που μιλάμε είχε ως κύριο χαρακτηριστικό μία χαλαρότητα στη συνοχή του, καθώς τόσο η διαμόρφωση του ούτως ή άλλως κακοτράχαλου επαρχιώτικου εδάφους,όσο και οι καθημερινές ασχολίες των ανθρώπων του, χώριζαν το χωριό σε μαχαλάδες σχεδόν αποκομμένους μεταξύ τους. Αποτέλεσμα, σπάνια να συγκεντρώνονταν οι χωριανοί σε καθημερινή βάση ώστε να υπάρχει και να σφυρηλατείται ένα είδος συλλογικής συνείδησης και ομοθυμίας, ένα συλλογικό, ας πούμε, ένστικτο, που να διαμορφώνει και τη συλλογική βούληση.

 Ούτε εξάλλου υπήρχαν παντού τότε οι ανοιχτοί οι δρόμοι που θα ένωναν απευθείας τον πομπό με τους δεκτες παρά οι όποιες συναλλαγές γίνονταν με ανταπόκριση και μέσα από δύσβατους κακοτράχαλους παράδρομους και άλλες διαβάσεις όπου η διακίνηση γινόταν το περισσότερο με ζώα.

Αυτό θα πει δρόμος εύκολη και άνετη συγκοινωνία.Και επικοινωνία. Τελικά όλα στη ζωή λειτουργούν προς ένα αποτέλεσμα, θετικό ή αρνητικό.  

Η Παλιά Φιλιππιάδα πλήρωσε τους αναγκαίους αυτούς όρους και στη συγκεκριμένη εποχή που μιλάμε ήταν έτοιμη να δεχτεί το καθετί καινούργιο χωρίς προκαταλήψεις και φόβους που συνεπάγεται μία τέτοια αλλαγή.

Το αξιοσημείωτο εδώ είναι πως το ίδιο δεν συνέβαινε στα άλλα δύο διαμερίσματα που απαρτίζουν τη Φιλιππιάδα δηλ.τη Νέα Φιλιππιάδα και πιο κάτω το Λευτεροχώρι. Για τους λόγους που αφορούν το καθένα. Ιδιαίτερα για τη Νέα Φιλιππιάδα, γιατί τότε αυτή δημιουργούνταν και έβαζε τις βάσεις και την ανάπτυξη και την παραπέρα ανάδειξή της σε κέντρο οικονομικό και πολιτιστικό της ευρύτερης περιοχής όπως είναι σήμερα. Δεν είχε τότε την απαραίτητη ενότητα την οποία διέθετε η Παλαιά Φιλιππιάδα κυρίως γιατί η τελευταία ήταν η αρχική κοιτίδα από ιστορικής πλευράς.

Τι ήταν, λοιπόν, αυτά τα καινούργια τραγούδια τα λαϊκά όπως τα λέμε.
Ανεξάρτητα από την ονομασία που τα διακρίνει από τα παραδοσιακά δημοτικά (υπογραμμίζουμε εδω τη λέξη παραδοσιακά ,γιατί βγήκαν ως γνωστόν, και τα κατώτερης ποιότητας έντεχνα δημοτικά ) καθώς και από τα ελαφρά έντεχνα τραγούδια (Γούναρης, Πολυμερής κ.α) τα λαϊκά τραγούδια γεννήθηκαν από την σύμπτυξη των σμυρναϊκών τραγουδιών της Μικράς Ασίας και το ζεϊμπέκικων τραγουδιών της φυλακής με κύριο συνοδευτικό όργανο το μπουζούκι.
Από εκεί και ύστερα το λαϊκό τραγούδι, καθώς αγαπήθηκε από τον πολύ λαό, αυτονομήθηκε και αποτέλεσε ξεχωριστό λαϊκό μουσικό είδος, ως προς τη μελωδία και το περιεχόμενο. Ιδιαίτερα ξεχωρισε ο στίχος τους που στράφηκε γύρω από τα καθημερινά τα ζωντανά προβλήματα που απασχολούσαν τον συγκεκριμένο άνθρωπο της εποχής σε συνάρτηση με την ποιότητα των δημιουργών τους των στιχουργών. Χωρις να διεκδικούν λογοτεχνικές δάφνες οι στιχουργοί έπιασαν τον σφυγμό του λαού και με στίχους απλούς έως και απλοϊκούς καμιά φορά κατέγραψαν τους καημούς και τα προβλήματά του. Ύστερα ήταν η μουσική, το μελωδικό κομμάτι.
Ως ελεύθερο και αυτόνομο δημιούργημα το λαϊκό τραγούδι αποκόπηκε από τους τότε μουσικούς κανόνες και αναζητούσε τη μελωδία σε όλα τα αποδεκτά ακούσματα, εγχώρια παραδοσιακά,
 ως και προϊόντα από την ξένη μουσική κουλτούρα, όχι την Ευρωπαϊκή, αλλά την ανατολίτικη με τους μακρόσυρτος Αμανέδες στοχεύοντας σε ότι “τραβιέται” ότι πουλάει.
Ήταν τότε, δεκαετία του 50,που στους κινηματογράφους παίζονταν ταινίες από την Ινδία  (Ναργκίς, Μαχαρανή, μαχαραγιάδες) με πολλά τραγούδια, χαρακτηριστικά της μουσικής νοοτροπίας τους. Αρεσαν στους δικούς μας εδώ κινηματογραφόφιλους και μουσικόφιλους. Είχε τότε καλλιεργήθει και προβληθεί έντονα, ένας ιδιαίτερος ρομαντισμός για την παραμυθένια ,τη λάγνα, Ανατολή με τους μαχαραγιάδες και τα χαρέμια τους, με τα χρυσαφικά και τα διαμαντικά, με τους έρωτες και τα πάθη και με όλη τη γοητεία της Ανατολής ,ως σύμβολο ενός ονειρεμένου θελκτικου κόσμου.
Αχαλίνωτη δηλαδή φαντασία και παραμύθια της…. Χαλιμάς. Ναι αλλά όλα αυτά “πουλούσαν”ως τέχνη στον κινηματογράφο και στο τραγούδι.
Έρχονταν από την Αθήνα οι νέοι στο χωριό και μολογούσαν πράγματα και θάματα που έξήψαν τη φαντασία και ούτε λίγο ούτε πολύ ο κάθε νέος φαντασιώνονταν τη δική του ρομαντική περιπέτεια στη γεμάτη γοητευτικό μυστήριο Ανατολή.
Ήταν και ο Καζαντζίδης που με τη μελωδική του φωνή έδινε φτερά στη φαντασία των νέων τότε και κατά κάποιο τρόπο τους απογείωνε από την απογοητευτική πραγματικότητα.

 Άκου στίχους για να καταλάβεις:

από τότε που σε έχασα λιώνω
το όνομά σου φωνάζω με πόνο,
Μαντουμπάλα Μαντουμπάλα κτλ..

Τώρα τι σχέση είχε αυτή η (ανύπαρκτη) Μαντουμπάλα με την εν Παλιά Φιλιππιάδι τότε ,καθημερινότητα, ένας θεός ξέρει.
Λέω εγώ τώρα, από την ηλικία που είμαι σήμερα. Ναι, αλλά στα νιάτα μου τραγουδούσα τι Μαντουμπάλα ανώτερα από τον Εθνικό Ύμνο. Βγάλε τώρα εσύ το συμπέρασμα.

Ήταν πάλι το τραγούδι
“Έλα μανούλα μου να σου πω
δυο λόγια δυο κουβέντες
της φυλακής τα σίδερα
είναι για τους λεβέντες”

Υπερβολές, αντιφάσεις, το δίκιο, το άδικο, το πάθος, η αγάπη, η φτώχεια, τα καταραμένα πλούτη, το φονικό, ο κατατρεγμός. Όλα τα συναισθήματα στη διαπασών. Μήπως αυτά δεν είναι στοιχεία της καθημερινής ζωής; Ιδιαίτερα τότε σε μία εποχή με τόσες ανισότητες.
Ήρθε κατόπιν η μετανάστευση
πόσα παιδιά σκληρά δουλεύουν
και κλαίνε οι μάνες μοναχές
κακούργα μετανάστευση,κακούργα ξενιτιά
μας πηρές απ τον τόπο μας,
 τα πιο καλά παιδιά.”

Πόσο να αντέξεις και να μην παρασυρθείς. Πώς να μην παρηγορηθείς με ένα, έστω και ψεύτικο, όραμα; Δεν είναι από πέτρα πλασμένος ο άνθρωπος.

Τέλος, τα πάθη καταλάγιασαν. Τα πράγματα είχαν κάπως στρώσει.
Καιρός να τραγουδήσουμε τη χαρά της αγάπης, την ομορφιά της ζωής.
Ανατόμος της ψυχής οι στιχουργοί έπιαναν το σφυγμό της εποχής.
Ήταν και ο Καζαντζίδης που είπαμε και έδεσε το γλυκό.

Στην Παλιά Φιλιππιάδα ζούσαμε αυτά τα πράγματα. Οι πιο μεγάλοι από τους νέους που οδηγούσαν το καράβι, πρωτοστάτησαν στις πρωτοβουλίες Δεν τους έκανε το καφενείο που από χρόνια λειτουργούσε. Δεν είχε γραμμόφωνο, δεν είχε πικάπ, αργότερα τζουκμποξ,ηλεκτρόφωνο. Και έπειτα καφενείο να κλείνει στις 10:00 το βράδυ.
 Άνοιξε εσύ, Τάκη, ένα καφενείο για εμάς. Οι γέροι ας βολεύονται με το παλιό.
 Έτσι Άνοιξε το θρυλικό για την εποχή του καφενείο “Η Μαγκάλα”. Ο τίτλος από τη Μαγκάλα, το όνομα μιας άλλης ονειρεμένης και αυτής Ινδης, από ένα λαϊκό τραγούδι τότε
“ήθελα να σε έκανα δική μου
αχ Μαγκάλα κόρη του μαχαραγιά..”

“Μαγκάλα” το καφενείο, ”Μαγκάλας” ατάκα Και το παρατσούκλι κόλλησε στον καφετζή, που τον συντρόφευσε ως το θάνατό του.

Και ποιο είναι το συμπέρασμα, ειδικότερα με τον Καζαντζίδη και τους νέους ανθρώπους τότε. Τη διαπίστωση που λέγαμε στην αρχή. Κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και τα δικά της πρότυπα. Από αυτά στη συνέχεια διαμορφώνει τα αντιπροσωπευτικά της ενδιαφέροντα τα δικά της γούστα αν θέλετε.

Μπορεί ύστερα να άλλαξαν οι μουσικές προτιμήσεις. Όχι κατ' ανάγκη προς το καλύτερο, εφόσον στην εποχή μας σήμερα κυριαρχεί η ευρωπαϊκή και η αμερικάνικη μουσική κουλτούρα, ιδιαίτερη η λατινική που έχει μεγάλη απήχηση, καθότι συγγενεύει μελωδικά με το δικό μας συναισθηματικό ταμπεραμέντο
Ωστόσο Καζαντζίδης παραμένει μοναδικός και αξεπέραστος στα εδώ μουσικά πράγματα.

Πρωτοπόρος η Παλιά Φιλιππιάδα και σ΄αυτό το θέμα για τα δεδομένα της εποχής που μιλάμε. Όσο και αν αυτό ακούγεται απλοϊκό και άνευ ουσιαστικού περιεχομένου.Που ωστόσο κατά βάθος δεν είναι έτσι.
Μάρτης 2018
Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Και να θέλεις δεν σε αφήνουν να αγιάσεις.

Ήρθε λοιπόν ο λογαριασμός του νερού.

Κατανάλωση 0 για 6 μήνες (Λογικό, αφού δεν ζυγώνω).
Οφειλή τα πάγια καμιά τριανταριά. Γαμισιάτικα 350.0

Τα μαθηματικά τώρα λένε ότι τα 200 (εκτός των 150.0 των προσαυξήσεων) αντιστοιχούν στα χοντρά σε 7 εξάμηνα). Με καταγγέλλει δηλ. ότι για κάτι 3.5 χρόνια, δεν πλήρωνα!

Δηλαδή ο Δήμος αφού δεν μπορεί να πιάσει τον κλέφτη, λέει κλέφτη και απατεώνα τον νοικοκύρη.

Του τ' έγραψα όταν ξεκίνησε, τι πρέπει να κάνει, για να έχει μια στοιχειώδη πολιτική νομιμοποίηση στους χειρισμούς. Δεν ακούει, ας μην ακούει.

Να μην μας λέει όμως και απατεώνες και μάλιστα εγγράφως.

Το κρίσιμο ερώτημα τώρα είναι το εξής:

Ένας δήμος (που δεν ξέρει τι του γίνεται) μπορεί να ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ ΔΙΚΑΙΟ με μια απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου, και να το επιβάλει;

Δικηγόρος δεν είμαι αλλά αν ήταν έτσι ας πάρουν και μια απόφαση να μας βάλουν κανένα προστιμάκι, έτσι για να έχουν λεφτά για την επόμενη μαλακία που θα κάνουν, αν δεν την έχουν κάνει ήδη.

Βέβαια ο Δήμαρχος τα λούζεται, αλλά δεν ξέρω αν κλείνει και αυτός το μάτι όπως οι δημοτικοί σύμβουλοι, του στυλ "εντάξει δεν είπαμε να τα πληρώσετε κιόλας".

ΥΓ

Το σωτήριο έτος 2018 γίνονται αυτά.

Καλό Πάσχα




Ανώνυμος είπε...

ΒΙΑΖΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ.
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΤΑ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ.
ΙΣΩΣ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΛΑΒΟΥΝ 25 ΜΑΡΤΙΟΥ.

ΟΥΔΕΝ ΜΕΜΠΤΟΝ ΚΑΛΑ ΚΑΝΟΥΝ.

Ομως να πούμε και του στραβού το δίκιο.

Η πλατεία μόλις τελειώσει θάναι παρασάγγας καλλίτερη από πριν.

Αυτό δεν το συζητάμε.

Και γιατί δεν το συζΗΤΆΜΕ?

ΕπΕιδή ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ μερικοί είχαν κάνει και τα πεζοδρόμια μαγαζιά
Δηλαδή για να το καταλάβετε.
Μόλις κλειναν το βράδυ ΚΛΕΙΔΩΝΑΝ και τα πεζοδρόμια.

Ανώνυμος είπε...

Δήμαρχε πρέπει να καταλάβουν όσοι διαμορφώνουν τώρα την πλατεία

ΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΣ.!!!

Ανώνυμος είπε...

τα ΠΛΑΤΑΝΙΑ στην ΚΕΝΤΡΙΚΉ πλατεία ΦΙΛΙΠΠΙΑΔΑΣ εννοώ.

Τόσοι και τόσοι τα μολογάνε.

Ανώνυμος είπε...

Τα λελεκια ηρθανε.ηρθε η ανοιξη.φορτωστε θετικη ενεργεια και παμε.υγεια και ψηλα το κεφαλι.ολα καλα λοιπον.καλο καλοκαιρι...

Ανώνυμος είπε...

ακομη δεν παραδοθηκε η πλατεια και μεσα στα χαλασματα στηθηκαν κιολας καρεκλες μεγιστη γυφτια απο καποιους