Ζωντανή σύνδεση με φωλιά πελαργών στην Φιλιππιάδα

...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

27.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

Η ιστορία ενός ονόματος.
του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
Κάθε όνομα έχει την ιστορία του.Και την περιπέτειά του,όπως συμβαίνει με τη δική μου περίπτωση.Διαβάστε και θα το δείτε.

Εμένα με λένε Μιλτιάδη και Νικήτα.Εχω δηλ.δύο ονόματα.Αυτό ελάχιστοι το γνωρίζουν αλλά και από αυτούς αμφιβάλλω αν το θυμάται κανένας.Αφού καλά-καλά το ξεχνάω και εγώ ο ίδιος.

Η συνήθεια να δίνονται στον βαφτιζόμενο δύο ονόματα είναι παλιά και οφείλεται σε διάφορους λόγους.Ας πούμε,ένας ο πιο βασικός είναι η ξεχωριστή προτίμηση των δύο συμβαλλομένων συντελεστών στο μυστήριο της βάφτισης,του νονού και των γονιών του παιδιού.Ενα όνομα ο νουνός και ένα οι γονείς.Πρόκειται για ένα είδος συμβιβαστικής λύσης με δεδομένο ότι τα παλιά τα χρόνια ίσχυε περισσότερο η προτίμηση του νονού έναντι των γονιών.Το όνομα δηλ.που έδινε ο νουνός είχε περισσότερο βάρος και οι γονείς δεν
έφερναν καμία αντίρηση.Θέμα νοοτροπίας και αντιλήψεων που παραλλάζουν από εποχή σε εποχή.

Προκειμένου τώρα για μένα,όταν η νονά μου ανακοίνωσε το όνομα που θα μου έδιναν στην κολυμβήθρα,Μιλτιάδης,ο πατέρας και η μάνα στην αρχή συμφώνησαν.Υστερα που το καλοσκέφτηκαν είχαν μια μικρή ένσταση.Καλό ήταν το όνομα,,Μιλτιάδης,Ελληνικότατο και αρχαίο,να όμως που δε γιορταζόταν σε καμιά μέρα του χρόνου εξ όσων γνώριζαν οι ίδιοι.Μάλιστα συμβουλεύτηκαν και τον παπά του χωριού,ο οποίος κοίταξε τα ιερά του βιβλία και τέλος αποφάνθηκε ότι τέτοιο όνομα δεν υπήρχε στο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας.

Το πράγμα ήταν σοβαρό,αν όχι αμαρτία,ένα παιδί να μη γιορτάζει καθόλου.Βάραινε πολύ στη σκέψη του πατέρα και της μάνας μου.Είχαν άλλα δυο παιδιά (ο τέταρτος ο Βασίλης θα γεννιούνταν αργότερα) που τα ονοματά τους,Γρηγόρης και Μανώλης,ήταν από τα πρώτα σε γιορταστική λάμψη.Με κανένα τρόπο δεν έστεργαν οι γονείς μου να μη γιορτάζεται ένα τους παιδί.Ηταν κρίμα και για το ίδιο το παιδί να μείνει σε όλη του τη ζωή ανεόρταστο,αγιόρταστο δηλαδή.

Κουβέντιασαν με τη νονά και έτσι κατέληξαν στη λύση της διπλής ονομασίας <<Μιλτιάδης να ονομάζεται και Νικήτας να γιορτάζεται>>.Η οιμοιοκατάληκτη αυτή φράση συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια.Και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν.

Αμ δε.Που ίσα-ίσα η διπλή ονομασία στάθηκε η αφορμή μιας περιπέτειας που κράτησε για πολλά χρόνια ύστερα και ταλάνισε τους καημένους τους γονείς μου.Τι έγιεν ακούστε να δείτε.

Όταν κάποια χρόνια αργότερα θα με γιόρταζαν,θυμάμαι το γεγονός καθώς ήμουν πια κοτζάμ παιδί 6-7 χρονών (δεν ξέρω τι γινόταν στα προηγούμενα χρόνια,μπορεί και να μη με γιόρταζαν προφανώς λόγω του Εμφύλιου),ρώτησαν πάλι τον παπά,πότε έπεφτε η γιορτή του Αη-Νικήτα-ήταν βλέπεις και αυτό σπάνιο το όνομα,αφού σε ολόκληρο το χωριό δεν υπήρχε άλλος Νικήτας-εκείνος τους είπε την ημερομηνία,15 Σεπτεμβρίου.

Όταν ζύγωνε η μέρα που θα γιόρταζα,η μάνα στο σπίτι μια βδομάδα πιο μπροστά βάλθηκε να κάνει τις ετοιμασίες για τη γιορτή με περισσή φροντίδα.Ηθελε κατά κάποιο τρόπο να μην υστερήσει σε λαμπρότητα η γιορτή μου έναντι των άλλων αδελφών μου,τα ονόματα των οποίων ήταν από τα πρώτα,είπαμε,σε γιορταστική βαρύτητα.

Την ορισμένη μέρα,λοιπόν,άρχισαν να καταφτάνουν οι συγγενείς μας και οι γειτόνοι.Τότε συνέβηκε το <<ατύχημα>>.Τη στιγμή που έδιναν την ευχή τους έλεγαν <<Να ζήσεις Βησσάρη (η Βησσαράκη) χρόνια πολλά>>.Αλλο και τούτο.Δεν πίστευα στα αυτιά μου.Τι σχέση είχα εγώ με τον Βησσάρη που όλοι τους,μα όλοι,μου κοπάναγαν.

Μάταια η μάνα προσπαθούσε να τους εξηγήσει <<Δεν τον λένε τον Μιλτιάδη Βησσάρη,Νικήτα τον λένε>>.Στα χαμένα όμως.Με λίγα λόγια η γιορτή μου κατέληξε σε φιάσκο.

Μάταια προσπαθούσαν ο πατέρας και η μάνα μου να μπαλώσουν τα πράγματα και να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.

Εγώ ήμουν μπαρούτη.Τους το ξέκοψα.Δε θα γιόρταζα άλλη φορά του Αη-Νικήτα.

Τι είχε συμβεί.Εκείνη τη μέρα που γιόρταζε ο αγιος Νικήτας,εδώ στη Φιλιππιάδα γιορτάζεται στον Αη-Βησσάριο την εκκλησία ο άγιος Βησσαρίων,μεγάλη η χάρη του,ως πολιούχος,καθώς τα παλιά τα χρόνια ο άγιος αυτός είχε σώσει τους κατοίκους εδώ από μια μεγάλη επιδημία,μολυσματική αρρώστια,που θέριζε όλο το χωριό.Από τότε τον γιορτάζουμε ως πολιούχο με μεγάλη λαμπρότητα.
Καταλαβαίνετε τώρα.Οι επισκέπτες στη γιορτή πίστευαν ότι το δεύτερο όνομά μου ήταν Βησσάρης και όχι Νικήτας,λόγω της ημέρας.Η γιορτή του ενός αγίου επικάλυψε τη γιορτή του μικρότερου,ας το πούμε έτσι,αγίου.

Εχει και συνέχεια η υπόθεη με το όνομά μου,περιπετειώδη,καθώς έλεγα στην αρχή.

Υστερα από το ναυάγιο με τον Αη-Νικήτα,η μάνα που το είχε καημό να με γιορτάσει,ξανακουβέντιασε το θέμα με τον ιερέα του χωριού,έναν θεοσεβέστατο άνθρωπο και χριστιανό.<<Δεν τον γιορτάζεις είπε στη μάνα μου,των Αγίων Πάντων;>>.Η μάνα αγνοούσε τη γιορτή και τη σημασία της.Οταν ο παπάς της εξήγησε ότι και αυτή είναι μια σπουδαία γιορτή,το καλοσκέφτηκε και στο σπίτι που το κουβέντιασε με τον πατέρα αποφάσιασν να δοκιμάσουν με την καινούργια γιορτή.Εγώ,όταν μου το είπαν,δεν έδειξα να με συγκινούσε το πράγμα.Δε μου έκανε ούτε ζέστη ούτε κρύο.Απλά συγκατατέθηκα.Να βλέπαμε τι σόι γιορτή ήταν κι αυτή.Ακουγόταν ηχηρά η γιορτή,των Αγίων Πάντων.Μπορεί να ήταν και καλή.Ηταν και ο καημός μου να γιόρταζα κι εγώ.
Η γιορτή των Αγίων Πάντων πέφτει εκεί κοντά τέλη Μαίου αρχές Ιουνίου,θα σας γελάσω δεν ξέρω και καλά.

Φτου κι από την αρχή,λοιπόν.Με το που κοντοζύγωνε η γιορτή η μάνα μου άρχισε πάλι τις ετοιμασίες.Εγώ από τη μεριά μου όποιον φίλο μου έβρισκα τον ενημέρωνα ότι την τάδε μέρα έχω τη γιορτή μου,των Αγίων Πάντων.Ελεγα το όνομα <<των Αγίων Πάντων>>,γιατί καταλάβαινα πως η γιορτή ήταν λίγο-πολύ άγνωστη και δε θα την ήξεραν.

Ενας όμως από τους φίλους μου,γνωστικός όπως αποδείχτηκε,ακούγοντας το όνομα της γιορτής ξέσπασε στα γέλια.Τον ρώτησα προς τι τα γέλια και η ειρωνεία.Ακούστε τώρα την απάντηση.<<Μα δεν ξέρεις μου είπε,των Αγίων Πάντων γιορτάζουν και τα γαιδούρια;>> Δια μιας άστραψε μέσα η αλήθεια σχετικά με τον υπαινιγμό του φίλου μου.Η εκκλησία μας από το φόβο μήπως στο εορτολόγιο παραλείψει κάποιο όνομα από το πλήθος των ήδη αγιασθέντων ονομάτων και έτσι αδικήσει κάποιον αφηνοντάς τον αγιόρταστον,όρισε και μια γιορτή των Αγίων Πάντων,ώστε να περιλάβει άπαντα τα ονόματα,ώστε να μην αφήσει κανένα παραπονεμένο.

Σκωπτικά σχολίασε ο λαός τη γιορτή περί γαιδουριών και<<αμαρτίαν ουκ έχω>> που το αναφέρω.

Ετσι ξόφλησα από τη γιορτή και όλα τα επόμενα χρόνια δεν επιχείρησα να ξαναδοκιμάσω.Το είχα πάρει οριστικά απόφαση και δε μ ένοιαζε πια.

Ωστόσο μέσα στα τρίσβαθα της ψυχής μου έμεινε ως κατακάθι ένα παράπονο.Οχι τόσο για τη γιορτή και τις ευχές που θα έπαιρνα.Παρά γιατί έχασα εκείνο το χαρτζιλίκι από τα φραγκοδίφραγκα που θα μάζευα ως δώρο από τους επισκέπτες στη γιορτή μου.Αυτό θα γινόταν επί τόσα χρόνια εξακολουθητικά.Κάντε τώρα τη σούμα και θα καταλάβετε.
Οκτώβριος 2016
Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Κηφισιά κ ξερό ψωμί,όπως φεύγεις για Γιάννινα..κέντρο κέντρο.. Στο δεύτερο σαν πάτε αρωστεια δε κολλάτε.

Ανώνυμος είπε...

Τι εννοεί ο ποιητής?

Ανώνυμος είπε...

Κοντά σμα τα Γιάννινα ?