...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

32.Νυχτερινό κυνήγι .(Μια φοβερή νύχτα).

του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου     
Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα       
Συγκρίνω τη δική μου παιδική ηλικία με τις γενιές των παιδιών που ακολούθησαν. Μέχρι τη σημερινή γενιά των νέων. Ασχέτως  με το ατύχημα της βαθιάς οικονομικής κρίσης που μας ταλανίζει εδώ και εφτά περίπου χρόνια . Γιατί , μπορεί τα σημερινά παιδιά να υφίστανται τις οδυνηρές συνέπειες από την πτώχευση , όμως για την ώρα δε στερούνται τα αναγκαία προς το ζην αγαθά. Όπως για παράδειγμα το ψωμί ,ας πούμε .Κι εδώ κυριολεκτώ. Δηλαδή δεν πείνασαν ακόμη , ώστε να πουν το ψωμί ψωμάκι .Όπως εμείς τότε.

        Μιλάω πάντα για τη Παλιά Φιλιππιάδα του χτες και του σήμερα καθώς και για την ευρύτερη Φιλιππιάδα .Δεν ξέρω βέβαια ,τι μέλλει γενέσθαι κατά τα επόμενα χρόνια .Πώς δηλαδή θα εξελιχθεί η κατάσταση , χειρότερα ή καλύτερα .
        Για να βάλουμε τα όρια , η παρατήρηση .Τέλος πάντων εγώ θα ορίσω τη διαφορά του χτες από το σήμερα στο άσπρο και στο μαύρο. Όχι αβάσιμα , όπως θα έχετε την ευκαιρία να διαπιστώσετε στη συνέχεια.
        Χειμώνας ήταν. Δεκέμβρης του 1959, για να ακριβολογήσω. Πήγαινα στην Τετάρτη τάξη του Γυμνασίου, θυμάμαι, και είχαμε διακοπές για τις γιορτές, Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά.
        Για εμάς το γεγονός, πέρα από τη χαρά της ξεγνοιασιάς και του παιχνιδιού, οι διακοπές αυτές μέσα στο χειμώνα μας αποδέσμευσαν εντελώς για δεκαπέντε ολόκληρες ημέρες από τις σχολικές μας υποχρεώσεις. Ιδιαίτερα από το μαγκανοπήγαδο του πήγαινε-έλα κάθε μέρα στο σχολείο. Για διαβάσματα και γραψίματα, όχι και τόσο. Έτσι και αλλιώς λίγο-πολύ, τα είχαμε φορτώσει…….στον κόκορα που λέμε. Όμως, πώς να το κάναμε η έγνοια για το σχολείο και μόνο ως σκέψη βάραινε μέσα ,ενόσω διαρκούσαν τα μαθήματα .
        Έτσι οι Χριστουγεννιάτικες  διακοπές ήταν ένα φωτεινό διάλειμμα στη μονότονη και άχαρη σχολική μας ζωή. Τι κι αν οι καθηγητές την τελευταία ημέρα που θα σταματούσαν τα μαθήματα μας έβαζαν ο καθένας τους μια ορισμένη ύλη από το δικό τους μάθημα , «Θα έχετε να διαβάσετε στις διακοπές από την τάδε σελίδα ως αυτήν εδώ την σελίδα , και μην το αμελήσετε ,γιατί θα σας εξετάσω την πρώτη κιόλας ημέρα που θα γυρίσετε» . Άντε να στέρξεις σε τέτοιο σχολείο και σε τέτοια διαστροφή ,να θέλουν οι καθηγητές σώνει και καλά να σου στερήσουν την ελευθερία σου ,να πάρεις δύο ανάσες με την ευκαιρία των διακοπών .Λες και θα τους τρώγαμε το ψωμί τους τη στιγμή μάλιστα που για εμάς τους καθηγητές ξεκουράζονταν για τα καλά και οι ίδιοι .Είχαμε και ένα λόγο περισσότερο να χαιρόμασταν τις διακοπές των Χριστουγέννων. Όχι μόνο γιατί θα παίζαμε αλλά το σπουδαιότερο ,γιατί θα κυνηγούσαμε πουλιά με το «λάστιχο», τη λαστιχένια σφεντόνα. Εδώ είμαστε.
        Ποιος είπε ότι ο χειμώνας είναι η χειρότερη εποχή του χρόνου. Για τα παιδιά τότε ,αν δεν ήταν ο χειμώνας η καλύτερη εποχή ,σίγουρα δεν ήταν και η χειρότερη. Επειδή έχει , λέει ,βροχές και κρύα. Τέτοια πράγματα ούτε που τα χαμπαριάζαμε τότε. Κι ας έμπαζαν νερό τα παπούτσια μας και μούσκευαν τα τσουρέπια στα πόδια μας κάτω ,τόσο που κάποιες φορές νιώθαμε πως πλατσουρίζαμε στις λάσπες ,παρά περπατάγαμε .Και τι μ’αυτό το πολύ-πολύ ν’αρπάζαμε κα’να πονοκέφαλο ,39º-40º  πυρετό ,να ζεμάταγε το μέτωπο μας και να καθόμασταν στο σπίτι ώσπου να μας περνούσε και ύστερα πάλι στη βροχή και στο αγιάζι. Για παιχνίδι και κυνήγι .Ας ήταν καλά ο άγιος χειμώνας που μας έφερνε κοπάδια τα πουλιά . Κυνηγούσαν οι μεγάλοι λαγούς ,παπιά και μπεκάτσες με το ντουφέκι. Κυνηγούσαμε και εμείς τα παιδιά κοτσύφια ,τσίχλες και τσόνια με το λάστιχο το δικό μας όπλο. Και να δεις που χάρη του κυνηγιού αφιερώναμε λιγότερο χρόνο για τα παιχνίδια. Αυτά μπορούσαν να περιμένουν και λίγο. Ολόκληρο χρόνο είχαμε μπροστά για τα παιχνίδια. Το κυνήγι γινόταν μόνο το χειμώνα με τα αποδημητικά πουλιά .Τελείωνε ο χειμώνας έφευγαν τα πουλιά , τελείωνε για τα παιδιά και το κυνήγι .Θέμα χρόνου ήταν το πράγμα. Άρα, δεν έπρεπε να αφήναμε τον καιρό να περνάει ανεκμετάλλευτος, χωρίς να κυνηγήσουμε .Με το που ξημέρωνε η μέρα άλλη σκέψη από το κυνήγι δεν είχαμε .Μόνο μια βροχή μας κράταγε από αυτό .Να ήμασταν στον κάμπο να κυνηγήσουμε και να μας έπιανε η βροχή ,τότε μόνο σταματάγαμε όχι τόσο γιατί θα βρεχόμασταν ,αλλά το περισσότερο ,γιατί με τη βροχή πρώτα έφευγαν τα πουλιά για να κρυφτούν ψηλά στα δέντρα και πάντως μακριά από εμάς ,ύστερα έτσι και αλλιώς φεύγαμε κι εμείς .Από έλλειψη αντικειμένου πλέον στην προσπάθεια μας . Είπαμε ,τη βροχή την αποφεύγαμε δεν την τη φοβόμασταν ,όταν ήταν να κάναμε το κέφι μας .Προτεραιότητα στα παιδιά είναι το παιχνίδι ,η ευχαρίστηση και η χαρά . Όλα τα άλλα έπονται .Το κυνήγι έχει απ’όλα .Έχει τη χαρά του παιχνιδιού .Έχει όμως και τις συγκινήσεις που επιφυλάσσει ένα σπορ .Δηλαδή τη συγκίνηση από την προσπάθεια και την προοπτική της επιτυχίας που εδώ εκφράζεται με την κατάκτηση του επάθλου. Και ένα σωρό άλλα πράγματα και καταστάσεις που βιώνει ο κυνηγός , με το θήραμα ως έπαθλο και επιβράβευση των ικανοτήτων του και των προσπαθειών που καταβάλλει .Είναι όμως και το ίδιο το έπαθλο όχι μόνο για τη συμβολική του αξία αλλά και για τη γευστική του ,ας την πούμε έτσι , αξία ένα έδεσμα πεντανόστιμο.
Κάτι που για τα παιδιά τότε ,τον καιρό της μεγάλης πείνας ,προσλάβαινε τη δική του ξεχωριστή σημασία ,της γευστικής απόλαυσης .Δεν ήταν λίγο να απολαύσεις μια τηγανιά από πεντέξι αγριοπούλια ,όταν το κρέας ήταν τόσο σπάνιο στο οικογενειακό διαιτολόγιο .Το κυνήγι ωστόσο εμπεριέχει και το στοιχείο της περιπέτειας με ότι συνεπάγεται η λέξη .Περιπέτεια σημαίνει αγώνισμα με έντονα συναισθήματα ,αλλά και κινδύνους ,μάλιστα απρόβλεπτους .Έτσι εξηγείται η γοητεία που ασκεί το κυνήγι στον άνθρωπο .Που εκτός των προαναφερομένων είναι και μέσα στη φύση του ανθρώπου στον αέναο αγώνα του για να επιβιώσει και για να κατισχύσει στα άλλα πλάσματα της Δημιουργίας .Κυνηγούσαμε τα πουλιά τη μέρα αλλά τα κυνηγούσαμε και τη νύχτα με το φακό στις πορτοκαλιές .Διαφορετικό είδος κυνήγι αυτό από το ημερήσιο .Με περισσότερο σασπένς ,με εντελώς διαφορετικό σκηνικό και συγκινήσεις .Αλλά σίγουρα και με κάποιους επιπρόσθετους κινδύνους ,λόγω κυρίως της νύχτας και άλλων ιδιαίτερων συνθηκών που χαρακτήριζαν το νυχτερινό κυνήγι εκείνους τους καιρούς .
        Αφήνουμε τώρα κατά μέρος τη θεωρία και να μπούμε στη πράξη .Εκεί θα τα δείτε όλα να επαληθεύονται  .Την ξεγνοιασιά της ελευθερίας των παιδιών ,τις συγκινήσεις τις μοναδικές που προσφέρει το κυνήγι ,αλλά και τη γοητεία του «ζην επικινδύνως»! Όσο υπερβολικό μπορεί ν’ακούγεται το τελευταίο .Εξάλλου θα το έχετε παρατηρήσει ,η αίσθηση του κινδύνου αυτή καθεαυτή σε συνδυασμό με το ρίσκο ,που ως προοπτική συμπεριλαμβάνεται και συνυπολογίζεται μέσα στα δεδομένα μιας επικίνδυνης επιχείρησης ,αυτά τα δύο αντί να σε αποτρέπουν ,σε προκαλούν και σε ερεθίζουν τόσο ,ώστε να ρίχνεσαι στην περιπέτεια με κλειστά τα μάτια τις περισσότερες φορές ,αδιαφορώντας για τους κινδύνους και τις όποιες συνέπειες .Τελικά η δίψα για περιπέτεια είναι συνυφασμένη με τη μοίρα του ανθρώπου ως μια γενεσιουργός πλέον αιτία στην πορεία του προς το άγνωστο . Απόδειξη ,όλους μας γοητεύει η προοπτική μιας περιπέτειας ,είτε για να ζήσουμε οι ίδιοι είτε να τη βιώσουμε ακουστά στις περιπτώσεις άλλων .Ακόμα και διαβάζοντας ένα περιπετειώδες ανάγνωσμα μπορεί κανείς να αισθανθεί την ηδονή της περιπέτειας. Πολύ περισσότερο ,όταν μιλάμε ,όπως εδώ για παιδιά ,που κοντά στα άλλα έχουν λόγω ανωριμότητας παντελή (ή έστω σχετική )άγνοια του κινδύνου και το μόνο που τα κατευθύνει είναι το συναίσθημα και η γοητεία της περιπέτειας .
        Πάρα ταύτα εμείς εγώ και τρεις φίλοι μου ,κάτσαμε και λογαριάσαμε τότε , 1959 που λέγαμε ,όλους τους κινδύνους για την νυχτερινή επιχείρηση που είχαμε σχεδιάσει από καιρό .Θα μπαίναμε να κυνηγήσουμε βράδυ σε έναν «ακυνήγητο» μπαξέ .Στον καιρό εκείνο ακυνήγητος μπαξές ,στην παιδική ορολογία , ήταν το περιβόλι με τα πορτοκάλια ,όπου λόγω της δεδομένης εύλογα απαγόρευσης «φύσαγαν»,δηλαδή ήταν γεμάτα ,τα βράδια από πουλιά που κούρνιαζαν στις πορτοκαλιές για να κοιμηθούν .Τι συνέβαινε .  
        Τα πουλιά ,όπως κάθε ζωντανός οργανισμός ,όλη τη μέρα πετούν ψάχνοντας και τσιμπολογώντας .Τις νύχτες κούρνιαζαν στα πυκνά φυλλώματα των δέντρων για περισσότερη προστασία και ασφάλεια .Στον κάμπο προτιμούσαν τις πορτοκαλιές που ως γνωστόν έχουν ιδιαιτέρως πυκνό φύλλωμα .Ναι ,αλλά οι πορτοκαλιές δεν έχουν μεγάλο ύψος και αυτό ήταν το τρωτό σημείο για τα πουλιά .Γιατί η προστασία που από τα πολύ παλιά χρόνια τους έδινε το σκοτάδι  δεν ίσχυε προκειμένου για το βασικό τους θηρευτή τον άνθρωπο ,λόγω της εφεύρεσης του φακού .Από ένα χρονικό σημείο και ύστερα χάρη στο φακό το σκοτάδι έπαψε να είναι εμπόδιο στον ανελέητο αγώνα ανάμεσα στα πουλιά και στον άνθρωπο. Αυτό σε συνδυασμό με το χαμηλό ύψος  της πορτοκαλιάς άλλαξε καθοριστικά τους συσχετισμούς υπέρ του ανθρώπου. Τα πουλιά όντας κουρνιασμένα στις πορτοκαλιές και μάλιστα στα εξωτερικά φυλλώματα για να μπορούν εις  περίπτωση  κινδύνου να φεύγουν ανεμπόδιστα ,έτσι περιήλθαν μέσα στην εμβέλεια του παιδικού όπλου ,του «λάστιχου» που λέγαμε , καθώς έδιναν ιδανικό στόχο στους μανιώδεις θηρευτές τους ,όπως ήταν τα παιδιά .
        Στον κάμπο δεν υπήρχαν  παρά δύο-τρεις μπαξέδες όλο κι όλο κι αυτοί κατά κυνηγημένοι τόσο ,που από το ένστικτο τα πουλιά απέφευγαν να κουρνιάζουν εκεί τις νύχτες .Κάτι άλλοι μπαξέδες  ,ένας-δύο ,ήταν κατά μήκος του δημοσίου δρόμου στο χωριό προς την αγορά μέσα στην ίδια γειτονιά .Μπαξέδες κοντά σε σπίτια δεν προσφέρονταν για κυνήγι ,αφού και τα ίδια τα πουλιά δεν τους αποστρέφονταν λόγω της κίνησης και των θορύβων από τα αυτοκίνητα.
        Ο μόνος ακυνήγητος μπαξές ήταν αυτός που λέμε τώρα. Συνδύαζε ορισμένα πλεονεκτήματα για εμάς, όπως τα συζητάγαμε εκείνο το συγκεκριμένο απόγευμα στην επιτόπια σύσκεψη  που κάναμε όρθιοι έχοντας μπροστά μας τη θέα με τις πορτοκαλιές. Το μέρος ,η τοποθεσία ,ήταν ότι έπρεπε κοντά στο χωριό ,άρα χωρίς ταλαιπωρίες μέσα στα σκοτάδια ,και συνάμα ερημική όντας δίπλα στο ποτάμι .Ένα μονοπάτι χώριζε το μπαξέ από την όχθη .Βέβαια ,ήταν ψηλά στην απέναντι άκρη το σπίτι ,ένα δίπατο πέτρινο αρχοντικό που τα παράθυρα του βίγλιζαν κάτω κατά τις πορτοκαλιές. Μικρό εμπόδιο. Απλούστατα ,θα περιμέναμε ,θα καθυστερούσαμε δηλαδή να μπούμε μέσα μέχρι εκεί δέκα με δέκα μισή ,όταν θα είχαν αποκοιμηθεί οι ένοικοι πάνω στο σπίτι. Ούτε τηλεοράσεις υπήρχαν τότε ούτε καν ηλεκτρικό φως για να ξενύχταγε κανείς τα βράδια. Η ώρα εννιά ,βαριά δέκα, όλο το χωριό κοιμούνταν .
Με τις κότες που λέμε. Μόνο στους μαχαλάδες γύρω τα σκυλιά απολυμένα από τον άλυσο αλώνιζαν τις ρούγες ουρλιάζοντας ασταμάτητα αγριεμένα και συνάμα τρομαγμένα κι αυτά από τους ίσκιους και τα σκοτάδια .
        Το μόνο σοβαρό εμπόδιο ήταν ο σκύλος του σπιτιού .Αλλά τι σκύλος, σωστό θεριό που και η θέα του κατά τη διάρκεια της ημέρας καθώς ήταν δεμένο ,σου έκοβε την ανάσα. Ήταν το πιο μεγαλόσωμο και το πιο άγριο σκυλί στο χωριό , ο φόβος και ο τρόμος για τους περαστικούς εκεί κι ας ήταν δεμένο .Αλίμονο σε όποιον έπεφτε στα δόντια του .
        Να πούμε κι αυτό. Δε σπάνιζαν την εποχή εκείνα τα κρούσματα και λίγο-πολύ όλοι είχαμε να διηγηθούμε για περιστατικά με πρωταγωνιστές τα σκυλιά που επιτίθεντο στους χωριανούς , μικρούς και μεγάλους. Υπάρχουν σε αρκετούς οι ουλές στα πόδια και στα χέρια από παλιά δαγκώματα των σκύλων. Ετούτος εδώ παρά ήταν άγριος για να μην το υπολογίζαμε στη νυχτερινή μας επιχείρηση. Αλλά δε θα κωλώναμε για ένα σκυλί.
        Την ορισμένη ώρα γλιστρήσαμε αθόρυβα μέσα στον μπαξέ από μια τρύπα που είχαν ανοίξει οι φίλοι μου από τις προηγούμενες μέρες λασκάροντας το μεσαίο από τα τρία συρματοπλέγματα της περίφραξης και παραμερίζοντας λίγο στο σημείο εκείνο τα βάτα που ως φυσικό τοίχος έζωναν ολόγυρα το κτήμα .
        Σταθήκαμε πεντέξι λεπτά κοκαλωμένοι να αφουγκραστούμε και να ελέγξουμε μέσα στο σκοτάδι το χώρο .Τίποτε ,ησυχία .Ψηλά κατά το σπίτι τα παράθυρα είχαν από ώρα κλείσει. Δεν ακουγόταν άλλο από το σιγανό ρόχθισμα του ποταμιού καμιά δεκαπενταριά μέτρα δίπλα μας .
        Στον ουρανό ψηλά τα σύννεφα γοργοκύλιστα κυνηγούσαν το ένα το άλλο μην επιτρέποντας στο αμυδρό φως των αστεριών να διαπεράσει παρά μόνο σε λιγοστά ανοίγματα που φώτιζαν για λίγο και στη στιγμήν έκλειναν .Εκείνη την ώρα έπαιρνε και ψιχάλιζε και σε λιγάκι ακούγονταν σιγανό και μονότονο το μουρμουρητό της βροχής πάνω στα ήδη γυαλιστερά από το νερό φυλλώματα .Ήταν ότι έπρεπε εκείνη η βροχούλα , γιατί εκτός των άλλων μας τόνωσε τη διάθεση μας επιδρώντας ενεργητικά πάνω μας .
        Όλα ήταν με το μέρος μας .Ως και ο σκύλος που τον φοβόμασταν ιδιαίτερα , λες κι εκείνος είχε συνωμοτήσει μαζί μας ,ήταν φευγάτος από ώρα πολλή. Σίγουρα θα είχε σμίξει με το σκυλολόι πέρα στο μαχαλά. Ακούγαμε τα αλυχτίσματα .Χωρίς άλλη καθυστέρηση σιωπηλά όπως ταιριάζει σε ανάλογες περιστάσεις αρχίσαμε το έργο . Εγώ μπροστά με το φακό αναμμένο στο πηγούνι μου έφεγγα επάνω στα φυλλώματα εκατοστό το εκατοστό ερευνητικά να εντοπίσω τα κοιμισμένα εκείνη την ώρα πουλιά. Δεν άργησα να βρω το πρώτο πουλί ,ύστερα το δεύτερο ,πιο μετά το άλλο και το άλλο .Ήταν ένα θέαμα λίγο παράξενο ,μια ασυνήθιστη εικόνα .Να βλέπεις μέσα στη νύχτα στο σκοτάδι ένα πουλί ,τον ιδανικό στόχο να στέκει εκεί λίγα μέτρα ψηλά στη κρυψώνα που διάλεξε στα φυλλώματα ,λουσμένο μέσα στη ψυχρή λάσπη της ακτίνας από το φακό ,τελείως ανυπεράσπιστο παραδομένο στο θανατερό ύπνο του . Και την ίδια στιγμή από κάτω ακριβώς ο χάρος να τεντώνει τις λαστιχένιες του χορδές από το τόξο και να σημαδεύει το πουλί .Πόσες πιθανότητες έχει να αστοχήσει η ριξιά ;Ελάχιστες! Όλα ήταν εις βάρος του πουλιού .Δευτερόλεπτα μετά, όσο κρατούσε η σκόπευση ,άκουγες ένα ξερό «πλάφ» σημάδι πως η πέτρα είχε βρει το στόχο της .Αμέσως τότε η ακτίνα μια μακριά φωτεινή λεπίδα ,ψυχρή και ανελέητη , να στρέφεται κατά το έδαφος κάτω και να ψάχνει επίμονα μέσα στα χόρτα να εντοπίσει το σκοτωμένο πουλί. Ή κάποιες άλλες φορές άκουγες ένα σφυριχτό τερέτισμα μέσα στα σκοτεινά φυλλώματα να σπάει φύλλα και μικρά κλαδιά. Αποτυχία. Και σύγκαιρα έστελνες το βλέμμα σου κατά τα παράθυρα ψηλά ,μήπως και σε πήραν είδηση οι ένοικοι από πάνω .Τίποτε .Η καρδιά σου τότε ερχόταν στον τόπο της .
        Πόσα πουλιά είχαμε χτυπήσει ; Αυτό αναρωτηθήκαμε σε κάποια ώρα που κάναμε ένα σύντομο διάλειμμα. Τα πουλιά τα σκοτωμένα τα έβαζα εγώ στο σακάκι μου πίσω από μια τρύπα που είχα γι’αυτό το λόγο μονίμως καμωμένη μέσα από τη φόδρα ,ώστε να σχηματισθεί ένα είδος σάκου κατάλληλου για την περίσταση. Όλα τα παιδιά τότε είχαμε διαμορφώσει στα σακάκια μας παρόμοιες θήκες που μας χρησίμευαν συν τοις άλλοις και ως κρυψώνες να βάζουμε τίποτε κλεψιμέικα φρούτα και ξερούς καρπούς ,καρύδια και μύγδαλα. Ως και ξεροκόμματα ψωμί βάζαμε εκεί φεύγοντας το πρωί από το σπίτι να τα έχουμε σε ώρα ανάγκης ,όταν δηλαδή μας έπιανε η πείνα στις πολύωρες περιπλανήσεις μας .
        Από την πρόχειρη ψηλάφηση που έκανα στο σακάκι πίσω υπολόγισα πως ίσα με καμιά δεκαπενταριά σκοτωμένα πουλιά ,μπορεί και πιο πάνω ,όλα κοτσύφια , κερομύτες τα περισσότερα αναπαύονταν  στον αυτοσχέδιο σάκο μου .Επιτυχία άνευ προηγουμένου .
        Σκέφτηκα προς στιγμή να σταματήσουμε .Να παίρναμε από πεντέξι πορτοκάλια και μανταρίνια και να γυρίζαμε στα σπίτια μας. Αρκετά πουλιά είχαμε χτυπήσει και μάλιστα τόσο γρήγορα, μέσα σε μία-μιάμιση ώρα. Τι άλλο θέλαμε. Άντε, ντε, που τα παιδιά καλά-καλά τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, δεν ξέρουν τι θέλουν ούτε και βάζουν φραγμό ποτέ στις επιθυμίες τους. Αυτό πάθαμε κι εμείς εκείνη την ώρα. Αντί να πηγαίναμε στα σπιτάκια μας να κοιμηθούμε και να δοξάσουμε το Θεό που και τα πουλιά άφθονα είχαμε χτυπήσει και κανένα απρόοπτο δυσάρεστο δε μας είχε συμβεί, εμείς από τη λαιμαργία παρασυρμένοι είπαμε να συνεχίσουμε.
        Ναι, αλλά ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αγαπάει και το νοικοκύρη. Πώς να το κάνουμε. Λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο που λέμε .
        Εκεί ,λοιπόν που συνεχίσαμε τη συγκομιδή πουλιών ,έξαφνα ακούστηκε από πάνω από την αυλή του σπιτιού ένα ουρλιαχτό ,γάβγισμα ήταν εκείνο ή βρυχηθμός λιονταριού ,που έκανε το αίμα να παγώσει στις φλέβες μας. «Το σκυλί», φώναξαν δια μιας από δίπλα οι φίλοι μου και την άλλη στιγμή βάλθηκαν δρομαίοι πέρα κατά το φράχτη να φύγουν το γρηγορότερο δυνατό. Αυτοί ήταν πιο σβέλτοι από μένα και πιο κατατοπισμένοι σχετικά με το τόπο εκεί που τους ήταν γνωστός ,γιατί εκεί γύρω σ’εκείνο το μαχαλά ήταν τα σπίτια τους. Εγώ ήμουν από άλλο μαχαλά πιο κάτω και δεν ήξερα τα σχετικά .
        Εκείνες τις στιγμές τα είχα ολότελα χαμένα και για κάποια δευτερόλεπτα ,λίγα αλλά καθοριστικά ,έστεκα αποσβολωμένος σαν χαμένος ,όρθιος μέσα στο σκοτάδι , ανήμπορος να κάνω το παραμικρό .
        Όταν κίνησα να φύγω ,ήταν αργά .Ο σκύλος με είχε φτάσει και απέμεναν λίγα μέτρα για να με αρπάξει. Χωρίς να το καταλάβω εκείνη τη στιγμή έσκυβα να περάσω από την κερκόπορτα , το άνοιγμα στο φράχτη από όπου είχαμε μπει στην αρχή .Όλα ύστερα ακολούθησαν σαν μέσα σε όνειρο .Θυμάμαι μόνο πως το ένα μου πόδι σκόνταφτε σ’ένα σύρμα κάτω χαμηλά και την άλλη στιγμή σωριάστηκα φαρδύς-πλατύς στο έδαφος μέσα στα βάτα και τα αγριόχορτα. Αυτό , όπως αποδείχθηκε, με έσωσε τελικά την ώρα που εγώ έπεφτα κάτω ο σκύλος με τη φόρα που είχε ,πέρασε ακριβώς από πάνω μου και προσγειώθηκε δίπλα μου. «Πάει, τετέλεσται» .Αυτή τη σκέψη πρόλαβα να κάνω και περίμενα από στιγμή σε στιγμή να μπηχτούν τα δόντια του σκύλου στο κορμί μου. Οι σκηνές που ακολούθησαν ήταν εφιαλτικές .Εγώ να είμαι ξάπλα στο έδαφος μέσα στο σκοτάδι και εκεί μπροστά ένα-δύο μέτρα πιο πέρα να στριφογυρίζει και να ουρλιάζει μανιασμένα ,θεριό ανήμερο ,ο σκύλος .Έβλεπα τα πυρωμένα μάτια του ,δύο αναμμένα κάρβουνα, να χορεύουν διαβολικά ολόγυρα μου και άκουγα από τόσο κοντά τα φοβερά ουρλιαχτά του. Παραδόξως όμως δε μου επιτίθετο και αρκούνταν να ουρλιάζει μόνο. Είπα πάλι από μέσα μου «Ρε ,μπας και τη σκαπουλάρω τελικά και γλυτώσω». Είχε ζωντανέψει μέσα μου ανέλπιστα μια κρυφή ελπίδα. Να μην τα πολυλογώ ,λίγο ύστερα κατέφτασε το αφεντικό με το φακό στο χέρι ,χούγιαξε το σκυλί κι αυτό τότε βάλθηκε να κυνηγάει τους φίλους μου ,οι οποίοι όμως ήταν μακριά σε απόσταση ασφαλείας.
        Απόμεινα στη σκηνή πίσω εγώ και ο νοικοκύρης .Ένοχος με σκυφτό το κεφάλι μου τίναζα τα ρούχα μου κι έψαχνα -τι άλλο να έκανα στην αμηχανία μου –να βρω το φακό μου ,πράγμα εύκολο ,γιατί ήταν λίγο πιο πέρα μέσα στα χορτάρια , ακόμα αναμμένος. Πάνω στο ξάφνιασμα και την τρομάρα μου είχα παραλείψει εντελώς να τον κλείσω.
Σε τέτοιες περιστάσεις περισσεύουν οι λεπτομέρειες ως ευκόλως εννοούμενες.
        Στην αρχή μου έβαλε τις φωνές .Ύστερα ,όταν με αναγνώρισε, κάπως κάλμαρε. Το γύρισε στις συμβουλές ,αυστηρές βέβαια –πώς να γινόταν αλλιώς- αλλά το κλίμα είχε αναστραφεί ,απροσδοκήτως ευχάριστα. Όμως μου κράτησε αμανάτι το πηλήκιο που ως μαθητής φόραγα και στις διακοπές άβγαλτο –ήταν η εντολή του Γυμνασιάρχη όλοι να φοράμε τα καπέλα ,ακόμα και στις διακοπές ,μη εξαιρουμένου και του καλοκαιριού ακόμη ,τέτοια νοοτροπία επικρατούσε στα γυμνασιακά εκείνα χρόνια. Το καπέλο μέσα στη τρομάρα μου είχε παραπέσει εκεί κοντά και το περιμάζεψε ως τεκμήριο ενοχής ο ιδιοκτήτης του περιβολιού .Μάλιστα με απείλησε ότι μετά τις διακοπές  θα πήγαινε με το καπέλο στο Γυμνασιάρχη να καταγγείλει το γεγονός .Πράγμα που σήμαινε πως θα έτρωγα στα σίγουρα μια πεντάρα αποβολή ξεγυρισμένη. Το πηλίκιο ήταν το αδιάψευστο τεκμήριο ενοχής και ο Σύλλογος των καθηγητών δεν αστειεύονταν σε ανάλογα παραπτώματα .
        Όσο να κάνεις ήταν και αυτό μια ακόμη λαχτάρα ,έτσι στα καλά καθούμενα μετά την ώρα της πρωινής προσευχής να έβγαινε μπροστά στην παράταξη των μαθητών βλοσυρός ο κύριος Γυμνασιάρχης και να ανακοίνωνε την αποβολή μου με εκείνη τη συνοπτική και στυφή δυσάρεστη θέση (ή σκέτα, αποφάσισε )να αποβάλει επί πενθήμερο το μαθητή κλπ.
        Εγώ όλες τις μέρες ,που κράταγε αυτή η κατάσταση χωρίς το καπέλο , απέφευγα τη πρωινή προσευχή και παρακολουθούσα κρυμμένος σε μία γωνία στον τοίχο του σχολείου πότε να τελειώσει για να ενσωματωθώ απαρατήρητος με τους συμμαθητές μου κατά την αποχώρηση για την τάξη .Ήταν κι αυτή μια λαχτάρα , μικρή ή μεγάλη πάρ’το όπως θέλεις ,που πέρασα ,μια παράταση της τιμωρίας μου .
        Ευτυχώς που κράτησε λίγες μέρες και δε μου συνέβηκε άλλο παρατράγουδο.
        Τελικά η ιστορία είχε αίσιο τέλος .Ο νοικοκύρης που με είχε συλλάβει επ’αυτοφώρω πάνω στην τέλεση της έκνομης πράξης ,φαίνεται μου το συγχώρησε. Με βρήκε μια μέρα και μου επέστρεψε το καπέλο και έτσι έλαβε τέλος η ιστορία εκείνη.
        Το ωραίο είναι πως μετά από χρόνια και αφού στο μεταξύ είχαν αλλάξει οι συσχετισμοί από κοινωνικής πλευράς και η διαφορά της ηλικίας είχε αμβλυνθεί σημαντικά με τον εν λόγω ιδιοκτήτη της βραδιάς εκείνης γίναμε πολύ φίλοι και κάναμε παρέα μαζί στο καφενείο .Κάποια φορά δεν άντεξα και στην κουβέντα που είχαμε του θύμισα το παλιό περιστατικό .Τον είχα ρωτήσει, θυμάμαι, πως και γιατί μου τη χάρισε εκείνη την αμαρτία μου ,ενώ θα μπορούσε να με ξυλοφόρτωνε κιόλας. Άκου τώρα τι μου είπε επί λέξει «Σου τη χάρισα ,γιατί ήσουν καλό παιδί». Ο άνθρωπος ,Θεός σχωρέσ’τον γιατί έχει πεθάνει ήταν καλόψυχος .Εγώ δεν ήμουν και τόσο εντάξει. 


Φλεβάρης 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια: