...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

34.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

Το χαρτονόμισμα

Ένα καιρό δυο παιδιά,φίλοι αχώριστοι και συμμαθητές,κατέβαιναν το δρόμο από την Παλιά Φιλιππιάδα στη Νέα.Ηταν πρωί και πήγαιναν στο σχολείο,Δευτέρα τάξη Γυμνασίου.Κάθε μέρα έκαναν το ίδιο δρομολόι όσο διαρκούσε η σχολική χρονιά.Μαζί τους στο δρόμο βάδιζαν μπροστά και πίσω κι άλλα παιδιά,μαθητές και μαθήτριες,παρέες-παρέες για τον ίδιο λόγο για το σχολείο.
Κοίταξε τώρα πως η ζωή σκαρώνει τις διάφορες ιστοριούλες
της.Γιατί διάλεξε τα δυό παιδιά που είπαμε στην αρχή για ήρωες,για θύματα,εδώ είναι το μυστήριο που δεν μπορούμε να λύσουμε.Γιατί αυτά τα συγκεκριμένα παιδιά και όχι κάποια άλλα που ήταν διάσπαρτα στο δρόμο εκείνη την ώρα;Από τύχη θα πεις.Από σύμπτωση.Ας το δεχτούμε έτσι.
Ακούστε τώρα τη συνέχεια.
Είχαν φτάσει οι δυό φίλοι στη τζούμπα,καθώς λέγαμε το μέρος εκείνο του δρόμου,στο σημείο που παίρνεις τον κατήφορο,λίγο πιο κάτω όπως πάμε από την Παλιά στη Νέα Φιλιππιάδα,όπου είναι το Κτηνιατρείο.Εκεί,λοιπόν ακριβώς συνέβηκε το εξής περιστατικό.(Ημουν κοινός φίλος και των δύο παιδιών και ξέρω τα πράγματα από πρώτο χέρι).
Ξαφνικά ( πάντα ξαφνικά γίνονται τα απρόοπτα) ενώ βάδιζαν,ο ένας τους βλέπει κάτω καταμεσής του δρόμου ένα χαρτονόμισμα και,όπως είχε βρέξει από νωρίς τα χαράματα,ήταν βρεγμένο,ώστε φαινόταν σχεδόν κολλημένο,τεζαρισμένο θαλεγες,φαρδύ-πλατύ στο οδόστρωμα.
<<Κοίτα,είπε στον άλλο,ένα χαρτονόμισμα>>
Ακουσε εκείνος,έσκυψε και το πήρε στα χέρια του.Κάθισαν οι δυό τους για λίγα λεπτά στην άκρη του δρόμου και περιεργάζονταν το βρεγμένο χαρτονόμισμα.
Τους φάνηκε περίεργο από την πρώτη ματιά.Εν πρώτοις δεν ήταν ελληνικό από τους ξένους χαραχτήρες,γράμματα,εικόνες κλπ.Προφανώς ήταν ένα ξένο χαρτονόμισμα που ποιος ξέρει πως βρέθηκε εκεί.Ποιας εθνικότητας να ήταν και τι να άξιζε;Αυτή τη σκέψη έκαναν τελικά οι δυό φίλοι.Μυστήρια πράγματα δηλαδή.
Τα παιδιά σε τέτοιες περιπτώσεις και σε τέτοιες απορίες εύλογα δε λειτουργούν με τη λογική παρά με τη φαντασία.Από έλειψη σχετικής γνώσης και ανάλογων εμπειριών αναπληρώνουν την άγνοια με την φαντασία τους,με υλικό τώρα παραστάσεις που είχαν ακουστά η από όσα είχαν τυχόν διαβασμένα.
  Βέβαια!Ηταν φως φανάρι πως επρόκειτο για ένα παλιό χαρτονόμισμα μεγάλης συλλεκτικής αξίας.Αλλιώς πως να εξηγηθεί το γεγονός πως ήταν το μοναδικό που βρέθηκε,καθώς προφανώς παρέπεσε από κάποια τσέπη.Βλέπεις,δεν ήταν και άλλα παρόμοια χαρτονομίσματα στο γύρο,πράγμα που θα σήμαινε πως ήταν τίποτε πληθωριστικά,από αυτά που όντας άχρηστα τα πετάει κανείς στο δρόμο.Ενα ήταν και μοναδικό άρα κάποιο λάκκο έχει η φάβα.Πως δεν το σκέφτηκαν από την αρχή.
;Ελεγαν μεταξύ τους τα παιδιά.Σαν παιδιά που ήταν.
Το ερώτημα που ύστερα τους απασχόλησε ήταν πόσο αλήθεια να άξιζε εκείνο το μυστηριώδες χαρτονόμισμα;Εδώ πια η φαντασία τους άρχισε να οργιάζει.Να άξιζε τάχα ένα χιλιάρικο,δύο χιλιάρικα;Μπα,λίγα είναι.Εδώ έιχαν ακούσει για παλιά χαρτονομίσματα που οι συλλέκτες για να τα αποκτήσουν πλήρωσαν είκοσι και πενήντα χιλιάδες.Ποσά ασύλληπτα για το παιδικό τους μυαλό τότε.
Το δίχως άλλο οι δυό φίλοι είχαν καταλήξει στη σκέψη πως κρατούσαν στα χέρια τους ένα μικρό (γιατί όχι και μεγάλο)  θησαυρό.Σωστό λαχείο.Κελεπούρι που λέμε.
  
Θυμάστε αγαπητοί μου,τη χρυσή λίρα,για την οποία έγινε λόγος σε προηγούμενο κεφάλαιο.Το ίδιο περίπου επαναλήφθηκε με την περίπτωση εδώ των δύο φίλων.Εχουν ορισμένως αρκετά κοινά στοιχεία,ώστε η μία ιστοριούλα να παραπέμπει στην άλλη.Μόνο που με τη λίρα το ποσό ήταν καθορισμένο.Το χαρτονόμισμα για το οποίο μιλάμε ίσως να άξιζε τρελλά νούμερα.Η τίποτε.Κάτι το οποίο οι δυο φίλοι είχαν απορρίψει κατόπιν…ώριμης σκέψης.Η,με άλλα λόγια,δεν το σκέφτηκαν καθόλου.Ισως γιατί δεν ήθελαν να το σκεφτούν.Πως δηλαδή το χαρτονόμισμα εκείνο ίσως να μην είχε και καμιά απολύτως αξία.Τέτοια ιδέα δεν τους πέρασε καν από το μυαλουδάκι τους.Αλίμονο τώρα αν τα παιδιά γεννιούνταν σοφοί.Τότε τι νόημα θα είχε η ζωή σ αυτόν εδώ τον κόσμο.Αναρωτιέται κανείς.
Υστερα από όλα αυτά εσείς τώρα περιμένετε το τέλος της ιστορίας μας,τον επίλογο.Πως δηλ.κατέληξε το πράγμα.Και βέβαια πάνω σ αυτό δύο είναι τα πιθανά σενάρια.Η ότι κατόπιν ερευνών βρήκαν την αξία του χαρτονομίσματος και ήταν στο ψάξιμο ενός συλλέκτη του είδους,οπότε κλείνει ίσαμε αυτού το θέμα.Η ότι ήταν…άνθρακες ο θησαυρός.Τουτέστιν το χαρτονόμισμανα ήταν παραμύθι για τα μικρά παιδιά.Και τα περί θησαυρού ήταν όνειρα θερινής νυκτός κατά το λεγόμενο.
Αμ ε που τέλειωσε η υπόθεση!
Ισα-ίσα που είμαστε ακόμα στην αρχή.
Αυτό ήταν μόνο το <<στόρι>>,ο καμβάς όπου μαστόρισσα η ζωή έπλεξε το σενάριο.
Ακούστε πιο κάτω τι έγινε.

Κουβέντα την κουβέντα επόμενο ήταν η συζήτηση να φτάσει στη μοιραγή.Στο …ψητό δηλαδή.Από πόσα χρήματα θα έπαιρνε ο καθένας τους.Ως προοπτική,βέβαια αυτό,γιατί δεν ξέραν ακριβώς,η περίπου έστω,την αξία του χαρτονομίσματος.Στα παιδιά,είπαμε,σε κάθε τους σκέψη μπροστά πηγαίνει η επιθυμία κι ακόμα πιο μπροστά  η φαντασία.Η λογική πάει…περίπατο.Αν δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν το ποσό,αυτό ουδόλως τους εμπόδιζε να κάνουν έτσι στα πεταχτά κάποιους υπολογισμούς ως πρόγευση για την προσδοκώμενη χαρά.

Ανάμεσα λοιπόν, στα άλλα που κουβέντιαζαν σε κάποια στιγμή λέει ο ένας τους (αυτός που πρώτος είδε το χαρτονόμισμα) στον άλλο (που έσκυψε και το πήρε),

<<από πόσα λεφτά λες να πάρουμε;>>.Ολως φυσιολογική η ερώτηση ως απορία.
Τι του απάντησε ο άλλος αποστομωτικά,κατά τρόπο δηλ.που δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω εξηγήσεις.

<<το χαρτονόμισμα ανήκει σε μένα,γιατί εγώ το βρήκα>>.
<<Μα εγώ το είδα πρώτος και σου το έδειξα,πως το ξεχνάς αυτό;>>,είπε ο άλλος,ο ριγμένος,θεωρώντας δικαιωματική την αξίωση να λάβει το αναλογούν μερίδιο.Και βλέποντας το φίλο του ανυποχώρητο και ανένδοτο,πρόσθεσε το ύστατο επιχείρημα.<<Μα (δεύτερο <<μα>>) παρέα δεν είμαστε;Τότε τι φίλοι είμαστε;>>.Τίποτε.

Ο ευρών από την άλλη μεριά παρέμεινε τελείως αμετάπειστος και δεν ήθελε καμιά κουβέντα πάνω σ αυτό.Μάλιστα έκοψε δια μαχαίρας τη συζήτηση και αποχώρησε πρώτος βάζοντας τελεία και παύλα στο θέμα.

    Πίσω έμεινε ο φίλος του αμήχανος και καταπικραμένος από την απροσδόκητη εξέλιξη της υπόθεσης και από την προδοτική στάση του μέχρι προ τινος αχώριστου φίλου του.Να λυπόταν άραγε για τα χρήματα που έχανε η για τη φιλία που αποδείχτηκε τόσο σκάρτη.Το βέβαιο είναι πως είχε πέσει από τα σύννεφα ο καημένος και δεν μπορούσε να το χωνέψει με τίποτε.
Του διέφυγε ωστόσο μια λεπτομέρεια,προσθέτω τώρα εγώ ως σχόλιο.Ο έχων το καρπούζι έχει και το μαχαίρι κι αυτός στο τέλος τρώει και το καρπούζι.Δηλ.το χαρτονόμισμα,ενόσω κρατούσε η κουβέντα,ήταν για τα καλά ενθυλακωμένο (κοινώς τσεπωμένο) στην τσέπη του άλλου.Και είπαμε για τον έχοντα το καρπούζι και το μαχαίρι τι κάνει στο τέλος.
  Κι όσο για τη φιλία,άστα να πάνε.Οι παιδικές φιλίες είναι σαν τη φωτιά της φτέρης.Ανάβουν και φουντώνουν ξαφνικά και το ίδιο ξαφνικά σβήνουν μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας.
Μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει και με τις φιλίες των μεγάλων!Οσο μεγάλες και να είναι αυτές,έρχεται κάποια στιγμή που αποδεικνύονται πομφόλυγες,σαπουνόφουσκες δηλ.που σκάνε στον αέρα με το παραμικρό.Εκεί να δεις τί κρότο που κάνουν.Με τα παιδιά λίγο είναι το κακό.
   Που να ήξερε αυτά τα πράγματα ο φίλος μας.Ευτυχώς όμως που ήταν παιδί.Γιατί στα παιδιά,όσο κι αν οι εντυπώσεις (και οι αντιδράσιες τους) είναι ζωηρές και αψίθυμες,με τον καιρό καταλαγιάζουν.Οσο που ξεχνιούνται εντελώς και τα πράγματα αποκαθίστανται στην πρότερη τάξη τους.Οπως αποκαθίστανται και οι σχέσεις μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών όταν με τον καιρό ξεθυμαίνουν,σα να μη συνέβη τίποτε.Ενω με τους μεγάλους δε συμβαίνει κάτι τέτοιο.Οι μεγάλοι έτσι και χαλάσουν οι καρδιές τους,δε σιάζουν με τίποτε.Το κρατάνε μανιάτικο.
  
Τώρα καταλαβαίνετε λίγο-πολύ τη συνέχεια.(Είδατε που παραπάνω σας είπα πως δεν τερματίστηκε η υπόθεση και πως έχει ψωμί ακόμα το πράγμα).
   Λοιπόν να μην τα πολυλογούμε η ιστοριούλα μας στην πορεία πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις.Σαν τη φωτιά που στην αρχή ανάβει  από ένα μισοσβησμένο αποτσίγαρο και ύστερα φουντώνει και ανάλογα με τις περιστάσεις μπορεί να εξελιχθεί σε πυρκαγιά.Κάπως έτσι πήρε έκταση το περιστατικό με τα παιδιά.
Παρακολουθούσα την υπόθεση από κοντά,από την αρχή ως το τέλος της.Καθώς είπα ήμουν κοινός φίλος των παιδιών και μάλιστα με τον έναν,τον ριγμένο,τα σπίτια μας ήταν στον ίδιο μαχαλά.
Πως έγιναν τα πράγματα.
Πάει ο ένας από τους δυό φίλους,αυτός που ήμασταν γείτονες,και λέει το βράδυ στον πατέρα του <<το και το έτσι μου φέρθηκε ο φίλος μου σήμερα>>.Του τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι.Ετυχε να είμαι παρών στη σκηνή,καθότι γείτονες και φίλοι.
       Ο πατέρας σαν είδε το παιδί καταστεναχωρημένο, προσπάθησε να το παρηγορήσει,μειώνοντας τη σημασία του γεγονότος.Το παιδί τίποτε.Επέμενε,<<γιατί να μου το κάνει αυτό και να χάσω εγώ τα λεφτά και να τα πάρει εκείνος,αφού μαζί το βρήκαμε το χαρτονόμισμα>>.Ποτάμι το παράπονο.
  Είδε και απόειδε ο πατέρας.Στο τέλος του είπε πως την άλλη μέρα θα εύρισκε τον πατέρα του φίλου του και θα το τακτοποιούσαν το ζήτημα.
     Η πλάκα ήταν (αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή την έκφραση) πως μεταξύ τους οι δυο οικογένειες των φίλων μας,εκτός των άλλων δένονταν και με κουμπαριά.Οι πατεράδες τους εκτός από φίλοι ήταν και κουμπάροι.Ο ένας είχε βαφτίσει το παιδί του άλλου.
  Θα περίμενε,λοιπόν,κανείς να διευθετηθεί το πράγμα και να δοθεί μια δίκαιη λύση στη διαφορά.Τι το πιο εύκολο.
 
Ελα όμως που δεν έγινε έτσι και αντί γι αυτό συνέβη το ακριβώς αντίθετο.Στη διένεξη των παιδιών πήραν σειρα στο χορό και οι μεγάλοι.Κουβέντα την κουβέντα οι πατεράδες τους έριξαν περισσότερο λάδι στη φωτιά.Οχι κουμπάρε δεν είναι έτσι το δίκιο,ο ένας.Οχι,κουμπάρε,δεν είναι όπως τα λες τα πράγματα,ο άλλος.Ειπώθηκαν μέσα-μέσα και βαριές κουβέντες (αυτές είναι που χαλάνε τις συζητήσεις αυτού του είδους) και άναψε ο καβγάς (η φωτια από το αποτσίγαρο που λέγαμε).
Πάνε οι μεγάλες φιλίες,πάνε και οι κουμπαριές.

Εκτοτε οι μεταξύ τους επαφές αραίωσαν και η έχθρα,παγερός αέρας κρύωσε τις σχέσεις τους.Ετσι είναι αυτά τα πράγματα.Η φιλία,όπως και η αγάπη,είναι με την έχθρα οι δυο όψεις του ενός και του αυτού νομίσματος.Τόσο ελάχιστα απέχουν μεταξύ τους.Το έχουμε δει το έργο σε άπειρα παραδείγματα.Φτάνει μια σπίθα,ένας άτυχος λόγος,αστόχαστος,στην άκαιρη στιγμή και όλα παίρνουν φωτιά.Για να αποδειχτεί ότι στις μικρές κοινωνίες οι σχέσεις των ανθρώπων ισορροπούν πάνω σε λεπτό τεντωμένο σκοινί.Αρκεί μια σπίθα,καθώς είπαμε,για να διαρραγούν.Να φταίει η κακιά η ώρα,τα τσιτωμένα νεύρα από τη σκληρή δουλειά και τη μιζέρια.Μπορει πάλι αιτία να είναι η πολύ αγάπη και η πολλή φιλία που δεν αντέχονται για πολύ καιρό.Να έχει τόση δύναμη το συμφέρον ώστε να μπαίνει πάνω από αγάπες και φιλίες.Τι να πει κανείς είναι μυστήριο η ζωή.
  Πάντως εκεί κατέληξε το πράγμα με τους δυο φίλους και τους πατεράδες τους.Το βεβαιώνω και το προσυπογράφω εγώ που έζησα από κοντα την υπόθεση και μάλιστα επιχείρησα κάποιες φορές να συμβιβάσω τα δυο άκρα,αλλά μάταια.Οταν τα πράγματα πάρουν τον κατήφορο τίποτε δεν τα σταματάει.Θα φτάσουν μέχρι το τέλος.Οπως ένας βράχος που αποκολλιέται από την κορυφή και τίποτε δεν μπορεί να τον σταματήσει στην πτώση του.Ιδια και στη ζωή.
   Η περίπτωση προσφέρεται προς συναγωγή συμπερασμάτων και διδαγμάτων για τον καθένα μας.Μην πούμε πως η υπόθεση είναι ξένη και μακρινή.Ολα ξεκίνησαν από ένα τυχαίο περιστατικό με δυο παιδιά,δυο φίλους,για κεντρικούς ήρωες,και ένα χαρτονόμισμα.Ενα παλιό βρεγμένο χαρτονόμισμα που βρέθηκε τυχαία καταμεσής στο δρόμο από Παλιά προς τη Νέα Φιλιππιάδα.
Ενας καβγάς και μια διαφορά <<δι ασήμαντον αφορμή>>,όπως αναγράφονταν παλιά στο αστυνομικό δελτίο.Που όμως οι συνέπειες ήταν,όπως είδαμε,απροσδοκήτως σοβαρές.Καβγάς για ασήμαντη αφορμή.Εδω ταιριάζει ασορτί ο λόγος.

Ξέρετε τελικά ποιο ήταν το φινάλε της ιστορίας μας,της ιστοριούλας μας;Να το πω κι αυτό για να κλείσει οριστικά το θέμα.Επί τούτο το άφησα τελευταίο-τελευταίο.

Πρώτον.Το χαρτονόμισμα αποδείχτηκε εντελώς άχρηστο.Το πήγαν από την ενδιαφερόμενη πλευρά <<σε μάγισσες και χαρτορίχτρες>>,δηλονότι σε ειδικούς,οι οποίοι αποφάνθηκαν ότι δεν άξιζε μια δεκάρα.Ούτε τον κόπο να σκύψει κανείς να το περιμαζέψει από το δρόμο και να λερώσει έτσι τα χέρια του.Η ειρωνία του πράγματος.
   Το ακόμη πιο ωραίο είναι ότι τα δυο παιδιά,ύστερα από κάμποσο καιρό,ξέχασαν το περιστατικό-τι παιδιά θα ήταν αλλιώς-και ξανάγιναν φίλοι ,καλύτερα από πρώτα.
   Εκείνοι που τελικά πλήρωσαν το μάρμαρο ήταν οι μεγάλοι,οι γονείς των παιδιών,που η έχθρα τους κράτησε για όλη τους τη ζωή και πέραν του τάφου.(Το δεύτερο και τρίτο στη σειρά αποτέλεσμα).
  Για ασήμαντη αφορμή,ξαναθυμίζω.Ας πρόσεχαν,θα πεις εσύ. Και τώρα στο <<δια ταύτα>>.

  Θα το ξαναπώ και ας γίνω κουραστικός.Τίποτε δεν γίνεται τυχαία σ αυτό εδώ τον κόσμο.Το αίτιο και το αιτιατό,αφορμές,αιτίες και αποτελέσματα με όλες τις παρενέργειες και τα συναφή στοιχεία,δεν είναι λόγος άνευ σημασίας (και ουσίας).
Και όσο για την ίδια τη ζωή,δεν θα πάψει αυτή να αποτελεί το μέγιστο μυστήριο.
    Πάντως εμείς οι άνθρωποι είμαστε που μπλέκουμε τα πράγματα και από ένα φυσιολογικό κατά τα άλλα βιολογικό φαινόμενο η ζωή αποκτά στην πορεία κοινωνικό χαρακτήρα και παίρνει δραματικές έως και τραγικές κάποιες φορές διαστάσεις.Οποια πέτρα κι αν σηκώσεις από κάτω θα βρεις τον άνθρωπο.Αυτός ευθύνεται κι αυτός φταίει για όλα.Ο μύθος για τη ρημάδα,την άτιμη τη ζωή είναι παραμύθι.

Δικαιολογίες και λόγια είναι,τίποτε άλλο.Ακόμα και η τύχη που την επικαλούμαστε για το ένα και το άλλο κι αυτή παραμύθι είναι.Ετικέτες είναι οι λεγόμενοι τυχεροί και άτυχοι.Ετικέτες που αναγράφονται στο αγνώστου περιεχομένου δέμα που στον καθένα μόλις γεννιέται μοιράζουν ως προικιό οι Μοίρες,σύμφωνα με τον αρχαίο μύθο.Ηξεραν οι αρχαίοι μας πρόγονοι τι έλεγαν.Εμείς δεν ξέρουμε οι νεότεροι,οι κατοπινοί,που πάνε τα τέσσερα.

  Διαβάσαμε την ιστοριούλα μας,ευχάριστη και μέχρι σημείου ανώδυνη.Μέχρι ενός σημείου.Γιατί από ένα διάστημα και πέρα η υπόθεσή της προσέλαβε σοβαρό χαρακτήρα και τροπή με την εμπλοκή των μεγάλων.Ετσι συμβαίνει συνήθως,όταν οι πατεράδες μπλέκουν στις υποθέσιες των παιδιών τους και παίρνουν προσωπικά το πράγμα.
   Ηταν ένας πατέρας κάποτε σε κάποιο από τα διπλανά χωριά κι αυτός με τον παραμικρό καβγά των παιδιών του κυνήγαγε τα ξένα παιδιά αντί να συμβουλέψει και να μαλώσει κατά περίπτωση τα δικά του παιδιά.
   Ηθικόν δίδαγμα.Οι ιστοριούλες του τύπου που είπαμε,οι παιδικές μπορεί να είναι (και είναι) αθώες εξωτερικώς και στο βάθος, αν θέλετε εφ όσον πρόκειται για παιδιά.Δεν παύουν όμως να είναι προγυμνάσματα,προσομειώσεις της μετέπειτα ζωής,στην ώριμη ηλικία.
Αρα,πέραν των άλλων προσφέρονται,η καθεμιά τους και ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για σπουδή,μελέτη δηλ του χαρακτήρα των παιδιών στη φάση της αθωότητας που τα χαρακτηρίζει.
Ώστε με μια προσεχτική παρέμβαση των γονιών για παράδειγμα,κάποια υποβόσκοντα παδικά ελαττώματα να περιορίζονται η και να εξαλειφθούν εν τη γενέσει τους.Γιατί αργότερα θα είναι κάπως αργά θέλω να πω,προκειμένου για την εδώ ιστοριούλα μας αλλά και για όποια άλλη παρόμοια με ήρωες τα παιδιά,θα μπορούσαν τα πράγματα να έχουν διαφορετική τροπή κατά το χαρακτήρα των παιδιών και κατά τις περιστάσεις.Είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο,με πιο έντονους καβγάδες με χειροδικίες και δικαστήρια.Θα μπορούσε αλλά…
    Ευχάριστες οι ιστοριούλες μας αλλά και διδακτικές.Ανάλογα με το πως διατίθεται ο καθένας μας απένατι σ αυτές.

Εμείς ωστόσο εδώ ας περιορισθούμε και ας αρκεστούμε στο τερπνό,δηλ στο ευχάριστο.Οσο για το ωφέλιμο,αυτό μπορεί
να περιμένει.

Να ωριμάσουμε πρώτα και ύστερα βλέπουμε.
Οι άνθρωποι,λέω,γενικώς.

Απρίλης 2017
ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ Δ.ΚΩΣΤΑΚΟΣ

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μόνο έτσι θα θυμόμαστε την παλία φιλιππιαδα γιατί τώρα έχει γίνει ότι πιο ρατσιστικό υπάρχει. Το μοναδικό σχολείο σε όλη την Ελλάδα που δεν δέχεται προσφυγοπουλα και δεν στέλνουν τα παιδιά τους σχολείο.

Aris Giannakis είπε...

Την Παλαιά Φιλιππιαδα την θυμόμαστε με αγάπη και την νοσταλγούμε πάντα. Θυμόμαστε πάντα τα παιδικά μας χρόνια που περάσαμε στις γειτονιές στης. Θυμόμαστε τις όμορφες, τις καλές αλλά και τις άσχημες στιγμές. Ποιός δεν θυμάτε τα καθημερινά '' πρωταθλήματα'' μπάλλας στο κοτσέκι, ή τα περιφεριακά, στον μύλο και στα τουμπάκια. Τα καλοκαιρινά ''λουτρά'' στον γυαλό και την ηλιοθεραπία στην αυλή του μύλο για να ζεσταθούμε. Ξεχνιέτε ο θερινός σινεμάς που παιζότανε στον τοίχο του παντοπωλείου του συγχωρεμένου Βαγγέλη Τσατσάνη. Ποιός δεν θυμάτε τις μπίλιες που παιζαμε ή το ΄΄κτίτσ'' (με τα κέρματα πάνω σε ένα σπιρτόκουτο). Οι παιδικές αποδράσεις στις γούβες και στο δάσος για να φάμε φραγκόσυκα ή γκόρτσα και όταν δεν επαρκούσαν αυτά κάναμε και τις ''επιδρομές'' με την μαρίδα (την παλιοπαρεα) στους κήπους και στα οπωροφόρα των συμπολιτών μας με τον φόβο πάντα μη μας πιάσει ο ιδιοκτήτης ή ο αγροφύλακς. Τα 'σαφάρι'' για ότι πετούμενο υπήρχε με το λάστιχο και χτυπάγαμε και καμμιά κότα έτσι για αλλαγή. Οι ατελείωτες ώρες για το ψάρεμα της τσίμπας στο ποτάμι. Έτσι θυμάμαι εγώ την πόλη μου και και κάθε πόλη αλλάζει και έρχεται το καινούργιο. Ας μήν λέμε όμως μεγάλα λόγια, γιατί κάποιοι που μιλάνε για ρατσισμό, δεν τον έχουν ζήσει, διαφορετικά είμαι σίγουρος ότι θα αναθεωρούσαν πολλές από τις απόψεις τους, εαν όχι θα ήταν πολύ ποιό επιφυλακτικοί και πιό προσεκτικοί.