Ζωντανή σύνδεση με φωλιά στην Φιλιππιάδα

...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

50.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

 Που να΄ναι εκείνα τα παιδιά.

 του Μιλτιάδη.Δ.Κωστάκου  

    Κάθομαι, τώρα εγώ ανάμερα και συλλογίζομαι.. Μπροστά μου κυλάει ορμητικό το ρεύμα της ζωής και είναι, εδώ που φτάσαμε, να με πάρει και εμένα, να με παρασύρει στην δίνη του και να με πάει ποιος ξέρει πού. Όπως τόσους άλλους της γενιάς μου, μεγαλύτερους και μικρότερους. Αλήθεια, αυτό είναι ζωή; Αναρωτιέσαι βαθιά μέσα σου και απορείς. Ένα ταξίδι όλο και όλο που κρατάει εξήντα, εβδομήντα χρόνια. Για άλλους λίγο περισσότερο, για άλλους πάλι πολλούς λιγότερο, άδικα λιγότερο. Και λοιπόν; Είμαστε οι άνθρωποι δημιουργήματα, προϊόντα αναλώσιμα με ανοιχτή απλά την ημερομηνία λήξης; Γιατί τότε ερχόμαστε, δηλαδή γεννιόμαστε; Να κάνουμε τι στον κόσμο; Προπάντων πού πηγαίνουμε. Μεγάλα ερωτηματικά που μέχρι τώρα δεν βρήκαν απάντηση. Που ίσως και να μη βρουν στον αιώνα τον άπαντα. Η τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας. Να μην ξέρεις τι  είσαι και γιατί υπάρχεις.
    Ήταν πρώτα στο χωριό οι γέροντες. Τους θυμάμαι και τους φέρνω στο νου μου τώρα. Μορφές σεβαστικές, πρόσωπα σκαμμένα από τις ρυτίδες  που τις είχε χαράξει η μίζερη δουλειά και το βάρος των χρόνων. Ο Ντούλα – Τζιάτζος  ψηλός με τις μουστάκες του, τη μπουραζάνα του  με τα χωρίς φούντες τσαρούχια του και το μαύρο φέσι, κι αυτό χωρίς φούντα στο κεφάλι του να κατηφορίζει το δρομάκο της γειτονιάς μας. Ο Βασίλ᾽Ντούλας, ο μπάρμπα-Βασίλης,  άλλη πατριαρχική μορφή αυτός με τα αδρά χαρακτηριστικά ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του,  ίδιο με τις αυστηρές ζωγραφιστές εικόνες των αγίων στους τοίχους της εκκλησίας της Παναγίας. Δύο τύποι από τους πιο χαρακτηριστικούς της γειτονιάς μου τότε που μικρό παιδί φιλοτεχνούσα  την πινακοθήκη των χαρακτήρων του χωριού μέσα μου, Με το πινέλο της αυθόρμητης περιέργειας και της άδολης παιδικής αφελείας.
    Όλοι οι γέροντες τότε λίγο πολύ έμοιαζαν μεταξύ τους με τα γνωρίσματα των δύο αντιπροσωπευτικών τύπων που προανέφερα. Τους ίδιους σχεδόν συναντούσα σε κάθε μαχαλά που διάβαινα  και στο καφενείο όπου ήταν συναγμένοι.  Ο μπάρμπα Ντούλας, ο μπάρμπα Σταύρος, ο μπάρμπα Κώτσιος. Όλοι τους όμοιοι, με ελαφρές αποκλίσεις. Από τα ίδια καλούπια που σμίλευε η ομοιομορφία της φτώχειας εκείνους τους καιρούς, που η λέξη μόδα ήταν παντελώς άγνωστη.
    Ίδια και οι γυναίκες. Αυτές κι αν βολόδερναν μέσα στην ομοιομορφία τους. Την ισοπεδωτική ομοιομορφία που αλλοτρίωσε τη γυναίκα μέσα στους αιώνες σε ρόλους καθηλωτικούς για την ελευθερία τους και την ίδια τη φύση τους. Ή γυναίκα που στο σπίτι χρεώνεται όλες τις ευθύνες και τα οικογενειακά βάρη. Η γυναίκα να γεννήσει τα παιδιά, η πιο επώδυνη διαδικασία μέσα στη φύση και ως μάνα να τα θηλάσει να τα αναθρέψει. Η γυναικά ως νοικοκυρά να φροντίσει για το σπίτι, για το νοικοκυριό και όλες τις ανάγκες. Να σκαλίσει τον κήπο, να δουλέψει στο χωράφι. Να υπηρετήσει όλους μέσα στο σπίτι, από τον μικρότερο ως τον μεγαλύτερο. Που να᾽βρισκε χρόνο και τρόπο να υπηρετήσει τον εαυτό της. Ένα χτένισμα θα το έκανε κι αυτό μόνη της στα πεταχτά, που καιρός για λεφτά· ακόμα και χρόνος για την κομμώτρια. Τα ρούχα της, τα φορέματα της, την γκαρνταρόμπα της. Άκου, γκαρνταρόμπα, τι πράγμα κι᾽αυτό, τρώγεται; Μια κρεμάστρα κάπου εκεί παράμερα για να ξεχωρίζει. Ένας ειδικός χώρος διακριτικά στην άκρη της ντουλάπας, αν υπήρχε κι αυτή. Έπειτα η ενδυμασία της, τα ρούχα, τα φορέματα της. Όλα της τα χρειαζούμενα, για να βγει η γυναίκα έξω στον κόσμο, και αυτά ήσαν περιορισμένα σε αριθμό και γούστο κατά τις απόλυτες ανάγκες και, φυσικά, κατά το πορτοφόλι που συνήθως ήταν  λίαν περιορισμένων δυνατοτήτων. Κύριες και κύριοι, σας παρουσιάζω τη γυναίκα της εποχής που εδώ και καιρό σας μιλάω. Μια ανθρώπινη φιγούρα σε μαύρη ή γκρίζα εκδοχή χρωματικά,με μονίμως στο κεφάλι της ένα μαντήλι μαύρο και αυτό, διάστικτο αν δεν ήταν κατάμαυρο με κάποια ανθάκια μικρά σαν κόκκους χρωματιστούς εδώ κι εκεί.  Το πένθος διαρκείας - πάντα στον κοινωνικό περίγυρο υπάρχει αυτό – και η αυστηρότητα των ηθών σε συνδυασμό με τη σκληρή καθημερινή δουλειά σφυρηλάτησαν και σμίλεψαν  με τον καιρό το αρχέτυπο της γυναικείας μορφής στις βασικές εκδοχές της. Τη μάνα νοικοκυρά, την αγρότισσα, την τσοπάνισσα, με την αναπόφευκτη ποδιά της είτε στη δουλειά της μέσα κι έξω από το σπίτι είτε όταν πήγαινε στο μαγαζί να ψωνίσει. Μόνο στις γιορτές και στα πανηγύρια και, φυσικά, τις Κυριακές στην εκκλησία οι γυναίκες ευπρεπίζονταν και φρόντιζαν λιγάκι τον εαυτό τους και το ντύσιμο τους. Αυτά την Κυριακή ως τη Δευτέρα.
   Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις τις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες εποχής και εκεί θα αντικρίσεις τις γιαγιάδες και τους παππούδες σας και θα καταλάβεις περί τίνος σας μιλάω. Μορφές κλασσικές, στερεότυπες, με έντονα και  αδρά χαρακτηριστικά, αντιπροσωπευτικές του καιρού που αναφερόμαστε προκειμένου για την περιοχή μας εδώ. Η ομοιομορφία που λέγαμε
    Ύστερα η επόμενη γενιά, τα παιδιά τους. Η δικοί μας τότε, πατεράδες και μανάδες. Με ελάχιστες διαφορές και πολλές ομοιότητες στο ντύσιμο και στον τρόπο. Κάτι καινούργιο ξεχάραζε  αμυδρά εκεί στο ξημέρωμα κατά την ανατολή, απροσδιόριστο για την ώρα. Περπατάγαμε, ναι, στους ίδιους δρόμους, αλλά να τους πλατύνουμε λιγάκι, να τους μακρύνουμε. Όχι με θράσος. Να μην ξεκοπούμε ολότελα. Αλλά είναι κάποια ελπίδα και απαντοχή για κάτι καλύτερο. Δεν είχε αυτό το <<καλύτερο>>,  ορισμένο σχήμα και μορφή. Και πως να έχει άλλωστε. Πως να του᾽δινες συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.  Αλλά να,ένα καινούργιο πουκάμισο καθαρό και ένα κουστούμι όλο και όλο για τις Κυριακές στην εκκλησία και τις μεγαλογιορτές, Χριστούγεννα και Πάσχα. Τα είχαμε ανάγκη αυτά τα πράγματα. Επιτέλους είμαστε άνθρωποι, δεν είμαστε ζώα. Μέχρις εκεί όμως, να μην ξεφύγουμε από τον ίσκιο των πατεράδων μας. Οι άντρες! Όσο για τις γυναίκες, άσε, αυτές ας περιμένουν. Είναι το σπίτι, τα παιδιά, οι δουλειές που δεν λιγόστεψαν καθόλου. Δεκαετία του ᾽50. Για ποιά πρόοδο να λέμε τώρα.
    Ωστόσο ήταν κάποια καινούρια φανερώματα, λιγοστά βέβαια και όσο να κάνεις δυσδιάκριτα <<διά γυμνού  οφθαλμού>> πως λέμε. Αλλά που με λίγη παρατηρητικότητα  μπορούσες να το δεις. Η αγορά, για παράδειγμα, αρχίσε όλο και να πληθαίνει σε επισκέπτες και σε αγορασττικά  προϊόντα. Ξεθάρρεψε ο κόσμος. Οι πόλεμοι τελείωσαν. Ήταν σαν να είχε έρθει επιτέλους το ξημέρωμα μιας μακριάς νύχτας όλο εφιάλτες, βροντές και αστροπελέκια. Μπορούσες ελεύθερα να βγεις από το σπίτι σου, να αντικρίσεις τον ήλιο, να πεις καλημέρα στους γείτονες. Έπειτα να κοιτάξεις τις δουλειές που χρόνια της είχες μισοπαρατημένες εξαιτίας του μεγάλου φόβου. Πόλεμοι ήταν, θανατικό.  Έλεγες από μέσα σου,  θα γίνει το θαύμα να γίνεις και εσύ κάποιος στην ζωή; Ένας αξιωματικός, υπαξιωματικός, ένας δάσκαλος. Μπα, που τέτοια τύχη. Από μέσα σου, το επαναλαμβάνουμε,  τα έλεγες αυτά, σαν σε όνειρο. Δεν τα εκμυστηρευόσουν ούτε στον… παπά.  Πήγαινες στο γυμνάσιο, άλλος μαθήτευε κοντά σε έναν τεχνίτη,  σ᾽ένα μάστορα, να μάθει την τέχνη. Και όπου έβγαζε το πράγμα. Η ύστατη ελπίδα, μπας κι αλλάξει η ζωή προς το καλύτερο. Αυτό ίσχυε για τη δικιά μας γενιά. Εμείς είχαμε, ελάχιστό έστω, το προνόμιο να ελπίζουμε. Γιατί η γενιά των πατεράδων μας είχε καεί στη φωτιά των απανωτών πολέμων. Για ελπίδες και προοπτικές, ούτε λόγος.
    Και να δεις που εκεί στα 1960 άρχιζαν  να ροδίζουν κάποια φανερώματα λιγοστά βέβαια αλλά βάσιμα, που προοιωνίζονταν καλύτερες μέρες.Ήρθε στα σπίτια το ηλεκτρικό ρεύμα και μπορούσαμε επιτέλους να φωτίσουμε όλο το σπίτι με ένα απλό πάτημα του διακόπτη. Αυτό ναι, ήταν πρόοδος. Έφτασε για τα καλά το νερο στο σπίτι, ήρθαν οι βρύσες και οι νοικοκυρές έπαψαν να κουβαλάνε νερό όλη μέρα από το πηγάδι με τη στάμνα  και τη βαρέλα. Άνοιξαν και οι δουλειές με αποτέλεσμα να κυκλοφοράει περισσότερο χρήμα, λιγοστό βέβαια, αλλά πού σου επέτρεπε να ρίξεις περισσότερο λάδι στο φαγητό και όχι με τις σταγόνες, όπως γινόταν μέχρι πριν.
    Η μεγάλη αλλαγή ήλθε με την μετανάστευση στην Γερμανία. Εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων πήραν το δρόμο της ξενιτιάς να δουλέψουν στις φάμπρικες της Γερμανίας. Ένα μεγάλο κοινωνικό γεγονός με πολλαπλές συνέπειες για τη χώρα μας. Χρήμα ζεστό και άφθονο εισέρρευσε  στα κρατικά ταμεία, τονώθηκε η αγορά από τα πάσης φύσεως έργα. Χτίσθηκαν σπίτια, πολλά σπίτια, εξοπλισμένα με ανέσεις πρωτόγνωρες για τα μέχρι τότε δεδομένα της χειμάζουσας ελληνικής κοινωνίας. Έρχονταν με την άδεια τα καλοκαίρια οι μετανάστες και σκόρπιζαν χρήμα με ουρά. Πρώτη φορά που βλέπαμε ανθρώπους με κουστούμια στις εργάσιμες μέρες, να κυκλοφορούν με κούρσες. Ειδικά στα πανηγύρια οι μετανάστες από τον καημό που τους έλειπε η πατρίδα, το χωριό τους, έστειναν γλέντια ξεγυρισμένα χορεύοντας ως το πρωί. Πράγματα πρωτόφαντα για κείνους τους καιρούς. Η ελπίδα άρχισε να παίρνει το χαρακτήρα βάσιμης προοπτικής.
    Αυτό κράτησε περί τα είκοσι χρόνια, αρκετά για να ανασάνει η οικονομία της πατρίδας μας και να χορτάσουν επιτέλους τα αδειανά στομάχια μας.
Μέχρις εδώ κλείνει ο κύκλος του ιστορήματος. Τελειώνει το ταξίδι μας. Τελευταίες πινελιές απομένουν. Προπάντων κάτι σκέψεις σκόρπιες κι αυτές που αναπόφευκτα, σχεδόν βασανίστηκα, έρχονται στο τέλος ως επίλογος σε μια γραφή, ως απολογισμός μιας περιόδου μεστής από έντονα βιώματα, Όπως αυτά της δικής μου γενιάς. Κάθε στιγμή στην ιστορία γεννιέται από κάποια άλλη, για να  γεννοβολήσει στη συνέχεια το επόμενο περιστατικό, το επόμενο αφήγημα. Έτσι είναι η ζωή, μια αδιάσπαστη ενότητα και μια αδιατάρακτη συνέχεια. Μπορείς να σταματήσεις τη νεροσυρμή,  να ακινητοποιήσεις το ρεύμα της και να το κόψεις σε κομμάτια για να τα μελετήσεις ύστερα με την ησυχία σου; Δε γίνεται.
    Αυτά και άλλα πολλά σκέφτομαι τώρα και μαζί με την απορία με πιάνει το παράπονο. Γιατί να  είναι έτσι τα πράγματα και όχι κάπως αλλιώς. Δε λέω, να φεύγουμε από τούτο τον κόσμο, αλλά με κάποια τάξη, με κάποια σειρά. Σήμερα εγώ, αύριο εσύ, μεθαύριο ένας άλλος. Προπάντων να ξέρουμε και που πηγαίνουμε. Τόσοι άνθρωποι έφυγαν που γέμιζαν το χωριό με την παρουσία τους. Σα να τους βλέπω κάθε απόγευμα που παίρνει και βραδιάζει να ροβολάνε από τους μαχαλάδες ψηλά, ίσια κατά τα μαγαζιά, ένας-ένας, δύο-δύο και να αρχίζει πάλι το πανηγύρι το καθημερινό ως αργά τη νύχτα. Που να᾽ναι,  αλήθεια, εκείνα τα παιδιά, ένας ολόκληρος κόσμος; Ώρες ώρες δε μου βγαίνει από το μυαλό πως εγώ ανήκω σε εκείνο τον κόσμο.  Η λογική των υπολογιστών (Η/Υ)  σήμερα εμένα δεν με ακουμπάει και ας πρόκειται για ένα σύγχρονο θαύμα της τεχνολογίας. Είναι θέμα προσωπικό και σε καμία περίπτωση δεν το συνιστώ. Λέω και το άλλο και με αυτό κλείνω. Μήπως και η μνήμη με τη μορφή τις ανάμνησης, ως πνευματική κατεξοχήν λειτουργία δεν νοείται αλλιώτικα από την βαθύτερη υπαρξιακή μας αγωνία ως πεπερασμένων όντων να αντισταθούμε στη λήθη, την λησμονιά, που στη συνείδησή μας  ισοδυναμεί με τον απόλυτο  θάνατο;  Αγώνας δηλαδή και αγωνία που η εκκλησία μας εξαγιάζει θεσμικά με τα τελούμενα μνημόσυνα των νεκρών και τις αλλές  ιερουργίες.
    Η εκκλησία, η θεσμοποιημένη πίστη, με ασύλληπτο μεταφυσικό βάθος. Από την άλλη μεριά το Σύμπαν, το Απειρο, που δεν έχει αρχή και τέλος, μια χαώδης έκταση στο χώρο και το χρόνο. Ύστερα η Δημιουργία ως ενέργεια και υπέρτατος σκοπός
   . Τέλος ο Ανθρωπος, δηλαδή εμείς που είμαστε τώρα, αυτοί που υπήρξαν πριν από εμάς, και αυτοί που θα έρθουν, θα ακολουθήσουν. Να είναι ο άνθρωπος τόσο ασήμαντος, όσο απειροελάχιστος δείχνει μπροστά στις συμπαντικές έννοιες που είπαμε; Ιδού το ερώτημα. Έχει πολλή δουλειά ακόμη η Φιλοσοφία. Αν και για ορισμένους τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα. Έτσι ή  αλλιώς.
    Έρχονται τώρα από μια μεριά οι φίλτατοι παλιοί μου γνώριμοι, οι αποχωρήσαντες από το μάταιο τούτο βίο, οι κοντινοί,  που τους έζησα, που ζήσαμε μαζί πριν κάποια χρόνια, και τι μου λένε.
<<Μη  βασανίζεσαι άδικα και σκίζεις το κεφάλι σου! Ότι είναι να γίνει, θα γίνει. Άσε τα πράγματα να κυλήσουν, όπως αυτά θέλουν. Έφεξε – νύχτωσε, είναι η ζωή. Κάτι ξέρουμε και εμείς>>.
Σα να έχουν δίκιο. Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει.
 Έφεξε – νύχτωσε είναι η ζωή. Τελεία και παύλα
Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος
Ιούνιος 2018

Μεγάλωσαν και δοκιμάζουν τα φτερά τους...

της Eva Stets ( Every Stork in Greece)
9 Ιουλίου 2018. Μεγάλωσαν οι νεαροί πελαργοί στην Φιλιππιάδα και κλείνουν σήμερα τις 50 (οι δυο πρώτοι) και τις 48 (ο τρίτος) μέρες τις ζωής τους (εκκολάφτηκαν στις 20 και 22 Μάιου αντίστοιχα). Τώρα πλέον πλησιάζουν και οι μέρες που τα πουλιά θα ξεκινήσουν τις πρώτες πτήσεις (σε πολλές φωλιές οι νεαροί πελαργοί, που εκκολαφτήκαν νωρίτερα, άρχισαν και πετάνε).
Βάση των ημερομηνιών της παρακολούθησης γνωρίζουμε, ότι οι πρώτες πτήσεις των πελαργών ξεκινούν συνήθως μετά από τις 60 μέρες από την ημέρα εκκόλαψης. Αυτό μπορεί να αλλάξει (+ / - λίγες μέρες) ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στην φωλιά. Παράδειγμα: αν οι νεαροί πελαργοί ταΐζονται πάρα πολύ από τους γονείς και δεν έχουν χάσει αρκετό λίπος – θα πετάξουν πιο αργά από αυτούς που είναι πιο αδύνατοι.
Πριν το «μεγάλο βήμα» όλοι νεοσσοί πελαργοί κάνουν για αρκετό καιρό τις «δόκιμες πτήσεις»: γυμνάζουν τα φτερά τους και (όλο και περισσότερα) κάνουν άλματα πάνω από την φωλιά. Μπορούμε να παρακολουθούμε αυτές «ετοιμάσεις» με την κάμερα ιντερνέτ στραμμένη στην φωλιά στην Φιλιππιάδα. Ας τους χαρούμε ακόμα!
Η φωτο είναι screenshot από την μετάδοση: http://filoiko.blogspot.com/

Έτοιμοι να πετάξουν οι μικροί και "διάσημοι" πελαργοί της Φιλιππιάδας

  πηγή //epirusgate.blogspot.com

Έτοιμοι να ανοίξουν τα φτερά τους και να πετάξουν μακριά από την φωλιά τους είναι οι νεοσσοί πελαργοί από την διάσημη πλέον φωλιά της Φιλιππιάδας. Οι σκηνές που αποτυπώνει το blog Filoiko δείχνουν τα 3 πανέμορφα πουλιά που γεννήθηκαν στα τέλη του Απρίλη να έχουν μεγαλώσει, να έχουν αποκτήσει τις χαρακτηριστικές μαύρες ρίγες στα φτερά τους και να κάνουν ήδη τις πρώτες δοκιμές να ...
πετάξουν, προετοιμάζοντας έτσι το μεγάλο τους ταξίδι για την Αφρική το οποίο θα ξεκινήσει στα τέλη Αυγούστου. Οι πελαργοί είναι πουλιά που δημιουργούν ιδιαίτερους οικογενειακούς δεσμούς, ενώ η εικόνα των νεαρών πτηνών να παίρνουν "μαθήματα πτήσης" από τους γονείς τους στον κάμπο της Φιλιππιάδας, της Άρτας και του Λούρου είναι εντυπωσιακή και αποτυπώνει το μεγαλείο που κρύβει η φύση μέσα από την απλότητά της.

49.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

   Ο κινηματογράφος για πρώτη φορά στη Φιλιππιάδα. Το μέγα γεγονός.
 του Μιλτιάδη.Δ.Κωστάκου  
  Ώσπου ήρθε ο σινεμάς, όπως λέγαμε (και λέμε) τον κινηματογράφο από την πολιτογραφημένη στη γλώσσα μας γαλλική λέξη, cinema, (το) σινεμά. Από τότε άλλαξε άρδην η κοσμική ζωή (όση υπήρχε μέχρι τότε) στη Φιλιππιάδα, στο χώρο του θεάματος.
Αυτό συνέβηκε περί τα μέσα της δεκαετίας του ᾽50. Μέχρι τότε ο Καραγκιόζης που είπαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο. Πλην όμως ο κινηματογράφος ως τέχνη και τεχνική υπερτερούσε ασύγκριτα του καραγκιόζη. Ο οποίος μάζεψε τα συμπράγκαλά του και έφυγε, εκτοπίστηκε. Στο χώρο του θεάματος έμεινε κυρίαρχος ο κινηματογράφος  για μια εικοσαετία περίπου, ωσπου και αυτόν τον αντικατέστησε η τηλεόραση,  μια άλλη προχωρημένη τεχνολογικά εκδοχή του κινηματογράφου. Ώστε μπορούμε να μιλάμε για πριν και μετά τον κινηματογράφο εποχή. Όπως λέμε προ Χριστού (π.Χ)  και μετά Χριστόν (μ.Χ)
   Εννοείται, φυσικά, ότι χρονικά και χωροταξικά το θέμα μας εδώ ορίζεται και περιορίζεται στη Φιλιππιάδα. Γιατί οι αλλαγές που λέμε επισυνέβηκαν κατά τόπους,  αλλού νωρίτερα και αλλού αργότερα, μάλιστα σε πανελλήνια
και σε παγκόσμια κλίμακα. Όπερ συμβαίνει με τις κάθε είδους καινοτομίες, ανάλογα με το που αυτές πρωτοεκδηλώνονται  και κατά πόσο ευνοούνται από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Για παράδειγμα στην Αμερική κατά τον Β παγκόσμιο πόλεμο γυριζόταν έργα  και παίζονταν κινηματογραφικές ταινίες, ενώ έμεις εδώ στην Ελλάδα είχαμε μαύρα μεσάνυχτα. Αυτοί διασκέδαζαν και  ξενυχτούσανε κι εμείς πολεμούσαμε Και πεινούσαμε. Τέλος πάντων, τα λέμε αυτά για να δώσουμε τρόπον τινα το στίγμα στο πολιτιστικό χάρτη της εποχής που αναφερόμαστε, αναφορικά με το δικό μας εδώ τόπο.

  Στην Φιλιππιάδα, λοιπόν,  του ᾽50, του ´60,  άντε και του ᾽70.
 Εκεί στις αρχές του 1950  λειτούργησε για πρώτη φορά στην περιοχή μας κινηματογράφος. Τον έφερε, δηλ. τη  μηχανή προβολής ταινιών, ένας ονόματι Φονταράς,  θυμάμαι, από την Πρέβεζα κάτω η καταγωγή του. Είδε αυτός από πληροφορίες ότι η Φιλιππιάδα είχε << ψωμί>>,  πληθυσμό δηλ.  μπόλικο και διψασμένο για θεάματα κλπ.  και έκανε τη μεγάλη κίνηση.

Ήρθε με τη μηχανή του  και την οικογένεια του και έστησε τον κινηματογράφο που λέμε εκεί στη Στοά που για χρόνια πολλά λειτούργησε μετέπειτα το καφενείο <<Η Μουργκάνα>>.

 Η αίθουσα στενόμακρη και ευρύχωρη για τα δεδομένα της εποχής στέγασε τον πρώτο κινηματογράφο στην περιοχή μας για κάμποσα χρόνια, περίπου μια δεκαετία.
Όπως ήταν φυσικό, το πράγμα αποτέλεσε το μέγα γεγονός στη μικρή μας κοινωνία, και η επιχείρηση έκανε χρυσές δουλειές.  Έπαιζε, Θυμάμαι, ταινίες τα βράδια όλες τις μέρες της εβδομάδας, πλην της Δευτέρας. Μόνο τις Κυριακές εκτός από την βραδινή παράσταση, έπαιζε και μια πρωινή, κυρίως για τα παιδιά, δύο έργα μαζί κυρίως αμερικανικά καουμπόικα  με ένα εισιτήριο, μιάμιση δραχμή.
Συνήθως πρόβαλε ξένες ταινίες ιστορικοὐ περιεχομένου, γκανγκστερικές το περισσότερο, ό,τι έβγαζε κυρίως η αμερικάνικη κουλτούρα, η οποία,
είπαμε,  κυριαρχούσε τοτε στο χώρο της έβδομης τέχνης, όπως ονομάζεται ο κινηματογράφος. Ο υπόλοιπος πολιτισμένος κόσμος τότε, ο περισσότερος, Ευρώπη κλπ,  ήταν πνιγμένος στη δυστυχία εξαιτίας του μεγάλου πολέμου.
 
 Δύο ταινίες έπαιζε την βδομάδα στο εξαήμερο,  πλην Δευτέρας είπαμε, και κάθε Τρίτη και Πέμπτη άλλαζαν τα έργα. Τις μέρες αυτές πληροφορούμασταν τις καινούργιες ταινίες  από τον ξύλινο πίνακα-ταμπλό  όπου διαφημίζονταν με ωραίες έγχρωμες επιγραφές με μεγάλα πλατιά γράμματα ζωγραφιστά με μπογιές, και μερικές φωτογραφίες των έργων. Ο πίνακας εκείνος, ξύλινος, ήταν μόνιμα τοποθετημένος στο πιο πολυσύχναστο μέρος της αγοράς, απέναντι ακριβώς από το κατάστημα (εστιατόριο τότε) του Σιώπη.
   Πέρναγε καλά ο ιδιοκτήτης του κινηματογράφου,  ο κύριος Φονταράς με τη γυναίκα του και το παιδί του, ένα κορίτσι, σύνολο μια οικογένεια αριστοκρατική, αν έκρινε κανείς από την ευγένεια και τους προσεγμένους τρόπους συμπεριφοράς τους.  Ιδιαίτερη εντύπωση εμένα μου προκαλούσαν τα φαγητά ,όλο κρέας αρνάκι που έστελνε σχεδόν μέρα παρά μέρα για ψήσιμο με το παιδί που είχε στη δουλειά. Και ήταν μια πείνα τότε...

   Δε θα ξεχάσω επίσης και ένα περιστατικό σχετικό με τον κινηματογράφο που λέμε. Εκείνο τον καιρό απαγορεύονταν στους μαθητές να παρακολουθούν ταινίες με ακατάλληλο περιεχόμενο. Ήταν χαρακτηριστική για τα ισχύοντα τότε καθώς και υποχρεωτική η αναγραφή της ένδειξης <<Ακατάλληλο (το έργο) για ανηλίκους>>, ή,  πράγμα πιο σπάνιο, <<Κατάλληλο  για ανηλίκους>>.  Αν συνέβαινε  και η ταινία περιείχε άσεμνες σκηνές τότε στο <<Ακατάλληλο>> η επιγραφή διαμορφωνόταν σε <<Αυστηρώς  ακατάλληλο για ανηλίκους>>.  Το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω (για να θυμόμαστε και την φράση αυτή, το λέω) αντί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για εμάς τα παιδιά, μαθητές τότε του δημοτικού, αντίθετα μας παρακινούσε περισσότερο, τα αγόρια εννοείτε, να δούμε το έργο κρυφά από το δάσκαλο. Η γοητεία του <<απαγορευμένου>> πάντα σε διαρκή διαμάχη με τα ισχύοντα κάθε φορά χρηστά ήθη. Τέλος πάντων, έτερον εκάτερον αυτό.
 
 Εκείνο, λοιπόν, τον καιρό που μιλάμε θα έπαιζε στον κινηματογράφο κάτω στην Νέα Φιλιππιάδα,  στο παζάρι, μια κινηματογραφική ταινία με θέμα τον διαβόητο καλόγερο Ρασπούτιν,  ιστορικό πρόσωπο που πρωταγωνίστησε σε πολλά ηθικά και πολιτικά σκάνδαλα της τσαρικής  κοινωνίας. Εγώ, Εκτη δημοτικού ήμουν τότε που συζητιόταν η προβολή της ταινίας, είχα διαβάσει σχετικά την ιστορία σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο εποχής, ήμουν δηλαδή γνώστης του θέματος.  Κάτι που εξήψε περισσότερο τη φαντασία μου αλλά και την επιθυμία μου να δω σώνει και καλά εκείνο το έργο. Έλα όμως που όλη η υπόθεση σκόνταφτε στο χαρακτηρισμό της ταινίας, στην ένδειξη ως << Αυστηρώς ακατάλληλη για ανηλίκους >>, στα χρηστά  ήθη που λέγαμε. Αν ήταν μόνο αυτό σκέτο, θα ήταν λίγο το κακό. Υπήρχε τρόπος να παρακαμφθεί το εμπόδιο, καθώς στην είσοδο πριν την ταινία πού κόβονταν τα εισιτήρια, ο έλεγχος για την ηλικία των θεατών έτσι η αλλιώς ήταν πλημμελής, χαλαρός. Με λίγη καπατσοσύνη και μπόλικο θράσος μπορούσες να περάσεις τον έλεγχο, καθώς δεν ήταν θέμα αστυνομίας. Αν όμως δεν ήταν ο χωροφύλακας, ήτανε ο δάσκαλος. Αυτός ήταν το εμπόδιο, για τους μαθητές εννοείται. Εκεί σκάλωνε το θέμα και ο δικός μας ο δάσκαλος, ο μακαρίτης τώρα από χρόνια πολλά, ο Γιώργος Κακάβας,  καθόλου δεν αστειευόταν με θέματα ηθικής τάξης του σχολείου του.
 Προφανώς κάποιοι μαθητές, μαθήτριες εικάζω τώρα εγώ που με την αθώα προθυμία τους να βοηθήσουν τους δασκάλους τους στην καλύτερη λειτουργία του σχολείου-ξέρετε τώρα πως λειτουργεί στα κορίτσια ο σχολικός αυθορμητισμός-εύλογα << κατέδιδαν>>  τους συμμαθητές τους στο δάσκαλο ή τη δασκάλα τους, για να προσφέρουν έτσι τις καλές τους υπηρεσίες. Γινόταν τότε τέτοια πράγματα στα σχολεία, στην πιο αθώα τους εκδοχή, να εξηγούμαστε.
 
 Εγώ εκείνο που ήξερα για την περίπτωση τότε, ήταν πως ο έλεγχος από τον δάσκαλο  θα  γινόταν, ούτως ή άλλως, μαρτυρημένα ή αμαρτύρητα. Το είχε
συνήθειο ο δάσκαλος μας τότε να κάνει σχεδόν τακτικά ξαφνικές επισκέψεις την ώρα προβολής << ακατάλληλων>>  ταινιών στα διαλείμματα και ό,τι ψάρια έπιανε δηλ. παραβάτες μαθητές. Είπαμε, ήταν σωστός κέρβερος ηθικής ο παλιός μας δάσκαλος.
   Το ήξερα εγώ αυτό και είχα πάρει τα μέτρα μου. Ζήτησα προστασία από τον κύκλο των συμμαθητών του μεγαλύτερου αδελφού μου που φοιτούσε τότε σε κάποια από τις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου. Ισχυε και γι᾽αυτούς η απαγόρευση, αλλα την είχανε γράψει στα παλιά τους τα παπούτσια και ουδέποτε οι καθηγητές τους έκαναν πράξη τον σχετικό απαγορευτικό κανονισμό. Εγώ, λόγω αδερφού, τους ήξερα και αυτοί προσφέρθηκαν να με συνδράμουν.
   Στα μισά, λοιπόν, της προβολής της εν λόγω ταινίας, πράγματι σε ένα διάλειμμα που άναψαν τα φώτα μπήκε ο δάσκαλός μου για τον έλεγχο που είπαμε. Διέσχισε το μακρύ διάδρομο της αίθουσας ανάμεσα στις δύο σειρές των θεατών παρατηρώντας προσεκτικά δεξιά κι αριστερά. Εγώ, σύμφωνα με το σχέδιο είχα τρυπώσει ανάμεσα στα πόδια των μεγάλων φίλων μου, οι οποίοι για την περίσταση είχαν απλώσει τα πανωφόρια μπροστά τους- ήταν χειμώνας τότε-  σχηματίζοντας έτσι ένα αδιαπέραστο φράγμα προστασίας μου, μια κάλυψη ιδανική που δεν μπορούσε με τίποτε να προσπελάσει κανένας. Πολύ περισσότερο ο δάσκαλός μου εκείνη την στιγμή, γιατί θα πρόσκρουε στο προκλητικά έκδηλο θράσος των <<φρουρών>> μου,  που δεν το είχαν σε τίποτε να κράξουν τον κατά τα άλλα αγαπητό μου δάσκαλο. Έτσι απέφυγα τον σκόπελο του ελέγχου και, φυσικά, την τιμωρία που θα επακολουθούσε από τη μεριά του σχολείου, άμα πιανόμουν στα <<πράσα>> που λέμε.
 
Κι᾽όσο  για τό << αυστηρώς ακατάλληλο>> της ταινίας, για την ιστορία να πω, άδικα έχει γίνει τόσος ντόρος. Κάτι << αθώες>>  όλο κι όλο σκηνές, που σήμερα θα περνούσαν απαρατήρητες, χωρίς το παραμικρό σχόλιο. Καταλαβαίνετε, τώρα, τη διαφορά από εποχή σε εποχή.
   Στο θέμα μας πάλι πίσω, στον κινηματογράφου, ιστορικά, προκειμένου για τον τόπο μας εδώ, στη Φιλιππιάδα.
   Αν η Ιστορία ως επιστήμη, μεταξύ άλλων, παρουσιάζει ενδιαφέρον αξίζει να τη μελετήσει κάνεις, είναι γιατί αυτή συνεχώς εξελίσσεται και διαφοροποιείται σε βαθμό που εκπλήσσει και εντυπωσιάζει, παρ’ ότι στην πραγματικότητα κατά βάθος αποκαλύπτεται ως μία αδιατάρακτη συνέχεια, μια μακριά αλυσίδα της οποίας οι κρίκοι είναι τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα. Μια διαδικασία η οποία διέπεται από τον παντοδύναμο νόμο της μεταβλητότητάς, της αέναης αλλαγής των πάντων.
 
 Έτσι και στην περίπτωσή μας, τηρουμένων των αναλογιών ως προς τη σημαντικότητα, για να κρατάμε το μέτρο – ο πρώτος εκείνος κινηματογράφος εκτοπίστηκε από έναν δεύτερο, πιο σύγχρονο και βελτιωμένο τεχνολογικά, καθώς είχε κλείσει ο κύκλος. Αυτό συνέβηκε τη δεκαετία του ᾽60, στο πλαίσιο των μεγάλων αλλαγών που συντελούνταν προς το καλύτερο, ιδιαίτερα στον τομέα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Κάποιοι εδώ στη Φιλιππιάδα έπιασαν το νόημα των καιρών και άρχισαν να αναπτύσσουν μια εκπλήσσουσα για τα δεδομένα τότε  επιχειρηματικότητα. Ήταν οι αδελφοί Μάστακα,  μια οικογένεια πολύ δημιουργική και κυρίως πολύ  προοδευτική, που συνέλαβαν την ιδέα να λειτουργήσουν έναν δικό τους κινηματογράφο στην πόλη με πιο σύγχρονες προδιαγραφές. Έτσι από την ιδέα αυτή λειτούργησε ο δεύτερος κινηματογράφος σε ένα κτίριο πίσω ακριβώς από την κεντρική πλατεία που κοιτάζει προς τον Νότο, δίπλα στην οικία του παλιού γιατρού Ανδρέα Μαλάμου. Η αίθουσα στο ισόγειο χρησίμευε ως χειμερινός κινηματογράφος και η ταράτσα του πάνω ως θερινός. Ήταν μια πολύ πετυχημένη, όπως αποδείχτηκε, κίνηση εισπρακτικά και κοινωνικά. Συνέπεσε μάλιστα, χρόνια του ᾽60, με την  ραγδαία ακμή του ελληνικού κινηματογράφου. Ήταν τότε που γυρίζονταν ελληνικές ταινίες η μια κοντά την άλλη και είχαν αναδειχθεί σπουδαίοι ηθοποιοί, κωμικοί και δραματικοί. Ονόματα δηλαδή που λατρεύτηκαν ως είδωλα από όλο τον κόσμο. Χατζηχρήστος, Αυλωνίτης, Ρίζος, Βέγγος, Φωτόπουλος, Γκιωνάκης, Αλεξανδράκης, Φούντας, Μπάρκουλης, Βουγιουκλάκη, Καρέζη  και άλλοι πολλοί. Ένας γαλαξίας αστέρων, που μας διασκέδαζαν, μας ψυχαγωγούσαν και ομόρφυναν τη ζωή μας τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Να μην ξεχάσουμε τον Νίκο Ξανθόπουλο, το << παιδί του λαού>>,  που ο κόσμος, άντρες και γυναίκες σχημάτιζαν ουρές μπροστά στα ταμεία σε όλη την Ελλάδα  απ’ άκρο σ᾽άκρο. Ύστερα ήρθε η τηλεόραση και τα τελευταία χρόνια ήρθαν τα λάπτοπ, πως τα λένε. Και πάει λέγοντας. Στο μεταξύ ένας καινούργιος κόσμος ξεπρόβαλε με μια πρωτόφαντη δυναμική και όλοι πιστέψαμε ότι θα γίνει το θαύμα της ανάπτυξης. Πραγματικό θαύμα άρχισε να συντελείται. Αλλά ξαναπέσαμε στη μιζέρια

...και ο τέταρτος και τελευταίος νεοσσός πελαργός για φέτος

Στη ώρα του, εκκολάφτηκε σήμερα (24.05.2018) ο τέταρτος νεοσσός πελαργός στην φωλιά που παρακολουθούμε από την κάμερα στην Φιλιππιάδα (screenshot από internet στο: http://filoiko.blogspot.gr/).
Αυτές τις μέρες είναι λίγο δύσκολο να ξεχωρίσετε τους νεοσσούς (πολύ μικροί ακόμα) - την εκκόλαψη του τετάρτου μπορείτε όμως να την διαπιστώσετε και από το τσόφλι του αβγού (στην φωτο στα αριστερά της φωλιάς). Αλλα οι μικροί πελαργοί μεγαλώνουν πολύ γρήγορα και σε λίγες μέρες θα τους ξεχωρίζετε άνετα.
Εν τω μεταξύ οι γονείς πελαργοί όλο φέρνουν νέο υλικό στην φωλιά (φαίνεται η διαφορά στην εμφάνιση της). Και επειδή "σκεπτικό" των γονιών είναι τώρα η προστασία των μικρών - θα δείτε να φέρνουν κλαδιά (για την ακρη της φωλιάς) και μαλακό υλικό (για το βάθος).
Μέσα σε αυτά (όπως βλέπουμε ήδη) - οι πελαργοί θα φέρνουν και διαφορετικα σκουπίδια (όπως χαρτιά, πανιά, σακούλες κ.α.) . Ίσως για μας αυτά δεν είναι "όμορφα" - για τους πελαργούς είναι "χρήσιμα" (αντικαταστούν κάποιο φυσικό μαλακό υλικό με ότι βρουν και κάποια στιγμή θα το ξεχωρίσουν η θα το πετάξουν).
Προσοχή όμως!!! Μέσα στο υλικό που φέρνουν οι γονείς πελαργοί μπορεί να φέρουν πολύ επικίνδυνα σκουπίδια (κυριότερα εδώ είναι οι διάφοροι σπάγκοι, σκοινιά, τσουβάλια). Με αυτά (αν τα φέρνουν οι γονείς στην φωλιά) θα κινδυνέψουν νεοσσοί. Μονο από μας (!) εξαρτάται το κατά πόσο θα είναι ασφαλείς όλες οι φωλιές.
Παρακαλώ, όσοι δεν έχουν διαβάσει (κοινοποιήσει) τον σύνδεσμο πιο κάτω, ας το κοιτάξουν, είναι σημαντικό! Όσο σκληρές να είναι οι εικόνες - πρέπει να το ξέρουμε όλοι, γιατί μπορούν να σωθούν πολλοί νεοσσοί (ισχύει για όλες τις φωλιές πελαργων)!
https://www.facebook.com/groups/EveryStorkinGreece/permalink/1923815094341470/
Δείτε περισσότερες αντιδράσειςΣχολιάστε

ο πρώτος νεοσσός πελαργός βγήκε σήμερα Κυριακή 20/5/2018



Σήμερα, στις 20 Μαΐου 2018, εκκολάφτηκε ο πρώτος νεοσσός πελαργός στην ζωντανή μετάδοση στην Φιλιππιάδα! (screenshot από κάμερα internet).
Τον πρώτο νεοσσό τον είδαμε πρωί πρωί, κατά τις 6:05, όταν ήταν ακόμα στο τσόφλι του αβγού και προσπαθούσε να απελευθερωθεί από αυτό. Η διαδικασία αυτή που κάποιες φορές μπορεί να κρατήσει αρκετή ώρα, στον πρώτο μικρο της Φιλιππιάδας ήταν σύντομη. Λίγη ώρα αργότερα - με την βοήθεια ενός γονέα, ο μικρούλης πελαργός ήταν έξω από το τσόφλι και τότε ήταν η κατάλληλη ώρα να του πούμε: καλωσόρισες στον κόσμο! Στην φωτο (είναι screenshot από κάμερα) βλέπετε τη στιγμή που ο γονέας απομακρύνει ένα κομμάτι από το τσόφλι και το νεογέννητο πελαργάκι είναι δίπλα στα τρία αβγά.
Οι μέρες που χώρισαν το νεοσσό από την γέννηση του πρώτου αβγού είναι 34 (όπως το περιμέναμε) και τώρα θα περιμένουμε τους άλλους τρεις νεοσσούς. Ο δεύτερος μπορεί να εκκολάπτει και σήμερα το απόγευμα, αλλά πιο πιθανό είναι να τον δούμε αύριο. Καλά γεννητούρια και στους άλλους λοιπόν!
Όσοι θέλουν να ζήσουν αυτές εμπειρίες (πραγματικά είναι πάντα αξέχαστες) - μπορούν να τα δουν όλα από το computer τους στο σύνδεσμο εδώ: http://filoiko.blogspot.gr/

Πλησιάζουν τα γεννητούρια

της Eva Stets ( Every Stork in Greece)
Πλησιάζουν τα γεννητούρια στην ζωντανή μετάδοση με την κάμερα στην Φιλιππιάδα! 
Πριν ένα μήνα περίπου έγραψα, ότι τους νεοσσούς στην Φιλιππιάδα θα τους δούμε τον Μάιο και ότι λογικά στις 20 - 23 Μάιου θα εκκολαφτεί ο πρώτος. Την ακριβή ημερομηνία δεν γίνεται να προβλέψουμε αλλά, βάση της βιολογίας των Πελαργών, ξέρουμε ότι η επώαση σε αυτό είδος κρατάει 33-35 μέρες (μπορεί να είναι συν-πλην 1-2 μέρες).
Οι πελαργοί από την κάμερα στην Φιλιππιάδα απέκτησαν το πρώτο αβγό το βράδυ 16/17 Απριλίου - σήμερα το βράδυ κλείνουν τις 32 μέρες επώασης. Τα γεννητούρια πλησιάζουν με "μεγάλα βήματα", μας το "δείχνει" και ο γονέας με την συμπεριφορά του (π.χ. σήμερα, το απόγευμα ο γονέας ήταν όρθιος πάνω από τα αβγά περισσότερο από μισή ώρα, άρα οι νεοσσοί είναι "έτοιμοι").
Σε αναμονή λοιπόν για τους νεοσσούς - συνιστώ ανεπιφύλακτα να κάτσουμε λιγάκι στον υπολογιστή και να δούμε ζωντανά την εκκόλαψη των νεοσσών Πελαργών (το link της μετάδοσης είναι: http://filoiko.blogspot.gr/)

48.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα.


Ακούσματα και θεάματα του παλιού καιρού. 
 του Μιλτιάδη.Δ.Κωστάκου  

α) Οι βιολιτζήδες
 <<Ήρθαν οι βιολιτζήδες>>! Έτσι λέγαμε τότε σχεδόν αναφωνωντας όταν βλέπαμε τους συμπαθείς οργανοπαίχτες μία παρέα από τρία συνήθως άτομα να κατεβαίνουν ένας-ένας από το ταξί που είχαν νοικιάσει. Με το που πλήρωναν το αγώι έπαιρναν ο καθένας τους τον εξοπλισμό του, τα μουσικά τους όργανα, το κλαρίνο απαραιτήτως - ως γνωστόν είναι το πιο βασικό όργανο στα δημοτικά μας τραγούδια όπως το μπουζούκι στα λαϊκά-το βιολί αυτό έρχεται αξιολογικά αμέσως μετά και μία κιθάρα με το ντέφι. Σύνολο μία μικρή κομπανία ολιγάριθμη ειδικά για την περίσταση μιας και προορίζονταν να παίξουν στα γιορτάσια και στα λιγοστά ενα δύο το πολύ καφενεία, δηλαδή μπροστά σε κατ ανάγκη περιορισμένο κατά την περίσταση φιλοθέαμον κοινό. Οτι αρπάξουν εις χρήμα εδώ και εκεί. Και αυτό λόγο που ήταν χρονιάρες οι μέρες που μας επισκέπτονταν οι βιολιτζήδες και ο κόσμος ήταν σε σχόλη. Αλλο στις μεγάλες γιορτές με τα πανηγύρια στις δόξες τους που οι άνθρωποι συρρέουν εθιμοτυπικά με σκοπό να το ξενυχτήσουν διασκεδάζοντας μέχρι πρωίας. Πόσες τέτοιες μεγάλες γιορτές έχει ο χρόνος; Αυτές είναι όλες κι όλες οι πιο γόνιμες και αποδοτικές μέρες για τους μουσικούς καλλιτέχνες. Τον υπόλοιπο καιρό τεμπελιάζουν και λιάζονται στο καφενείο. Γιατί μπορεί η μουσική να είναι μία σπουδαία τέχνη έρχεται όμως δεύτερη πίσω από την Ανάγκη η οποία προηγείται ακριβώς λόγω… ανάγκης. <<Πρίμο μαντζάρε>> λένε οι Ιταλοί. Πρώτα το φαγητό και ύστερα όλα τα άλλα. Για αυτό οι μουσικοί τον περισσότερο καιρό έχουν κεσάτια αναδουλειές. Ιδιαίτερα σε περιόδους μεγάλης φτώχειας. Οπότε καλλιτέχνες του είδους παίρνουν το δρόμο για τα πανηγύρια για τις γιορτές κάνοντας εξ ανάγκης έκπτωση στις απαιτήσεις τους. Όθεν και το λεγόμενο <<ήρθαν στα χωριά οι οργανοπαίχτες και οι αρκούδες με το ζουρνά ως αξιοθέατα Άρα έπεσε πείνα μεγάλη>>.

Τέλος πάντων τα λέμε αυτά προλογικά για να πάρουμε μία εικόνα του παλιού καιρού Τότε που η πείνα ήταν σήμα κατατεθέν σε όλες τις εκδηλώσεις του κοινωνικού βίου.
Τα ξέραμε αυτά τα πράγματα παιδιά εμείς τότελλά δεν τα εννοούσαμε σε βάθος. Τα παιδιά λειτουργούν με τις εικόνες όχι με την κρίση. Τουτέστιν με τους βιολιτζήδες κάναμε χάζι. Μας άρεγαν οι άνθρωποιιατί η παρουσία τους σήμαινε τραγούδι και διασκέδαση. Ο ερχομός τους ήταν ένα σημαντικό γεγονός, όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους μεγάλους. Μπορεί πιο σημαντικό για αυτούς.
Βιολιά δεν έβλεπες κάθε μέρα τον καιρό εκείνο. Η φτώχεια και η μιζέρια στεγνώναν τα χείλη. Περίμενες μία γιορτή, ένα πανηγύρι να χαρείς λίγο. Οι βιολιτζήδες είχαν την τέχνη τους, τη θεϊκή τέχνη, να σε διασκεδάζουν και να σε κάνουν να ξεχνάς τις στεναχώριες και τα βάσανα. Είπαμε, φτώχεια μεγάλη και απελπισία. Είναι θηρίο η ζωή και δεν παλεύεται. Οι βιολιτζήδες το ξεραν αυτό, το ζούσαν Άλλωστε οι ίδιοι στο πετσί τουςτωχοί άνθρωποι ήταν, πάμφτωχοι, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα πλην από ένα κλαρίνο, ένα βιολί και την τέχνη τους.
Έπεφτε πείνα; Άλλη απαντοχή δεν είχαν. Δεν τους ταίριαζαν τα άλλα επαγγέλματα, καθώς ήταν άμαθοι και τους έπεφταν βαριά. Και είχαν επιπλέον να θρέψουν τις φαμίλιες τους. Η μοίρα τους ήταν στενά συνδεδεμένη με το μουσικό τους όργανο. Έπαιρναν το λοιπόν τους δρόμους τις χρονιάρες μέρες και ότι μαζέψουν στα καφενεία και στα γιορτάσια. Καταλαβαίνετε την ψυχολογία τους. Από την ανάγκη τους. Επάγγελμα μουσικός, οργανοπαίχτης. Δηλαδή ένα είδος αξιοπρεπούς επαιτείας, ζητιανιάς.<<οτι προαιρείσθε>>, ότι θέλετε να μας δώσετε, δραχμή δραχμή, πενηνταράκι πενηνταράκι. Η και τιποτε. Πάλι<<ευχαριστούμε>>θα έλεγαν. Ανάμεσα στα άλλα μπορεί να κατάπιναν και τίποτε προσβλητικές εκφράσεις, ταπεινωτικούς χαρακτηρισμούς από οξύθυμους είτε μεθυσμένους πελάτες. Συνηθισμένη κατάσταση. Έπρεπε όλα να τα καταπίνουν και να τα αντιπαρέρχονται μάλιστα με το χαμόγελο. <<Ότι πεις κουμπάρε>> οι συνήθεις για την περίσταση προσφώνηση που κολλάει σε όλα.

Αυτοί ήταν, δηλ είναι, οι βιολιτζήδες όλων των καιρών διαχρονικά. Μην κοιτάτε τους κορυφαίους σήμερα μουσικούς στα σύγχρονα πάλκα των μουσικών κέντρων με τις παχυλές αμοιβές. Είναι τόσο λίγοι που μόνο ως εξαιρέσεις αναφέρονται ανάμεσα στις χιλιάδες των ομοτέχνων τους που κυριολεκτικά πένονται, τραβάνε δηλ καθημερινά οικονομικά ζόρια. Ιδιαίτερα είπαμε σε περιόδους γενικότερης οικονομικής κρίσης.

Κατέβαιναν που λέτε οι βιολιτζήδες μας (το <<μας>> δείχνει το βαθμό οικειότητας και αποδοχής πλέον ανάμεσά μας τότε) και γραμμή για το πρώτο καφενείο. Χωρίς πολλά-πολλά και συστάσεις η και χωρίς να πάρουν την άδεια μετά το <<Καλημέρα και χρόνια σας πολλά>> το κλαρίνο πρωτο άρχισε να παίζει. Ηχος δυνατός παράταιρος για το ακατάλληλο της ώρας εκεί στις 11 το πρωί που οι θαμώνες δεν είχαν αποτελειώσει τον πρωινό τους καφέ να διώξουν δηλαδή το μαχμουρλίκι τους από το βραδινό ακόμα ύπνο το κλαρίνο προκλητικά σχεδόν με θράσος τρύπαγε για τα αυτιά σου αποσπώντας σε από την κουβέντα και από κάθε άλλη σκέψη. Αυτό ως πρώτη αίσθηση και ως πρώτη αντίδραση. Γιατί λίγο μετά από το πρώτο ξάφνιασμα το λόγο έπαιρνε η μελωδία και τότε μία γλύκα περιχύνονταν απολαυστικά μέσα στους αρμούς του σώματος που όχι μόνο σε ξύπναγε αλλά και σε συμπαρέσυρε σε ρυθμούς λικνιστικούς τώρα, που σε καλούσα να σηκωθείς και να σύρεις ενα δυο χορους. Κι όταν ύστερα από το σόλο έπαιζε<<ο Σελημπέης>>, <<της Παπαδιας>> και <<τα κλαματα>> ε τότε ποια δεν κρατιοσουν φώναζες<<κερνά τα παιδιά (τους οργανοπαίχτες) και από κει και πέρα παραδινόσουν στη μαγεία της μουσικής. Μέθαγες προτού πιεις ένα ποτήρι. Χαλάλι τους, έλεγες το τάλιρο και το δεκάρικο. Οι βιολιτζήδες από τη μεριά τους ενόσω έπαιζαν δεν έπαυαν να παρατηρούν ολόγυρα τα πρόσωπα να δουν και να ανιχνεύσουν πόσα γράδα ανέβηκε το κέφι των θαμώνων. Είχε τη σημασία του αυτό, όχι τόσο για την επαγγελματική δικαίωσή του ταλέντου τους, οσο για το ύψος του φιλοδωρήματος μέσα στο ντέφι που δίκην δίσκου σε έρανο θα περιφερόταν στο τέλος από τραπέζι σε τραπέζι. Περισσότερο κέφι περισσότερα χρήματα η συγκομιδή. Τότε λες ευχαριστημένος << Αποστολή εξετελέσθη>> και δρόμο τώρα για τα σπίτια που γιόρταζαν. Επιλεγμένοι στόχοι. Θα πήγαιναν σε αυτούς που είχαν τον τρόπο και πλήρωναν, ήταν και γλεντζέδες.
Το πρόγραμμα εκεί εκτός από λεφτά είχε και καλό φαΐ καθώς οι βιολιτζήδες μας ήταν στο ποδάρι από τα χαράματα φευγάτοι από τα σπίτια τους.

Αυτά γίνονταν τον παλιό καιρό με τους βιολιτζήδες. Αν τους επέλεξα στη θεματογραφία μου, το έκανα γιατί θεώρησα πως έχουν δικαιωματικά μία θέση στην τοιχογραφία εποχής που εδώ και κάμποσο καιρό προσπαθώ να φιλοτεχνήσω. Και δεν πρέπει αυτοι να λείψουν. Και για έναν ακόμα πρόσθετο λόγο. Οι άνθρωποι αυτοί, καλλιτέχνες πώς να το κάνουμε, συνεχίζουν μία παράδοση αιώνων θα έλεγα. Ήταν πρώτα οι αρχαίοι αοιδοί και ραψωδοί στα Ομηρικά χρόνια, τέτοιοι πλανόδιοι μουσικοί ήταν και αυτοι. Ύστερα ακολούθησαν τους ίδιους δρόμους οι τροβαδούροι του Μεσαίωνα και τώρα οι δικοί μας οι βιολιτζήδες. Παγκόσμια πανανθρώπινα σύμβολα θεράποντες μιας υψηλής τέχνης όπως είναι η μουσική. Το λιγότερο που έχουμε χρέος για αυτούς να κάνουμε είναι τουλάχιστον να μην τους καταφρονέσουμε.

Β) οι μπεχλιβάνηδες
Η λέξη έχει προφανώς ταπεινωτική, μειωτική σημασία, αν δεν έχει κιόλας ξεχαστεί. Την ανασύρω για αυτό το λόγο εγώ από το χρονοντούλαπο της ιστορίας από το σεντούκι και εκείνο του παλιού καιρού που φυλάσσονταν τα αντικείμενα αξίας Ιερά κειμήλια και τιμαλφή.
Μπεχλιβάνηδες στη δική μας τότε ορολογία ήταν οι διάφοροι παλαιστές και ακροβάτες λαϊκού τύπου, που τον καιρό που ήμουν παιδί, μας επισκέπτονταν και έδιναν παραστάσεις στην κεντρική πλατεία της πόλης μας. Έναντι αμοιβής ερανικής στο πιατάκι του τύπου<<οτι προαιρείσθε κύριοι>>. Τους θυμάμαι τους ανθρώπους εκείνους και νιώθω να με διακατέχει ένα είδος παιδικού θαυμασμού και μία συγκίνηση. Από οίκτο ή δεν ξέρω τι άλλο να πω. Παλιός παιδικός θαυμασμός για τους σωματαράδες και μπρατσαράδες εκείνου του καιρού με τα μεγάλα λέει κατορθώματα σε μεσογειακό και σε διεθνές επίπεδο. Στις αποσκευές τους μαζί με τα άλλα κουβαλούσαν και τα τεκμήρια της φήμης για την αξιοσύνη τους, διακρίσεις και ζώνες ακόμα και αποκόμματα παλιά από εφημερίδες εποχής με φωτογραφίες τους σε στιγμές θριάμβων. Μας τα έδειχναν ενα ενα παίρνοντας ένα γύρο από μπροστά μας. Ποτέ να παλεύουμε όνομα στους ξένους αντιπάλους τους, ποτέ να σέρνουν με τα δόντια τους ολόκληρο φορτηγό αυτοκίνητο δεμένο στην τριχιά και γύρω οι θεατές να παρακολουθούν έκθαμβοι. Ή πάλι, εικόνες με τους ίδιους να πνίγονται στις αγκαλιές του παραληρούντος πληθους, νικητές και τροπαιούχοι. Ήταν οι καινούργιοι ήρωες και ημίθεοι που δόξασαν την πατρίδα μας στα πέρατα της οικουμένης από Άφρικα, Αίγυπτο και Τυνησία, ως πέρα την Αμέρικα στους ομογενείς μας. Αισθανόσουν δεος και εθνική υπερηφάνεια να βλέπεις εκεί μπροστά σου τέτοιους ζωντανούς θρύλους.

<<Νους υγιής εν σώματι υγιεί>> σου έλεγαν και εσύ τους έβλεπες ζωντανά πρότυπα μπροστά σου με τα γεροδεμένα όλο μυς κορμιά τους. Σπανιζαν τοτε δεκαετία του 50 τα γεροδεμένα και γυμνασμένα κορμιά που λέμε. Η ξεροφαγιά και η πείνα δεν σμίλευαν τέτοια σωμαικά πρότυπα όπως για παράδειγμα τα σημερινά εργαστήρια με τα μποντι-μπιλντινγκ ,πώς τα λένε. Εμείς τότε είχαμε ακουστά για τον Παναγή Κουταλιανό, τον Τζιμη Λόντο, πατριωτάκια μας που μας έκαναν υπερήφανους ως Έλληνες ανά την υφήλιο. Ήταν και ο αμερικανικός κινηματογράφος τότε με τις ταινίες μασίστα όπου δηλαδή πρόβαλαν ηθοποιούς με μεγάλη σωματική διάπλαση και δύναμη. Τότε ήταν πρότυπο ο Στιβ Ριβς, ηθοποιός ,θυμάμαι το όνομά του. Σήμερα είναι ο Σβαρτζενέγκερ.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα επόμενο ήταν να έχουν τότε μεγάλη απήχηση και να τραβάνε πολύ κόσμο οι παλαιστές,οι μπεχλιβάνηδες  του είδους που λέμε και μαζί με αυτούς μας επισκεπτόταν και άλλοι συνάδελφοί τους ας τους πούμε έτσι από το χώρο των θεαμάτων, ακροβάτες, σαλτιμπάγκοι και ταχυδακτυλουργοί.
Όλοι τους για να δείξουν, να επιδείξουν την τέχνη τους, να αποσπάσουν τα χειροκροτήματα και τον θαυμασμό μας. Πάνω από όλα λέω τώρα εγώ με την πείρα της ηλικίας μου, να κονομήσουν λίγα χρήματα καθώς η τέχνη και η δύναμή τους θεωρούνταν πια ξεπερασμένες αξίες και η Αθήνα κορεσμένη από τέτοια θεάματα έδιωχνε τους ήρωες και τους καλλιτέχνες του είδους που είπαμε και αναζητούσε άλλα πρότυπα. Μοιραία, δεν απόμεινε για αυτούς τους μασιστες και σαλτιμπάγκους, παρά η επαρχία. Οσο να κορεστεί και αυτή και να τους αποδιώξει οριστικά από το προσκήνιο και να περάσουν έτσι στην ιστορία.

Είδα πριν λίγο καιρό στην τηλεόραση, ποιον λέτε; Τον Τζιμ Αρμάο ρε, τον μασιστα των παιδικών μου χρόνων τον είχα δει και παρακολουθήσει στα νούμερα του εδώ στην κεντρική πλατεία, στον πλάτανο του Ντόβα που λέμε. Βέβαια θυμάμαι πως τράβηξε με τα δόντια του μία κούρσα ολόκληρη από την τριχιά, ένα ταξί από τα παλιά μεγάλο και βαρύ όλο λαμαρίνα και σίδερο και τοσερνε  σουλάτσα καμιά δεκαριά μέτρα καταμεσής στην πλατεία.
Τι άντρακλας και εκεινος ρε παιδιά. Τέτοια μούσκουλα στο κορμί του σαν από γρανίτη θεριό ανήμερο. Γενειοφόρος και γυμνός με το μαγιό του φάνταζε σαν τον Ηρακλή τον ημίθεο της μυθολογίας μας. Ρε συ,ο Τζιμ Αρμάος πού στο τελευταίο του νούμερο ήταν συγκλονιστικός. Είχε γονατίσει κάτω θυμάμαι στο τσιμέντο στην πλατεία και πάνω στο κεφάλι του κράταγε με τα δυο του χέρια μία πέτρα μεγάλη, μία πλάκα ολόκληρη πάχους 5-6 εκατοστών.
Είχε βάλει μόνο στο κεφάλι του προστατευτικά μία πετσέτα τίποτα άλλο. Στη συνέχεια όρθιος από πάνω του στέκονταν ένας συμπολίτης μας που τον είχε διαλέξει ο ίδιος ο αθλητής από το πλήθος και αυτός κρατούσε στα χέρια του μία σιδερένια βαριά. Με το που έδωσε το σύνθημα από κάτω αρχίσε η βαριά να κοπανάει την πέτρα δηλ το κεφάλι από κάτω. Ενα, δυο, τεσσερα και πεντε χτυπήματα μέχρι που έσπασε κομμάτια η πλάκα, η πέτρα, κάτω. Θυμάμαι στο διάστημα που η βαριά ανεβοκατέβαινε στο κεφάλι το κορμί από κάτω συγκλονιζόταν και σειόταν τρικυμίζοντας από τα ισχυρά χτυπήματα. Ο κόσμος γύρω παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα. Το θέαμα παραήταν σκληρό και βάρβαρο. Όταν κάποτε τελείωσε το νούμερο και σηκώθηκε όρθιος ο αθλητής είδαμε το πρόσωπο του γεμάτο αίματα. Στιγμές άσχημες και δυσάρεστες. Να βράσω και το νούμερο και τη δόξα. Πέρασε από το νου μου η σκέψη.
Να μην τα πολυλογώ βγήκε στο τέλος ο αθλητής για έρανο και ο κόσμος τον χειροκροτούσε παρατεταμένα με εμφανή τη συγκίνηση. Εκείνος με ματωμένο πρόσωπο και κεφάλι σε όλο αυτό το διάστημα που κράτησε η γύρα δεν έπαυε να μας ευχαριστεί κάνοντας συνεχείς υποκλίσεις. Και δεν ήξερες γιατί τον χειροκρόταγες, για το κατόρθωμά του αυτό καθαυτό ή από οίκτο για τη φοβερή δοκιμασία του. Τον κοίταγα στην οθόνη της τηλεόρασης και τρόμαξα να τον αναγνωρίσω. Να πιστέψω δηλαδή πως εκείνο το αξιολύπητο γεροντάκι που έβλεπα ήταν εκείνο το θεριό, ο μασίστας των παιδικών μου χρόνων, που τόσο με είχε εντυπωσιάσει με την ακατάβλητη δύναμη του. Μου θύμισε κάτι γηραλέα λιοντάρια που ο φακός τα συνέλαβε να σέρνονται και να ψοφολογάνε στα τελευταία τους, λιπόσαρκα και ασθενικά, σκιές του εαυτού τους και μόνο η επιβλητική τους χαίτη να θυμίζει τα περασμένα τους μεγαλεία. Παρόμοια με τη γενειάδα και τα πλούσια μαλλιά του, πλην όμως άχαρα γκριζαρισμένα να πλαισιώνουν το ρυτιδιασμένο ρουφηγμένο πρόσωπό του, έστεκε απέναντί μου ο παλιός Τζιμ Αρμάος στην τελευταία του παράσταση. Πόσο όμως διαφορετική από εκείνες των παλιών καλών ημερών που ο κόσμος τον θαύμαζε και τον χειροκροτούσε.

Ακούστε και τι είπε σ’εκείνη τη συνέντευξη που του πήρε μία δημοσιογράφος << Εμένα, που με βλέπετε τώρα μπροστά σας γέροντα και ανήμπορο με αποζητούσαν στα τραπέζια τους βασιλιάδες και ηγεμόνες από όλο τον κόσμο. Εγώ που δόξασα την πατρίδα μας με τα κατορθώματά μου, σήμερα δεν έχω λεφτά ούτε για να φάω ούτε για να πληρώσω τα φάρμακα μου. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει από τους πόνους, υποφέρω από τούτο από εκείνο από το άλλο. Ζήτησα μία μικρή σύνταξη να μπορέσω να ζήσω και με πέταξαν από τα γραφεία που πήγα. Εμένα που αγωνίστηκα όσο κανείς άλλος για την πατρίδα. Δεν είχα μου είπαν τα απαραίτητα ένσημα. Ορίστε Τα δικά μου ένσημα>>. Και αράδιασε πάνω στο τραπέζι σωρό τους τίτλους, ζώνες και αναμνηστικά Αντικείμενα και διπλώματα ως και αποκόμματα παλιά εφημερίδων με φωτογραφίες και ευμενή σχόλια>>.

Τον κοίταζα και λυπόμουν για το δράμα του ανθρώπου. Καημένε μου Τζιμ Αρμάο, ολα αυτα που λες είναι αλήθεια και έχεις κάθε δίκιο να παραπονιέσαι και να διαμαρτύρεσαι. Εκείνο όμως το <<νους υγιής εν σώματι υγιεί>> τι ήθελες και το λεγες σε κάθε σου παράσταση τότε. Για το << εν σώματι υγιεί>>> ποσώς δεν αμφιβάλλω,οντως ήταν γερό το κορμί σου. Για το άλλο όμως, το <<νους υγιής>> εδώ υπήρχε πρόβλημα. Αγνός και άδολος, ναι, ήσουν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Φοβάμαι όμως πως δεν ήξερες, δεν κατάλαβες κάποια άλλα πράγματα. Πως στη ζωή για παράδειγμα προκόβουν οι αετονύχηδες και οι πονηροί. Είπα και άλλα από μέσα μου, εσείς τα καταλαβαίνετε τώρα.
Μόνο φίλος μου ο Τζίμ Αρμάος μία ζωή δεν μπόρεσε να τα καταλάβει. Γι αυτό και έμεινε στην απέξω. Τέλος πάντων, αυτά έχει η ζωή. Όπως και να χει το πράγμα, οι βιολιτζήδες και οι μπεχλιβάνηδες που πιο πάνω σας έλεγα, σφράγισαν και χαρακτήρισαν με την παρουσία τους μία ολόκληρη εποχή. Άφησαν όμως και το αποτύπωμά τους στις γενιές κάποιων ανθρώπων, φυσικά και σε μένα το ίδιο.
Για αυτό και τα γράφω αυτά τα πράγματα. Για εκείνους που τα έπραξαν, για εμάς που τα ζήσαμε αλλά και για εσάς που τα διαβάζετε. Ιδιαίτερα για τους νεότερους.
Απρίλης 2018
Μιλτιάδης Δ Κωστάκος


Η live κάμερα του filoiko σε Πολωνικό site

Ανάμεσα σε κάμερες πελαργών ανα την Ευρώπη περιλαμβάνεται και η LIVE κάμερα του filoiko στην Φιλιππιάδα.Το site είναι το http://www.bocianyonline.pl