...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

33.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
 Για μια χρυσή λίρα
Ποιο ευρώ και ποιο δολάριο μου λέτε τώρα. Ένα είναι το απόλυτο νόμισμα , η λίρα .Η χρυσή λίρα .Μυθικό νόμισμα , που μπροστά στο κιτρινωπό της χρώμα ……..ωχριούν όλα τα υπόλοιπα νομίσματα , χάρτινα και μεταλλικά .

Παλιού καιρού η πιο σταθερή αξία εις χρήμα ήταν (και είναι) η εγγλέζικη λίρα .Έγραφε ο πατέρας στο χαρτί , το προικοσύμφωνο , την προίκα για τη θυγατέρα που πάντρευε και αράδιαζε ένα- ένα τα πράγματα που έδινε .Τόσα στρέμματα σε χωράφια , τόσα γελάδια και πρόβατα ,ακόμα και τα ρούχα και τις οικοσυσκευές .
Στο τέλος καταγράφονταν η μεγάλη δωρεά « ……και διακόσιες χρυσές λίρες ».Εκεί έδενε το γλυκό και ο γαμπρός θαμπωμένος από τη λάμψη του χρυσού έβαζε με τα δύο του χέρια την υπογραφή του.

Τι τα θέλουμε ,η λίρα η χρυσή είναι παντοτινή , όπως είναι παντοτινός και ο χρυσός από τον οποίο φτιάχνεται .Δε πα’ να’ χεις τσουβάλια τα χαρτονομίσματα .Ιδέες χρημάτων και αριθμοί είναι αυτά .Έρχεται η στιγμή που δεν αξίζουν τίποτε και γίνεσαι φτωχός από τη μία μέρα στην άλλη .Το παν είναι η χρυσή λίρα .Και ο χρυσός , που ανάλογα με την ποσότητα , με το βάρος του , η κάθε χώρα κόβει χαρτονομίσματα .

Προς τι ,θα πείτε , ο ύμνος για τη λίρα. Έλαχε ,απαντώ τώρα εγώ , στην ιστοριούλα μας εδώ ,μια χρυσή λίρα να είναι το θεματικό της κέντρο , το επίκεντρο στην υπόθεση .Ακούστε πως.

Το περιστατικό συνέβηκε τον καιρό που ήμουν μαθητής του Δημοτικού εκεί στα 1955 με’ 56.

Κυριακή ήταν και στην Εκκλησία γινόταν μια βάφτιση μετά το πέρας της Λειτουργίας .Παρόντες όλοι ,οι γονείς με το μωρό ,ο νουνός με τη νουνά τη γυναίκα του ,καθώς και οι στενοί συγγενείς εκατέρωθεν .Παρόντες ήμασταν κι εμείς τα παιδιά ,μια μαρίδα ολόκληρη .Φυσικά απροσκάλεστοι .Είχαμε το ελεύθερο σε τέτοιες περιπτώσεις .Βάφτιση χωρίς την παρουσία παιδιών δε γινόταν . Όπως δε γίνεται θέατρο χωρίς θεατές .

To μυστήριο έβαινε προς τη λήξη του και κόντευε η ώρα η δική μας .Ήδη στριμωχνόμασταν ,τα παιδιά  , να πάρουμε θέση για τα συχαρίκια .Ο νουνός είχε στο μεταξύ πάρει κι αυτός τη δική του θέση  στην πόρτα ,στην έξοδο με τα λεφτά ,τα κέρματα στο χέρι .Ένας – ένας περνάγαμε εμείς ,εφόσον καταφέρναμε να ξεγαντζωθούμε από το συνωστισμό ,λέγαμε «να σας ζήσει το όνομα» κι αυτός μας έδινε από μια δραχμούλα ή ένα πενηνταράκι .Ο πρώτος που έφτανε στο νουνό , έπαιρνε τάλιρο ή δεκάρικο .

Τελείωσε κι αυτό .Ακολουθούσε η επόμενη φάση εκτός εκκλησίας .Συνήθεια ήταν (και είναι σήμερα) ο νουνός να παραθέτει ένα μικρό γεύμα γιορταστικό στο σπίτι ή στο καφενείο , καφεπαντοπωλείο εδώ. Ο καιρός έξω ήταν πολύ καλός ,αν και προχωρημένο Φθινόπωρο .Έκανε ήλιο και ζέστη .Γι’ αυτό προτιμήθηκε το τραπέζι να γίνει έξω υπαίθρια .

Στην πλατεία ,λοιπόν ,του ενός από τα δύο καφεπαντοπωλεία στήθηκε μια περαντζάδα  από καρέκλες και τραπέζια .Φαγητά ,πιοτά ,όλα εντάξει .Σε λιγάκι άναψε το κέφι ,λύθηκαν οι γλώσσες και το κουβεντολόι εύθυμο πήγαινε σύννεφο πέρα –πέρα .Τσουγκρίσματα ,ευχές μεγαλόφωνες ,όλα δημιουργούσαν μια ευχάριστη γιορταστική ατμόσφαιρα .Εμείς τα παιδιά παρακολουθούσαμε από ανάμερα και κάναμε χάζι .

Όπου σε κάποια στιγμή σταμάτησαν οι φωνές και είδαμε τους συνδαιτυμόνες όλους να γυροφέρνουν και να ψάχνουν κάτω από τα τραπέζια και τις καρέκλες .Σίγουρα κάτι πολύτιμο είχε χαθεί. Αλλά τι ;Πλησιάσαμε να δούμε .Από κάτι μισόλογα ακούσαμε ότι ο νουνός πάνω που σταύρωνε και χρύσωνε το νεοβάφτιστο αναδεξιμιό του ,φαίνεται ότι του έπεσε μια λίρα ή αλλιώς πώς έγινε το πράγμα .Πάντως η λίρα είχε χαθεί .Αυτό ήταν σίγουρο , αν έκρινε κανείς από την επιμονή όλων στο ψάξιμο .Με δύο λόγια το γλέντι χάλασε και  όλοι στριφογύριζαν να βρουν τη λίρα. Πράγμα όμως πολύ δύσκολο ,γιατί κάτω το έδαφος ήταν σκεπασμένο από ένα παχύ στρώμα από τα πλατανόφυλλα που στο μεταξύ λόγω της εποχής – προχωρημένο ,είπαμε ,Φθινόπωρο – έπεφταν συνέχεια κάτω .Κίτρινη η λίρα ,ξερά  και κίτρινα τα πλατανόφυλλα ,ήταν σα να έψαχνες να βρείς ψύλλο μες στα άχυρα .Βάλτε και το γεγονός που ένα σωρό άτομα έψαχναν στριφογυρίζοντας και σκουντουφλώντας  μεταξύ τους .Καταλαβαίνετε πως ήταν σχεδόν αδύνατο να βρεθεί η λίρα ,ένα τόσο δα νόμισμα κίτρινο μέσα σε μια κίτρινη θάλασσα από τα ξερά πλατανόφυλλα . Αποτέλεσμα μηδέν .

Το πράγμα κράτησε κάμποση ώρα και θα κρατούσε ακόμα –λίρα ήταν αυτή αν ο ίδιος ο νουνός ,που έχασε τη λίρα δεν έδινε τέλος στις έρευνες , λέγοντας – ακούστε τώρα επί λέξη

«Δε βαριέσαι , μια λίρα είναι ,δε χάλασε ο κόσμος».
Το άκουσα και δεν το πίστευα .Άκου ,μια λίρα είναι ,δε χάλασε ο κόσμος !

Ρε συ ,ξέρεις τι είναι ή μάλλον τι ήταν μια λίρα την εποχή που μιλάμε .Τριακόσιες τόσες δραχμές άξιζε μια λίρα .Είκοσι μεροκάματα μαζεμένα έκανε μια λίρα .Ο πατέρας μου ,να καταλάβετε , δούλευε τσαγκαροσούφλι  όλη μέρα κάτω από την αστρέχα στην αγορά και ζήτημα να κονόμαγε τρείς – τέσσερις δραχμές να πάρει μια οκά το ψωμί για το σπίτι να χορτάσει έξι στόματα .Ήταν μέρες που το σακούλι ,ο ντροβάς ,γύριζε άδειος στον ώμο από την αγορά .

Σίγουρα ο νουνός δε θα ήταν στα καλά του .Ή μάλλον πιο σίγουρα ,τον φύσαγε τον παρά ο άνθρωπος .Άλλη εξήγηση δεν είχε το πράγμα .Έμπορας ήταν άλλωστε στην αγορά και είχε τον τρόπο του .Αλλά  η λίρα ήταν μια ολόκληρη λίρα ,πώς να το κάνουμε .

Καθόμασταν με το φίλο μου και δεν ξέραμε τι να κάναμε .Παραδόξως είχαν φύγει όλοι οι άλλοι και είχαμε μείνει οι δυο μας .Τότε μας ήρθε στο μυαλό μας μια ιδέα .Και δεν ψάχνουμε εμείς τώρα να βρούμε τη λίρα ,τι θα χάναμε ;

Από αδειά ,χρόνο ελεύθερο δηλαδή άλλο τίποτε .Σάμπως είχαμε και τίποτε το καλύτερο να κάναμε !Η λίρα ήταν εκεί λίγα μέτρα μπροστά μας ή τέλος πάντων δίπλα μας ,πιο πέρα .Μόνο που έπρεπε να βιαστούμε λίγο , μην ερχόταν ο μπακάλης να σκουπίσει .Ή ,γιατί όχι , κανένας άλλος έξυπνος και ψάξει εκείνος ,εφόσον ήξερε ή μάθαινε για τη λίρα .Οπότε αντίο λίρα

.Αμ’ έπος αμ’ έργο . Βάλαμε ένα σχέδιο .Πρώτα χαράξαμε στο χώμα κάτω με τα πόδια ένα τετράγωνο ,ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο για την ακρίβεια ,που να καλύπτει με την περίμετρο του το μέρος ,όπου το πιο πιθανό να είχε πέσει ,κατά τους υπολογισμούς μας ,η λίρα .

Παράμερα ήταν κάτι σανίδες .Πήραμε ο καθένας από μία και με αυτές στα χέρια μας στρωθήκαμε στη δουλειά .Γονατίσαμε αντικριστά στις δύο πιο στενές πλευρές στα άκρα του περιγράμματος και με τη σανίδα , από τη μία μεριά εγώ από την άλλη κι από την άλλη αυτός , μαζεύαμε τραβώντας το χώμα μισό μέτρο μπροστά , μαζί με τα φύλλα , τις πέτρες και τα μικρά ξερόκλαδα .Ψάχναμε το υλικό αυτό και κατά κάποιο τρόπο το λιχνίζαμε στις χούφτες ανάμεσα στα δάχτυλα μας και μη βρίσκοντας τίποτε σπρώχναμε τα μικρά εκείνα μπάζα πίσω μας και συνεχίζαμε την πρόσθια , να την πούμε έτσι , κίνηση .Λίγο – λίγο ζυγώναμε ο ένας τον άλλο κι όσο ζυγώναμε τόσο στέριωνε μέσα μας η πεποίθηση πως , πού θα πήγαινε , θα τη βρίσκαμε τη ρημάδα  τη λίρα ,αργά ή γρήγορα .Το αργότερο όσο να ανταμώναμε , πάει να ’πει ότι θα είχαμε εξαντλήσει όλη τη μεταξύ μας απόσταση και άρα η λίρα θα ήταν στα χέρια μας

.Όπερ και εγένετο .

Δεν είχαμε καλύψει ούτε από τρία μέτρα μπροστά μας ο καθένας και ένιωσα τη λίρα στα χέρια μου .Ήταν εκεί στη χούφτα μου .Την κατάλαβα πασπατεντά με τα δάχτυλα .

Την καθάρισα από τα χώματα και την παρατηρούσα κρατώντας την ανάμεσα στον αντίχειρα μου και το δείχτη , μη μπορώντας να συγκρατήσω μια φωνή θριάμβου «τη βρήκα». Περίπου σαν τον αρχαίο Αρχιμήδη με το περίφημο «εύρηκα» . Άκουσε ο φίλος μου και ζύγωσε κοντά μου .Πήρε τη λίρα στα χέρια του και βάλθηκε κι αυτός με τη σειρά του να την περιεργάζεται .
Ώστε αυτή είναι η λίρα , είπα από μέσα μου .Να πω την αλήθεια δε μου έκανε και τόσο εντύπωση η θέα της .Ένα μικρό κιτρινωπό νόμισμα ήταν ,λιγάκι βαρύ για το μέγεθος του ,καθόλου φανταχτερό και ολόχρυσο αστραφτερό ,όπως φανταζόμουν εγώ την λίρα .

Περιττό να σας πω ότι ήταν η πρώτη φορά (δεν είχε ξανασυμβεί αυτό , όσο θυμάμαι) που έβλεπα λίρα και  την έπιανα στα χέρια μου .
Βέβαια .Ήταν η λίρα για την οποία είχα ακούσει και είχα διαβάσει στα παραμύθια και σε μυθιστορήματα .Για τον αμύθητο πλούτο που οι λίρες αντιπροσώπευαν .Που οι βασιλιάδες και οι μαχαραγιάδες τις σκορπούσαν στους υπηκόους τους , έτσι για να κάνουν το κέφι τους .

Ήταν , πάλι, οι λίρες που εξαιτίας τους είχαν γίνει τόσοι πόλεμοι. Που είχαν χυθεί ποταμοί αιμάτων .Που οι άνθρωποι για χάρη τους μεταβάλλονταν σε ανθρωπόμορφα θηρία .Γίνονταν δολοφόνοι και προδότες .Ως και αδελφοκτόνοι ,πατροκτόνοι και μητροκτόνοι ακόμα .Όλος ο κόσμος των μύθων και των παραμυθιών πέρασε από μπροστά μου μέσα σε λίγες μόνο στιγμές .

Τι νομίζεις πως ήμουν .Ένα παιδί ήμουν ,πώς να σκεφτόμουν αλλιώς .Στο παιδί ο μισός κόσμος του είναι πραγματικός και ο άλλος μισός είναι φανταστικός , όπως τον πλάθει η φαντασία του .Πόσα μπορούσα να κάνω με μια λίρα .Με μισή ακριβέστερα , γιατί η άλλη μισή ανήκε στο φίλο μου .Άρχισα τους λογαριασμούς .Μισή λίρα ήταν εκατόν πενήντα δραχμές και βάλε .                       
            Δηλαδή εκατόν πενήντα σοκολάτες .Άλλα τόσα παγωτά ,αν ήταν καλοκαίρι .Μπορούσα να κάνω κάποιες τροποιήσεις .Να μην τις χάλαγα όλες για τις σοκολάτες .

Κάτω στην αγορά είχε ανοίξει ένα ζαχαροπλαστείο ,το πρώτο στο είδος του για τη Φιλιππιάδα .Ήταν κάτι υπέροχα γλυκά ταψιού εκεί ,μπακλαβάδες , κανταίφια και άλλα διάφορα γλυκίσματα που δε τα ξέραμε .Πρώτη φορά τα βλέπαμε.Οι μανάδες στα σπίτια έφτιαχναν τα συνηθισμένα τότε γλυκά ,νεράντζι φλούδα ,νεραντζάκι ολόκληρο ,κυδώνι ,σταφύλι και κάποια άλλα .Που να τα θυμάμαι τώρα .Καλά γλυκά αλλά δε συγκρίνονται με εκείνα του ζαχαροπλαστείου .

Είχα ξεχαστεί .Από την ονειροπόληση με έβγαλε η φωνή του φίλου δίπλα. «Θα πάω να δώσω τη λίρα στον μπάρμπα μου»

Τι έκανε ,λέει! Θα επέστρεφε τη λίρα στον μπάρμπα του !Έπεσα από τα σύννεφα. Για στάσου ,ρε Χρήστο ,τι πας να κάνεις .Με ρώτησες εμένα ;Μαζί δε τη βρήκαμε τη λίρα ;Πώς το είχα ξεχάσει .Βέβαια ,ο φίλος μου τον είχε θείο το νουνό ,αδερφός του πατέρα του .Είχαν το ίδιο επώνυμο οι δύο τους ,ανιψιός και θείος .Πώς μου είχε διαφύγει αυτό !Γιατί αν το είχα λάβει υπόψη μου ,μπορεί να έπραττα αλλιώς . Τι να πω τα είχα χαμένα .

Στο μεταξύ , ο φίλος μου είχε κόψει κατά το δημόσιο δρόμο με τη λίρα στο χέρι .Το σπίτι του μπάρμπα του απείχε καμιά διακοσαριά μέτρα .Από κοντά εγώ .Που πας ,ρε Χρήστο ,σταμάτα λίγο να το κουβεντιάσουμε .Πουθενά αυτός ,ντογρού για το σπίτι του θείου του .Ο θείος του ότι ετοιμαζόταν να ξαπλώσει για το μεσημεριανό του ύπνο .Είχε μάλιστα φορεμένες τις πιτζάμες του

.Χάρηκε όσο να ,ναι που βρέθηκε η λίρα του .Μας επαίνεσε για την πράξη μας . «Μπράβο ,είστε καλά παιδιά» μας είπε και από το σακάκι δίπλα του στην καρέκλα έβγαλε και μας έδωσε , θυμάμαι ,από ένα δεκάρικο ,για τα βρετικά .

Τι να τα έκανα εγώ τα καλά λόγια και τι να σου κάνει ένα δεκάρικο ,όταν εκατόν πενήντα ολόκληρες δραχμές είχαν κάνει φτερά μέσα από τα χέρια σου .Α ,ρε Χρήστο ,τι μου έκανες .Μπάρμπας σου ήταν ,δε λέω ,και καλά έκανες από τη μια μεριά .Μπορεί το ίδιο να έκανα κι εγώ στη θέση σου .Όμως πάλι ,η λίρα για τον μπάρμπα σου ήταν χαμένη .Ούτε που στενοχωρήθηκε ιδιαίτερα που την έχασε .Ούτε και που χάρηκε πολύ που τη βρήκε .Πα ,να πει πως είχε κι άλλες λίρες αυτός .Ποιος ξέρει πόσες .Δηλαδή ,ρε Χρήστο ,επέστρεψες στον μπάρμπα σου τη λίρα ,που έτσι κι αλλιώς ήταν χαμένη ,γι’ αυτόν και τη στέρησες από εμάς τους δύο .Και δε σκέφτηκες , ρε Χρήστο ,πως κι εσύ ήσουν φτωχός όπως κι εγώ.

Αυτά έλεγα εγώ τότε κι αυτές οι σκέψεις δεν ξεκόλλησαν από μέσα μου εξήντα ολόκληρα χρόνια από τότε .Και μην περιμένετε να κακίσω εγώ τον εαυτό μου και να τον μαλώσω τόσο όψιμα

.Τις όποιες σας κατηγορίες να τις πείτε στο παιδί εκείνο της δεκαετίας του ’50 ,ετεροχρονισμένα ,γιατί πολύ αμάρτησε (με τη σκέψη).

Εγώ πάντως δεν έχω το κουράγιο να το κάνω .Όχι γιατί πρόκειται για τον ίδιο τον εαυτό μου .Αποστασιοποιούμαι από μια τέτοια σκέψη .Η ηθική ,βλέπετε ,στην περίπτωση που τώρα λέμε είναι σχετική και από καιρό σε καιρό αλλάζει .Ανάλογα με τις καταστάσεις και τις περιστάσεις .Σας παραπέμπω να διαβάσετε τους «Άθλιους» του Βίκτωρος Ουγκώ.

Το παρήγορo στην όλη υπόθεση ήταν το δεκάρικο που ο νουνός μας έδωσε στον καθένα μας για τα βρετικά .Κάτι ήταν και αυτό .Ή μάλλον ,για να πω την αλήθεια ήταν σημαντικό ποσό για ένα παιδί τότε .Λαμβάνοντας υπόψη της φτώχιας και της ανέχειας που εκείνο τον καιρό μας έδερνε όλους ,μικρούς και μεγάλους .      
Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος
Μάρτης 2017   

Εκδήλωση για τον Αλκη Αλκαίο

Ο συλλογος Περι Βιβλίου Φιλιππιάδας, διοργανώνεις σεκδήλωση - μουσικό αφιέρωμα στον ηπειρώτη ποιητή Άλκη Αλκαίο, που διοργανώνει το 1ο Γενικό Λύκειο Φιλιππιάδας για να γιορτάσει μαζί σας την παγκόσμια ημέρα της ποίησης. Θα μας τιμησετε με την παρουσία σας.

Ο Άλκης Αλκαίος (πραγματικό όνομα Βαγγέλης Λιάρος) ένας εκ των κορυφαίων Ελλήνων ποιητών και στιχουργών, γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1949 κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και πολιτογραφήθηκε από μικρός κάτοικος Πάργας όπου τον περισσότερο καιρό έμενε εκεί, γράφοντας τους υπέροχους στίχους του με “δάσκαλό του” την ποίηση του Κ. Γ. Καρυωτάκη. Το όνομά του το πήρε από έναν θείο του ΕΛΑΣίτη που σκοτώθηκε 23 χρονών.
Το 1967 δημοσιεύτηκε ένα δοκίμιο που έγραψε ο ποιητής για τον Κώστα Καρυωτάκη με το όνομα “Κώστας Καρυωτάκης: Ο ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε”. Όπως λέει και ο ίδιος σε μια επιστολή του προς το Δ.Σ του Συλλόγου Παργινών Αθήνας:
«…Ήταν αρχές του 1967, όταν ο αείμνηστος Αλέξανδρος Μπάγκας, Δήμαρχος Πάργας, με παρουσίασε, μαθητή ακόμα στο γυμνάσιο Πάργας, ως δημιουργό με τα πιο ενθουσιώδη λόγια, στο κατάμεστο χειμωνιάτικο σινεμά, στου “Καρύδη”. Θερμοί συμπαραστάτες ήταν οι αείμνηστοι Νίκος Τσάκας, Πέτρος Γιούργας και ο τότε Νομάρχης Πρεβέζης Θεόδωρος Βγενόπουλος. Θέμα της διάλεξης ήταν ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης και αφορμή η άρνηση των θρησκευτικών αρχών στην Πρέβεζα να τελέσουν μνημόσυνο για έναν αυτόχειρα. Η διάλεξη αυτή έγινε βιβλίο. Και θυμάμαι πόση συγκίνηση ένοιωσα όταν έλαβα ένα γράμμα από το Θάνο Καρυωτάκη, αδελφό του ποιητή, με ύμνους για το βιβλίο. Έτσι ξεκίνησα. Με ένα πεζό για έναν ποιητή. Υπό την αιγίδα του Δήμου Πάργας.»

έκανε ανάρτηση και ο ΠΙΤΣΙΡΙΚΟΣ για τον πρώτο πελαργό στην Φιλιππιάδα

Μαζί με την φωτογραφία της φωλιάς με τον πελαργό έστειλα στον pitsirikos.net το νέο ότι ήρθε.(κάθε χρόνο το κάνω)

Φίλε πιτσιρίκο, σε ποιον να το έλεγα πρώτα παρά σε σένα, για να το κάνεις «βούκινο» παντού.
Ηρθε σήμερα, Πέμπτη 2 Μάρτη πρωί, στη Φιλιππιάδα ο πρώτος πελαργός.
Διάλεξε την φωλιά του και περίμενε μάλλον να τον φωτογραφίσω.
Πιο νωρίς φέτος η άφιξή του, ίσως λόγω καιρού.
Καλωσταδεχτήκαμαν μου είπε το πρωί ο φίλος που τον πρωτοείδε.
Μ.


(Αγαπητέ φίλε, όσο έρχονται οι πελαργοί στην Φιλιππιάδα, δεν φοβάμαι τίποτα. Η φύση των πραγμάτων.
Φέτος ο πελαργός ήρθε δυο εβδομάδες νωρίτερα από πέρσι και δέκα μέρες νωρίτερα από πρόπερσι.
Μπορεί ο πελαργός να αποφασίσει μια χρονιά να κάτσει και τον χειμώνα στην Φιλιππιάδα, για να δει τι γίνεται όταν λείπει. Αν και ξέρουν οι πελαργοί· έρχονται την άνοιξη που η Ελλάδα είναι μαγική και ανοίγουν οι καρδιές των ανθρώπων.
Παρακολουθώ αυτές τις ημέρες στο Διαδίκτυο τους δυο αετούς στην Ουάσινγκτον που έκαναν τη φωλιά τους πάνω σε ένα ψηλό δέντρο -όπως και πέρσι- και ετοιμάζονται να φέρουν στον κόσμο τα μικρά τους. Δυο αυγά όπως και πέρσι.
Κάθομαι και τους κοιτάω με τις ώρες. Είναι υπέροχα τα πουλιά. Με συγκινούν. Και τα σκυλιά με συγκινούν.
Να τον προσέχετε τον πελαργό. Προσφυγάκι είναι κι αυτός. Να είστε καλά. Και σας ευχαριστώ για τα καλά νέα!)

Ηρθα...!

Πρωτογενή πλεόνασμα,μέτρα χωρίς τέλος,δικλίδες ασφαλείας,μόνιμος κόφτης,εεε εσένα τι σε...κόφτει;
Ανέβασες τα μάτια προς τον ουρανό.
Σήμερα ήρθα!
Δεν θέλω ούτε αξιολόγηση ούτε τίποτα.Το βλέπω οτι βλέπεις οτι έχω λιγο κόκκινα μάτια,και η μύτη μου τρέχει.Μπορεί απο κρύωμα απ'το μεγάλο μου ταξιδι,μπορει και με αυτά που βλέπω να σας κάνουν.Ααα βλέπω εσείς  προλάβατε τις βγάλατε τις μάσκες!Αυτοι;Αααα καλά!Δεν θα τις βγάλουν ποτε.Ξέρω μου την..είχες στημένη και πάλι φέτος,να προλάβεις να με δεις πρώτος.Και τα κατάφερες.Όταν ξεπρόβαλα,με ενα κλικ,το μά'θαν όλοι.Και καλα έκανες.Άντε βρε,καλό καλοκαίρι.Με υγεία.Σας αγαπάω.
Ο...πελαργός σας.
2/3/2017 ο ρομαντικά σκεπτόμενος

Η πριγκίπισσα του χειμώνα.

Κάνω μια βόλτα.Κοιτάζω τα σύννεφα,αρχίζει σιγά-σιγά να βγαίνει ο ήλιος.Μέχρι στιγμής παίζουν κρυφτό μεταξύ τους.Πουλάκια κελαηδούν.Απίστευτα όμως.Παρά τους 4 βαθμούς.
Πού θα πάει; Έρχεται η άνοιξη.
Στην επόμενη στροφή,άάά καλά,δεν το πιστεύω!Μα πώς το είχα ξεχάσει;

Σαν πεισματάρα που είναι,είπε να ανθίσει μες στο χειμώνα ξανά και φέτος!Βγάζω το...όπλο!Το κινητό,να τη φωτογραφήσω.Τί χαρά!Ανθισμένη αμυγδαλιά!Έχει ενα ελαφρύ αεράκι.Πάω απο κάτω.Κουνάω ένα κλαδί.Έχω γεμίσει όλος μα όλος με ρόζ πέταλα.
Είναι πανέμορφη.Σαν πριγκήπισσα παραμυθιού.Κάπου είχα διαβάσει,πως η αμυγδαλιά είναι το σύμβολο νέας ζωής.Ωραίο.Είναι η πρώτη που ανθίζει μεσα στο ψοφόκρυο.
Και μας φέρνει το μήνυμα.Ότι η άνοιξη έρχεται.Καινούρια έρχονται.Κάτι νέο.Και πόσο διψάω για νέα χρώματα,μυρωδιές!Για κάτι νέο;
Το μόνο που δε θέλω να αλλάξει στη ζωή μου είναι αυτό.Αυτο το δέντρο.Θέλω να ανθίζει πάντα τέτοια εποχή.Γιατί μ'αυτό,με κάνει και μένα ν'ανθίζω μαζί της τέτοια εποχή.Μέσα μου.
Έλα σε σένα το λέω που διαβάζεις αυτή τη στιγμή.
Αν σηκώσεις και σύ λιγο το κεφάλι σου απ'την οθόνη του κινητού σου,κάπου θα δεις και σύ μια.
Την είδες;
Δεν είχα δίκιο;
Δεν είναι όμορφη;
Έπρεπε να την χάσεις;
Φλεβάρης 2017
ο ρομαντικά σκεπτόμενος

32.Νυχτερινό κυνήγι .(Μια φοβερή νύχτα).

του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου     
Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα       
Συγκρίνω τη δική μου παιδική ηλικία με τις γενιές των παιδιών που ακολούθησαν. Μέχρι τη σημερινή γενιά των νέων. Ασχέτως  με το ατύχημα της βαθιάς οικονομικής κρίσης που μας ταλανίζει εδώ και εφτά περίπου χρόνια . Γιατί , μπορεί τα σημερινά παιδιά να υφίστανται τις οδυνηρές συνέπειες από την πτώχευση , όμως για την ώρα δε στερούνται τα αναγκαία προς το ζην αγαθά. Όπως για παράδειγμα το ψωμί ,ας πούμε .Κι εδώ κυριολεκτώ. Δηλαδή δεν πείνασαν ακόμη , ώστε να πουν το ψωμί ψωμάκι .Όπως εμείς τότε.

        Μιλάω πάντα για τη Παλιά Φιλιππιάδα του χτες και του σήμερα καθώς και για την ευρύτερη Φιλιππιάδα .Δεν ξέρω βέβαια ,τι μέλλει γενέσθαι κατά τα επόμενα χρόνια .Πώς δηλαδή θα εξελιχθεί η κατάσταση , χειρότερα ή καλύτερα .
        Για να βάλουμε τα όρια , η παρατήρηση .Τέλος πάντων εγώ θα ορίσω τη διαφορά του χτες από το σήμερα στο άσπρο και στο μαύρο. Όχι αβάσιμα , όπως θα έχετε την ευκαιρία να διαπιστώσετε στη συνέχεια.
        Χειμώνας ήταν. Δεκέμβρης του 1959, για να ακριβολογήσω. Πήγαινα στην Τετάρτη τάξη του Γυμνασίου, θυμάμαι, και είχαμε διακοπές για τις γιορτές, Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά.
        Για εμάς το γεγονός, πέρα από τη χαρά της ξεγνοιασιάς και του παιχνιδιού, οι διακοπές αυτές μέσα στο χειμώνα μας αποδέσμευσαν εντελώς για δεκαπέντε ολόκληρες ημέρες από τις σχολικές μας υποχρεώσεις. Ιδιαίτερα από το μαγκανοπήγαδο του πήγαινε-έλα κάθε μέρα στο σχολείο. Για διαβάσματα και γραψίματα, όχι και τόσο. Έτσι και αλλιώς λίγο-πολύ, τα είχαμε φορτώσει…….στον κόκορα που λέμε. Όμως, πώς να το κάναμε η έγνοια για το σχολείο και μόνο ως σκέψη βάραινε μέσα ,ενόσω διαρκούσαν τα μαθήματα .
        Έτσι οι Χριστουγεννιάτικες  διακοπές ήταν ένα φωτεινό διάλειμμα στη μονότονη και άχαρη σχολική μας ζωή. Τι κι αν οι καθηγητές την τελευταία ημέρα που θα σταματούσαν τα μαθήματα μας έβαζαν ο καθένας τους μια ορισμένη ύλη από το δικό τους μάθημα , «Θα έχετε να διαβάσετε στις διακοπές από την τάδε σελίδα ως αυτήν εδώ την σελίδα , και μην το αμελήσετε ,γιατί θα σας εξετάσω την πρώτη κιόλας ημέρα που θα γυρίσετε» . Άντε να στέρξεις σε τέτοιο σχολείο και σε τέτοια διαστροφή ,να θέλουν οι καθηγητές σώνει και καλά να σου στερήσουν την ελευθερία σου ,να πάρεις δύο ανάσες με την ευκαιρία των διακοπών .Λες και θα τους τρώγαμε το ψωμί τους τη στιγμή μάλιστα που για εμάς τους καθηγητές ξεκουράζονταν για τα καλά και οι ίδιοι .Είχαμε και ένα λόγο περισσότερο να χαιρόμασταν τις διακοπές των Χριστουγέννων. Όχι μόνο γιατί θα παίζαμε αλλά το σπουδαιότερο ,γιατί θα κυνηγούσαμε πουλιά με το «λάστιχο», τη λαστιχένια σφεντόνα. Εδώ είμαστε.
        Ποιος είπε ότι ο χειμώνας είναι η χειρότερη εποχή του χρόνου. Για τα παιδιά τότε ,αν δεν ήταν ο χειμώνας η καλύτερη εποχή ,σίγουρα δεν ήταν και η χειρότερη. Επειδή έχει , λέει ,βροχές και κρύα. Τέτοια πράγματα ούτε που τα χαμπαριάζαμε τότε. Κι ας έμπαζαν νερό τα παπούτσια μας και μούσκευαν τα τσουρέπια στα πόδια μας κάτω ,τόσο που κάποιες φορές νιώθαμε πως πλατσουρίζαμε στις λάσπες ,παρά περπατάγαμε .Και τι μ’αυτό το πολύ-πολύ ν’αρπάζαμε κα’να πονοκέφαλο ,39º-40º  πυρετό ,να ζεμάταγε το μέτωπο μας και να καθόμασταν στο σπίτι ώσπου να μας περνούσε και ύστερα πάλι στη βροχή και στο αγιάζι. Για παιχνίδι και κυνήγι .Ας ήταν καλά ο άγιος χειμώνας που μας έφερνε κοπάδια τα πουλιά . Κυνηγούσαν οι μεγάλοι λαγούς ,παπιά και μπεκάτσες με το ντουφέκι. Κυνηγούσαμε και εμείς τα παιδιά κοτσύφια ,τσίχλες και τσόνια με το λάστιχο το δικό μας όπλο. Και να δεις που χάρη του κυνηγιού αφιερώναμε λιγότερο χρόνο για τα παιχνίδια. Αυτά μπορούσαν να περιμένουν και λίγο. Ολόκληρο χρόνο είχαμε μπροστά για τα παιχνίδια. Το κυνήγι γινόταν μόνο το χειμώνα με τα αποδημητικά πουλιά .Τελείωνε ο χειμώνας έφευγαν τα πουλιά , τελείωνε για τα παιδιά και το κυνήγι .Θέμα χρόνου ήταν το πράγμα. Άρα, δεν έπρεπε να αφήναμε τον καιρό να περνάει ανεκμετάλλευτος, χωρίς να κυνηγήσουμε .Με το που ξημέρωνε η μέρα άλλη σκέψη από το κυνήγι δεν είχαμε .Μόνο μια βροχή μας κράταγε από αυτό .Να ήμασταν στον κάμπο να κυνηγήσουμε και να μας έπιανε η βροχή ,τότε μόνο σταματάγαμε όχι τόσο γιατί θα βρεχόμασταν ,αλλά το περισσότερο ,γιατί με τη βροχή πρώτα έφευγαν τα πουλιά για να κρυφτούν ψηλά στα δέντρα και πάντως μακριά από εμάς ,ύστερα έτσι και αλλιώς φεύγαμε κι εμείς .Από έλλειψη αντικειμένου πλέον στην προσπάθεια μας . Είπαμε ,τη βροχή την αποφεύγαμε δεν την τη φοβόμασταν ,όταν ήταν να κάναμε το κέφι μας .Προτεραιότητα στα παιδιά είναι το παιχνίδι ,η ευχαρίστηση και η χαρά . Όλα τα άλλα έπονται .Το κυνήγι έχει απ’όλα .Έχει τη χαρά του παιχνιδιού .Έχει όμως και τις συγκινήσεις που επιφυλάσσει ένα σπορ .Δηλαδή τη συγκίνηση από την προσπάθεια και την προοπτική της επιτυχίας που εδώ εκφράζεται με την κατάκτηση του επάθλου. Και ένα σωρό άλλα πράγματα και καταστάσεις που βιώνει ο κυνηγός , με το θήραμα ως έπαθλο και επιβράβευση των ικανοτήτων του και των προσπαθειών που καταβάλλει .Είναι όμως και το ίδιο το έπαθλο όχι μόνο για τη συμβολική του αξία αλλά και για τη γευστική του ,ας την πούμε έτσι , αξία ένα έδεσμα πεντανόστιμο.
Κάτι που για τα παιδιά τότε ,τον καιρό της μεγάλης πείνας ,προσλάβαινε τη δική του ξεχωριστή σημασία ,της γευστικής απόλαυσης .Δεν ήταν λίγο να απολαύσεις μια τηγανιά από πεντέξι αγριοπούλια ,όταν το κρέας ήταν τόσο σπάνιο στο οικογενειακό διαιτολόγιο .Το κυνήγι ωστόσο εμπεριέχει και το στοιχείο της περιπέτειας με ότι συνεπάγεται η λέξη .Περιπέτεια σημαίνει αγώνισμα με έντονα συναισθήματα ,αλλά και κινδύνους ,μάλιστα απρόβλεπτους .Έτσι εξηγείται η γοητεία που ασκεί το κυνήγι στον άνθρωπο .Που εκτός των προαναφερομένων είναι και μέσα στη φύση του ανθρώπου στον αέναο αγώνα του για να επιβιώσει και για να κατισχύσει στα άλλα πλάσματα της Δημιουργίας .Κυνηγούσαμε τα πουλιά τη μέρα αλλά τα κυνηγούσαμε και τη νύχτα με το φακό στις πορτοκαλιές .Διαφορετικό είδος κυνήγι αυτό από το ημερήσιο .Με περισσότερο σασπένς ,με εντελώς διαφορετικό σκηνικό και συγκινήσεις .Αλλά σίγουρα και με κάποιους επιπρόσθετους κινδύνους ,λόγω κυρίως της νύχτας και άλλων ιδιαίτερων συνθηκών που χαρακτήριζαν το νυχτερινό κυνήγι εκείνους τους καιρούς .
        Αφήνουμε τώρα κατά μέρος τη θεωρία και να μπούμε στη πράξη .Εκεί θα τα δείτε όλα να επαληθεύονται  .Την ξεγνοιασιά της ελευθερίας των παιδιών ,τις συγκινήσεις τις μοναδικές που προσφέρει το κυνήγι ,αλλά και τη γοητεία του «ζην επικινδύνως»! Όσο υπερβολικό μπορεί ν’ακούγεται το τελευταίο .Εξάλλου θα το έχετε παρατηρήσει ,η αίσθηση του κινδύνου αυτή καθεαυτή σε συνδυασμό με το ρίσκο ,που ως προοπτική συμπεριλαμβάνεται και συνυπολογίζεται μέσα στα δεδομένα μιας επικίνδυνης επιχείρησης ,αυτά τα δύο αντί να σε αποτρέπουν ,σε προκαλούν και σε ερεθίζουν τόσο ,ώστε να ρίχνεσαι στην περιπέτεια με κλειστά τα μάτια τις περισσότερες φορές ,αδιαφορώντας για τους κινδύνους και τις όποιες συνέπειες .Τελικά η δίψα για περιπέτεια είναι συνυφασμένη με τη μοίρα του ανθρώπου ως μια γενεσιουργός πλέον αιτία στην πορεία του προς το άγνωστο . Απόδειξη ,όλους μας γοητεύει η προοπτική μιας περιπέτειας ,είτε για να ζήσουμε οι ίδιοι είτε να τη βιώσουμε ακουστά στις περιπτώσεις άλλων .Ακόμα και διαβάζοντας ένα περιπετειώδες ανάγνωσμα μπορεί κανείς να αισθανθεί την ηδονή της περιπέτειας. Πολύ περισσότερο ,όταν μιλάμε ,όπως εδώ για παιδιά ,που κοντά στα άλλα έχουν λόγω ανωριμότητας παντελή (ή έστω σχετική )άγνοια του κινδύνου και το μόνο που τα κατευθύνει είναι το συναίσθημα και η γοητεία της περιπέτειας .
        Πάρα ταύτα εμείς εγώ και τρεις φίλοι μου ,κάτσαμε και λογαριάσαμε τότε , 1959 που λέγαμε ,όλους τους κινδύνους για την νυχτερινή επιχείρηση που είχαμε σχεδιάσει από καιρό .Θα μπαίναμε να κυνηγήσουμε βράδυ σε έναν «ακυνήγητο» μπαξέ .Στον καιρό εκείνο ακυνήγητος μπαξές ,στην παιδική ορολογία , ήταν το περιβόλι με τα πορτοκάλια ,όπου λόγω της δεδομένης εύλογα απαγόρευσης «φύσαγαν»,δηλαδή ήταν γεμάτα ,τα βράδια από πουλιά που κούρνιαζαν στις πορτοκαλιές για να κοιμηθούν .Τι συνέβαινε .  
        Τα πουλιά ,όπως κάθε ζωντανός οργανισμός ,όλη τη μέρα πετούν ψάχνοντας και τσιμπολογώντας .Τις νύχτες κούρνιαζαν στα πυκνά φυλλώματα των δέντρων για περισσότερη προστασία και ασφάλεια .Στον κάμπο προτιμούσαν τις πορτοκαλιές που ως γνωστόν έχουν ιδιαιτέρως πυκνό φύλλωμα .Ναι ,αλλά οι πορτοκαλιές δεν έχουν μεγάλο ύψος και αυτό ήταν το τρωτό σημείο για τα πουλιά .Γιατί η προστασία που από τα πολύ παλιά χρόνια τους έδινε το σκοτάδι  δεν ίσχυε προκειμένου για το βασικό τους θηρευτή τον άνθρωπο ,λόγω της εφεύρεσης του φακού .Από ένα χρονικό σημείο και ύστερα χάρη στο φακό το σκοτάδι έπαψε να είναι εμπόδιο στον ανελέητο αγώνα ανάμεσα στα πουλιά και στον άνθρωπο. Αυτό σε συνδυασμό με το χαμηλό ύψος  της πορτοκαλιάς άλλαξε καθοριστικά τους συσχετισμούς υπέρ του ανθρώπου. Τα πουλιά όντας κουρνιασμένα στις πορτοκαλιές και μάλιστα στα εξωτερικά φυλλώματα για να μπορούν εις  περίπτωση  κινδύνου να φεύγουν ανεμπόδιστα ,έτσι περιήλθαν μέσα στην εμβέλεια του παιδικού όπλου ,του «λάστιχου» που λέγαμε , καθώς έδιναν ιδανικό στόχο στους μανιώδεις θηρευτές τους ,όπως ήταν τα παιδιά .
        Στον κάμπο δεν υπήρχαν  παρά δύο-τρεις μπαξέδες όλο κι όλο κι αυτοί κατά κυνηγημένοι τόσο ,που από το ένστικτο τα πουλιά απέφευγαν να κουρνιάζουν εκεί τις νύχτες .Κάτι άλλοι μπαξέδες  ,ένας-δύο ,ήταν κατά μήκος του δημοσίου δρόμου στο χωριό προς την αγορά μέσα στην ίδια γειτονιά .Μπαξέδες κοντά σε σπίτια δεν προσφέρονταν για κυνήγι ,αφού και τα ίδια τα πουλιά δεν τους αποστρέφονταν λόγω της κίνησης και των θορύβων από τα αυτοκίνητα.
        Ο μόνος ακυνήγητος μπαξές ήταν αυτός που λέμε τώρα. Συνδύαζε ορισμένα πλεονεκτήματα για εμάς, όπως τα συζητάγαμε εκείνο το συγκεκριμένο απόγευμα στην επιτόπια σύσκεψη  που κάναμε όρθιοι έχοντας μπροστά μας τη θέα με τις πορτοκαλιές. Το μέρος ,η τοποθεσία ,ήταν ότι έπρεπε κοντά στο χωριό ,άρα χωρίς ταλαιπωρίες μέσα στα σκοτάδια ,και συνάμα ερημική όντας δίπλα στο ποτάμι .Ένα μονοπάτι χώριζε το μπαξέ από την όχθη .Βέβαια ,ήταν ψηλά στην απέναντι άκρη το σπίτι ,ένα δίπατο πέτρινο αρχοντικό που τα παράθυρα του βίγλιζαν κάτω κατά τις πορτοκαλιές. Μικρό εμπόδιο. Απλούστατα ,θα περιμέναμε ,θα καθυστερούσαμε δηλαδή να μπούμε μέσα μέχρι εκεί δέκα με δέκα μισή ,όταν θα είχαν αποκοιμηθεί οι ένοικοι πάνω στο σπίτι. Ούτε τηλεοράσεις υπήρχαν τότε ούτε καν ηλεκτρικό φως για να ξενύχταγε κανείς τα βράδια. Η ώρα εννιά ,βαριά δέκα, όλο το χωριό κοιμούνταν .
Με τις κότες που λέμε. Μόνο στους μαχαλάδες γύρω τα σκυλιά απολυμένα από τον άλυσο αλώνιζαν τις ρούγες ουρλιάζοντας ασταμάτητα αγριεμένα και συνάμα τρομαγμένα κι αυτά από τους ίσκιους και τα σκοτάδια .
        Το μόνο σοβαρό εμπόδιο ήταν ο σκύλος του σπιτιού .Αλλά τι σκύλος, σωστό θεριό που και η θέα του κατά τη διάρκεια της ημέρας καθώς ήταν δεμένο ,σου έκοβε την ανάσα. Ήταν το πιο μεγαλόσωμο και το πιο άγριο σκυλί στο χωριό , ο φόβος και ο τρόμος για τους περαστικούς εκεί κι ας ήταν δεμένο .Αλίμονο σε όποιον έπεφτε στα δόντια του .
        Να πούμε κι αυτό. Δε σπάνιζαν την εποχή εκείνα τα κρούσματα και λίγο-πολύ όλοι είχαμε να διηγηθούμε για περιστατικά με πρωταγωνιστές τα σκυλιά που επιτίθεντο στους χωριανούς , μικρούς και μεγάλους. Υπάρχουν σε αρκετούς οι ουλές στα πόδια και στα χέρια από παλιά δαγκώματα των σκύλων. Ετούτος εδώ παρά ήταν άγριος για να μην το υπολογίζαμε στη νυχτερινή μας επιχείρηση. Αλλά δε θα κωλώναμε για ένα σκυλί.
        Την ορισμένη ώρα γλιστρήσαμε αθόρυβα μέσα στον μπαξέ από μια τρύπα που είχαν ανοίξει οι φίλοι μου από τις προηγούμενες μέρες λασκάροντας το μεσαίο από τα τρία συρματοπλέγματα της περίφραξης και παραμερίζοντας λίγο στο σημείο εκείνο τα βάτα που ως φυσικό τοίχος έζωναν ολόγυρα το κτήμα .
        Σταθήκαμε πεντέξι λεπτά κοκαλωμένοι να αφουγκραστούμε και να ελέγξουμε μέσα στο σκοτάδι το χώρο .Τίποτε ,ησυχία .Ψηλά κατά το σπίτι τα παράθυρα είχαν από ώρα κλείσει. Δεν ακουγόταν άλλο από το σιγανό ρόχθισμα του ποταμιού καμιά δεκαπενταριά μέτρα δίπλα μας .
        Στον ουρανό ψηλά τα σύννεφα γοργοκύλιστα κυνηγούσαν το ένα το άλλο μην επιτρέποντας στο αμυδρό φως των αστεριών να διαπεράσει παρά μόνο σε λιγοστά ανοίγματα που φώτιζαν για λίγο και στη στιγμήν έκλειναν .Εκείνη την ώρα έπαιρνε και ψιχάλιζε και σε λιγάκι ακούγονταν σιγανό και μονότονο το μουρμουρητό της βροχής πάνω στα ήδη γυαλιστερά από το νερό φυλλώματα .Ήταν ότι έπρεπε εκείνη η βροχούλα , γιατί εκτός των άλλων μας τόνωσε τη διάθεση μας επιδρώντας ενεργητικά πάνω μας .
        Όλα ήταν με το μέρος μας .Ως και ο σκύλος που τον φοβόμασταν ιδιαίτερα , λες κι εκείνος είχε συνωμοτήσει μαζί μας ,ήταν φευγάτος από ώρα πολλή. Σίγουρα θα είχε σμίξει με το σκυλολόι πέρα στο μαχαλά. Ακούγαμε τα αλυχτίσματα .Χωρίς άλλη καθυστέρηση σιωπηλά όπως ταιριάζει σε ανάλογες περιστάσεις αρχίσαμε το έργο . Εγώ μπροστά με το φακό αναμμένο στο πηγούνι μου έφεγγα επάνω στα φυλλώματα εκατοστό το εκατοστό ερευνητικά να εντοπίσω τα κοιμισμένα εκείνη την ώρα πουλιά. Δεν άργησα να βρω το πρώτο πουλί ,ύστερα το δεύτερο ,πιο μετά το άλλο και το άλλο .Ήταν ένα θέαμα λίγο παράξενο ,μια ασυνήθιστη εικόνα .Να βλέπεις μέσα στη νύχτα στο σκοτάδι ένα πουλί ,τον ιδανικό στόχο να στέκει εκεί λίγα μέτρα ψηλά στη κρυψώνα που διάλεξε στα φυλλώματα ,λουσμένο μέσα στη ψυχρή λάσπη της ακτίνας από το φακό ,τελείως ανυπεράσπιστο παραδομένο στο θανατερό ύπνο του . Και την ίδια στιγμή από κάτω ακριβώς ο χάρος να τεντώνει τις λαστιχένιες του χορδές από το τόξο και να σημαδεύει το πουλί .Πόσες πιθανότητες έχει να αστοχήσει η ριξιά ;Ελάχιστες! Όλα ήταν εις βάρος του πουλιού .Δευτερόλεπτα μετά, όσο κρατούσε η σκόπευση ,άκουγες ένα ξερό «πλάφ» σημάδι πως η πέτρα είχε βρει το στόχο της .Αμέσως τότε η ακτίνα μια μακριά φωτεινή λεπίδα ,ψυχρή και ανελέητη , να στρέφεται κατά το έδαφος κάτω και να ψάχνει επίμονα μέσα στα χόρτα να εντοπίσει το σκοτωμένο πουλί. Ή κάποιες άλλες φορές άκουγες ένα σφυριχτό τερέτισμα μέσα στα σκοτεινά φυλλώματα να σπάει φύλλα και μικρά κλαδιά. Αποτυχία. Και σύγκαιρα έστελνες το βλέμμα σου κατά τα παράθυρα ψηλά ,μήπως και σε πήραν είδηση οι ένοικοι από πάνω .Τίποτε .Η καρδιά σου τότε ερχόταν στον τόπο της .
        Πόσα πουλιά είχαμε χτυπήσει ; Αυτό αναρωτηθήκαμε σε κάποια ώρα που κάναμε ένα σύντομο διάλειμμα. Τα πουλιά τα σκοτωμένα τα έβαζα εγώ στο σακάκι μου πίσω από μια τρύπα που είχα γι’αυτό το λόγο μονίμως καμωμένη μέσα από τη φόδρα ,ώστε να σχηματισθεί ένα είδος σάκου κατάλληλου για την περίσταση. Όλα τα παιδιά τότε είχαμε διαμορφώσει στα σακάκια μας παρόμοιες θήκες που μας χρησίμευαν συν τοις άλλοις και ως κρυψώνες να βάζουμε τίποτε κλεψιμέικα φρούτα και ξερούς καρπούς ,καρύδια και μύγδαλα. Ως και ξεροκόμματα ψωμί βάζαμε εκεί φεύγοντας το πρωί από το σπίτι να τα έχουμε σε ώρα ανάγκης ,όταν δηλαδή μας έπιανε η πείνα στις πολύωρες περιπλανήσεις μας .
        Από την πρόχειρη ψηλάφηση που έκανα στο σακάκι πίσω υπολόγισα πως ίσα με καμιά δεκαπενταριά σκοτωμένα πουλιά ,μπορεί και πιο πάνω ,όλα κοτσύφια , κερομύτες τα περισσότερα αναπαύονταν  στον αυτοσχέδιο σάκο μου .Επιτυχία άνευ προηγουμένου .
        Σκέφτηκα προς στιγμή να σταματήσουμε .Να παίρναμε από πεντέξι πορτοκάλια και μανταρίνια και να γυρίζαμε στα σπίτια μας. Αρκετά πουλιά είχαμε χτυπήσει και μάλιστα τόσο γρήγορα, μέσα σε μία-μιάμιση ώρα. Τι άλλο θέλαμε. Άντε, ντε, που τα παιδιά καλά-καλά τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, δεν ξέρουν τι θέλουν ούτε και βάζουν φραγμό ποτέ στις επιθυμίες τους. Αυτό πάθαμε κι εμείς εκείνη την ώρα. Αντί να πηγαίναμε στα σπιτάκια μας να κοιμηθούμε και να δοξάσουμε το Θεό που και τα πουλιά άφθονα είχαμε χτυπήσει και κανένα απρόοπτο δυσάρεστο δε μας είχε συμβεί, εμείς από τη λαιμαργία παρασυρμένοι είπαμε να συνεχίσουμε.
        Ναι, αλλά ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αγαπάει και το νοικοκύρη. Πώς να το κάνουμε. Λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο που λέμε .
        Εκεί ,λοιπόν που συνεχίσαμε τη συγκομιδή πουλιών ,έξαφνα ακούστηκε από πάνω από την αυλή του σπιτιού ένα ουρλιαχτό ,γάβγισμα ήταν εκείνο ή βρυχηθμός λιονταριού ,που έκανε το αίμα να παγώσει στις φλέβες μας. «Το σκυλί», φώναξαν δια μιας από δίπλα οι φίλοι μου και την άλλη στιγμή βάλθηκαν δρομαίοι πέρα κατά το φράχτη να φύγουν το γρηγορότερο δυνατό. Αυτοί ήταν πιο σβέλτοι από μένα και πιο κατατοπισμένοι σχετικά με το τόπο εκεί που τους ήταν γνωστός ,γιατί εκεί γύρω σ’εκείνο το μαχαλά ήταν τα σπίτια τους. Εγώ ήμουν από άλλο μαχαλά πιο κάτω και δεν ήξερα τα σχετικά .
        Εκείνες τις στιγμές τα είχα ολότελα χαμένα και για κάποια δευτερόλεπτα ,λίγα αλλά καθοριστικά ,έστεκα αποσβολωμένος σαν χαμένος ,όρθιος μέσα στο σκοτάδι , ανήμπορος να κάνω το παραμικρό .
        Όταν κίνησα να φύγω ,ήταν αργά .Ο σκύλος με είχε φτάσει και απέμεναν λίγα μέτρα για να με αρπάξει. Χωρίς να το καταλάβω εκείνη τη στιγμή έσκυβα να περάσω από την κερκόπορτα , το άνοιγμα στο φράχτη από όπου είχαμε μπει στην αρχή .Όλα ύστερα ακολούθησαν σαν μέσα σε όνειρο .Θυμάμαι μόνο πως το ένα μου πόδι σκόνταφτε σ’ένα σύρμα κάτω χαμηλά και την άλλη στιγμή σωριάστηκα φαρδύς-πλατύς στο έδαφος μέσα στα βάτα και τα αγριόχορτα. Αυτό , όπως αποδείχθηκε, με έσωσε τελικά την ώρα που εγώ έπεφτα κάτω ο σκύλος με τη φόρα που είχε ,πέρασε ακριβώς από πάνω μου και προσγειώθηκε δίπλα μου. «Πάει, τετέλεσται» .Αυτή τη σκέψη πρόλαβα να κάνω και περίμενα από στιγμή σε στιγμή να μπηχτούν τα δόντια του σκύλου στο κορμί μου. Οι σκηνές που ακολούθησαν ήταν εφιαλτικές .Εγώ να είμαι ξάπλα στο έδαφος μέσα στο σκοτάδι και εκεί μπροστά ένα-δύο μέτρα πιο πέρα να στριφογυρίζει και να ουρλιάζει μανιασμένα ,θεριό ανήμερο ,ο σκύλος .Έβλεπα τα πυρωμένα μάτια του ,δύο αναμμένα κάρβουνα, να χορεύουν διαβολικά ολόγυρα μου και άκουγα από τόσο κοντά τα φοβερά ουρλιαχτά του. Παραδόξως όμως δε μου επιτίθετο και αρκούνταν να ουρλιάζει μόνο. Είπα πάλι από μέσα μου «Ρε ,μπας και τη σκαπουλάρω τελικά και γλυτώσω». Είχε ζωντανέψει μέσα μου ανέλπιστα μια κρυφή ελπίδα. Να μην τα πολυλογώ ,λίγο ύστερα κατέφτασε το αφεντικό με το φακό στο χέρι ,χούγιαξε το σκυλί κι αυτό τότε βάλθηκε να κυνηγάει τους φίλους μου ,οι οποίοι όμως ήταν μακριά σε απόσταση ασφαλείας.
        Απόμεινα στη σκηνή πίσω εγώ και ο νοικοκύρης .Ένοχος με σκυφτό το κεφάλι μου τίναζα τα ρούχα μου κι έψαχνα -τι άλλο να έκανα στην αμηχανία μου –να βρω το φακό μου ,πράγμα εύκολο ,γιατί ήταν λίγο πιο πέρα μέσα στα χορτάρια , ακόμα αναμμένος. Πάνω στο ξάφνιασμα και την τρομάρα μου είχα παραλείψει εντελώς να τον κλείσω.
Σε τέτοιες περιστάσεις περισσεύουν οι λεπτομέρειες ως ευκόλως εννοούμενες.
        Στην αρχή μου έβαλε τις φωνές .Ύστερα ,όταν με αναγνώρισε, κάπως κάλμαρε. Το γύρισε στις συμβουλές ,αυστηρές βέβαια –πώς να γινόταν αλλιώς- αλλά το κλίμα είχε αναστραφεί ,απροσδοκήτως ευχάριστα. Όμως μου κράτησε αμανάτι το πηλήκιο που ως μαθητής φόραγα και στις διακοπές άβγαλτο –ήταν η εντολή του Γυμνασιάρχη όλοι να φοράμε τα καπέλα ,ακόμα και στις διακοπές ,μη εξαιρουμένου και του καλοκαιριού ακόμη ,τέτοια νοοτροπία επικρατούσε στα γυμνασιακά εκείνα χρόνια. Το καπέλο μέσα στη τρομάρα μου είχε παραπέσει εκεί κοντά και το περιμάζεψε ως τεκμήριο ενοχής ο ιδιοκτήτης του περιβολιού .Μάλιστα με απείλησε ότι μετά τις διακοπές  θα πήγαινε με το καπέλο στο Γυμνασιάρχη να καταγγείλει το γεγονός .Πράγμα που σήμαινε πως θα έτρωγα στα σίγουρα μια πεντάρα αποβολή ξεγυρισμένη. Το πηλίκιο ήταν το αδιάψευστο τεκμήριο ενοχής και ο Σύλλογος των καθηγητών δεν αστειεύονταν σε ανάλογα παραπτώματα .
        Όσο να κάνεις ήταν και αυτό μια ακόμη λαχτάρα ,έτσι στα καλά καθούμενα μετά την ώρα της πρωινής προσευχής να έβγαινε μπροστά στην παράταξη των μαθητών βλοσυρός ο κύριος Γυμνασιάρχης και να ανακοίνωνε την αποβολή μου με εκείνη τη συνοπτική και στυφή δυσάρεστη θέση (ή σκέτα, αποφάσισε )να αποβάλει επί πενθήμερο το μαθητή κλπ.
        Εγώ όλες τις μέρες ,που κράταγε αυτή η κατάσταση χωρίς το καπέλο , απέφευγα τη πρωινή προσευχή και παρακολουθούσα κρυμμένος σε μία γωνία στον τοίχο του σχολείου πότε να τελειώσει για να ενσωματωθώ απαρατήρητος με τους συμμαθητές μου κατά την αποχώρηση για την τάξη .Ήταν κι αυτή μια λαχτάρα , μικρή ή μεγάλη πάρ’το όπως θέλεις ,που πέρασα ,μια παράταση της τιμωρίας μου .
        Ευτυχώς που κράτησε λίγες μέρες και δε μου συνέβηκε άλλο παρατράγουδο.
        Τελικά η ιστορία είχε αίσιο τέλος .Ο νοικοκύρης που με είχε συλλάβει επ’αυτοφώρω πάνω στην τέλεση της έκνομης πράξης ,φαίνεται μου το συγχώρησε. Με βρήκε μια μέρα και μου επέστρεψε το καπέλο και έτσι έλαβε τέλος η ιστορία εκείνη.
        Το ωραίο είναι πως μετά από χρόνια και αφού στο μεταξύ είχαν αλλάξει οι συσχετισμοί από κοινωνικής πλευράς και η διαφορά της ηλικίας είχε αμβλυνθεί σημαντικά με τον εν λόγω ιδιοκτήτη της βραδιάς εκείνης γίναμε πολύ φίλοι και κάναμε παρέα μαζί στο καφενείο .Κάποια φορά δεν άντεξα και στην κουβέντα που είχαμε του θύμισα το παλιό περιστατικό .Τον είχα ρωτήσει, θυμάμαι, πως και γιατί μου τη χάρισε εκείνη την αμαρτία μου ,ενώ θα μπορούσε να με ξυλοφόρτωνε κιόλας. Άκου τώρα τι μου είπε επί λέξει «Σου τη χάρισα ,γιατί ήσουν καλό παιδί». Ο άνθρωπος ,Θεός σχωρέσ’τον γιατί έχει πεθάνει ήταν καλόψυχος .Εγώ δεν ήμουν και τόσο εντάξει. 


Φλεβάρης 2017

Μελέτη ανάπλασης κεντρικής πλατείας Φιλιππιάδας

ΔΗΜΟΣ ΖΗΡΟΥ 
Δελτίο τύπου 7-2-2017
Η αισθητική και ποιοτική αναβάθμιση της Κεντρικής πλατείας Φιλιππιάδας είναι το αντικείμενο της μελέτης, που ενέκρινε στη συνεδρίαση της 6ης Φεβρουαρίου 2017 το Δημοτικό Συμβούλιο Δήμου Ζηρού και αποτελεί ένα ακόμη βήμα στον συνολικό σχεδιασμό για την πόλη της Φιλιππιάδας. Η μελέτη είναι συνολικού προϋπολογισμού 435.000 ευρώ τα οποία θα διατεθούν από ιδία έσοδα. Το έργο είναι ενταγμένο στο Τεχνικό Πρόγραμμα του Δήμου και θα δημοπρατηθεί εντός των προσεχών ημερών μαζί με το έργο ανάπλασης της οδού Μπιζανίου.
Σύμφωνα με τη μελέτη προβλέπεται δημιουργία χαμηλού πρασίνου σε πλαγιαστά παρτέρια, ορατά από κάθε σημείο της Πλατείας, συνδεδεμένο με τα ψηλά δένδρα τα οποία θα παραμείνουν σε τμήματα εκτός περιγράμματος του περιμετρικού σκεπαστού τμήματος.
Σε ό,τι αφορά τα δάπεδα, η μελέτη προβλέπει νέα πλακόστρωση του κεντρικού υφιστάμενου δαπέδου με αντιολισθητικές πλάκες και περιμετρικά υπερυψωμένο επίπεδο με ξύλινο δάπεδο, που θα διευκολύνει αλλά κυρίως θα διευθετεί τους χώρους των τραπεζοκαθισμάτων των καταστημάτων της πλατείας.
Έχει προβλεφθεί η προσβασιμότητα των ΑμεΑ, αντικατάσταση του φωτισμού με καινούργια φωτιστικά LED, ενώ το ύφος της παρέμβασης εντάσσεται στο σύνολο των έργων αναμόρφωσης και ανάπλασης της Φιλιππιάδας, ώστε να λειτουργούν ως ενιαία ζώνη.
Επίσης με το έργο ανάπλασης της Κεντρικής Πλατείας Φιλιππιάδας αναμένεται να βελτιωθεί η προσβασιμότητα αλλά και η επιχειρηματική δραστηριότητα.     






Εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του Βαγγέλη Αυδίκου

«Οι τελευταίες πεντάρες» παρουσιάστηκαν την Πέμπτη 2-2-17 από τον Σύλλογο ¨περί βιβλίου΄΄ σε μια από τις καθιερωμένες εκδηλώσεις βιβλιοπαρουσίασης. Πρόκειται για το μυθιστόημα του Βαγγέλη Αυδίκου βασισμένο στα γεγονότα του εμφυλίου που σημάδεψαν την Πρέβεζα. Κατά τον συγγραφέα δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα επειδή δεν παραπέμπει σε βιβλιογραφία. Κατά τη γνώμη των περισσοτέρων απ΄όσων το διάβασαν είναι ιστορικό μυθιστόρημα γιατί και πραγματικά είναι ορισμένα απ’ τα βασικά γεγονότα γύρω απ΄τα οποία πλέκεται η μυθιστορία και ισχύ βιβλιογραφίας έχουν οι από στόμα σε στόμα μαρτυρίες.
Διακρίνονται από αριστερά:ο συγγραφέας Βαγγέλης Αυδίκος,Ευγενία Μάστορα.
Ιωάννα Παππά
 και η Ρούλα Χρήστου που συντόνισε την εκδήλωση
Τρία χρόνια μετά τη «Σκιά της Μίκας» που πραγματεύονταν τον ξενιτεμό ως φαινόμενο της τοπικής και εθνικής μας ιστορίας, ο Βαγγέλης Αυδίκος επιχείρησε ένα συγγραφικό άλμα. Κι αυτό γιατί επέλεξε τον εμφύλιο ως πυρήνα της ιστορίας. Στο παρελθόν, ακόμη και στο πρόσφατο, υπάρχουν παραδείγματα που αποδυκνείουν πως τα πάθη δεν σίγασαν. Ερευνητές της ιστορίας αυτής της περιόδου, συγγραφείς, αντιμετώπισαν ως και δικαστικές προσφυγές για τα γραφόμενά τους. Παρότι η πλειονότητα παραδέχεται σήμερα πως σ΄έναν εμφύλιο διαπράτονται εγκλήματα κι απ΄τις δυο πλευρές, όταν μπούν στο χαρτί ονόματα και πράξεις, ανακύπτουν αντιδράσεις. Από βιολογικούς ή ιδεολογικούς απογόνους.
Κατά την παρουσίαση η φιλόλογος Ιωάννα Παππά επικεντρώθηκε στο χρέος και την οφειλή του συγγραφέα προς τους ανώνυμους ήρωες και την οφειλή της ιστορίας απέναντί τους.

Η φιλόλογος Ευγενία Μάστορα με τη σειρά της επικεντρώθηκε στη σιωπή που περιβάλει ακόμα, 70 χρόνια μετά, γεγονότα της εμφυλιοπολεμικής περιόδου. Πώς κυριαρχεί και πώς σπάει ενίοτε αυτή η σιωπή αρκεί να βρεθεί το κατάλληλο πρόσωπο με τον κατάλληλο τρόπο να ξεκλειδώσει στόματα και ψυχές.
Ο ίδιος ο συγγραφέας είπε πως κινήθηκε από αισθήματα οφειλής προς τον τόπο του κι από την πεποίθηση πως πρέπει επιτέλους να πάψουν να μας κατατρέχουν ως έθνος μίση και πάθη. Από την αρχαιότητα ως σήμερα, εμφύλιες διαμάχες παίρνουν πολεμική μορφή και αλληλοεξωντονόμαστε. Θέλησε με το βιβλίο του, που περιστρέφεται γύρω απ΄την εκτέλεση στην Παργινόσκαλα, να στείλει το μήνυμα πως δεν πρέπει να σιωπούμε από φόβο και να μη βλέπουμε μονόπλευρα τις ευθύνες. Καθότι  «της Παργινόσκαλας ακολούθησε το Νταλαμάνι».
Συμμετοχή στην εκδήλωση βιβλιοπαρουσίασης είχαν και μαθητές του Γενικού Λυκείου, μέλη της ομάδας φιλαναγνωσίας και του προγράμματος «ταξιδεύοντας με την ποίηση». Έκαναν αναγνωστικές και μουσικές παρεμβάσεις κερδίζοντας το χειροκρότητα του κοινού κι επισημαίνοντας απ΄τη μεριά τους πως στο σχολείο δενμαθαίνουν τοπική ιστορία. Στο βιβλίο του Β. Αυδίκου βρήκαν πράγματα που αγνοούσαν.
 οι μαθήτριες που διαβάσαν κείμενα από την ομάδα φιλαναγνωσίας του Λυκείου

Οι μαθήτριες που είχαν ρόλο σ΄αυτή την εκδήλωση ήταν οι:Ευαγγελία Τσακαγιάννη, Μαρία Λάκκα, Κλαούντια Μιλάι, Σοφία Μανίκα, Άρτεμις Τσαμπά, Αλεξάνδρα Σταμάτη, Βάσια Τάγκα,Αλεξάνδρα Ρίζου.

(το παραπάνω κείμενο είναι της δημοσιογράφου Ρούλας Χρήστου  η οποία συντόνισε και παρουσίασε την εκδήλωση)