...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

σεπτεμβρίασε...


Συμπάθα με...      Κοιτάζω,και διαβάζω,μερικούς,άλλοι γνωστοί,άλλοι άγνωστοι που γράφουν εδώ.Με μαγεύαν με τα κείμενά τους.Πρώτα να πώ ένα μπράβο στο filoiko που δίνει...βήμα να πουν την άποψή τους.Δεύτερο.Εγώ απο τη μία δεν είχα και την όρεξη,να ασχοληθώ μ'αυτό[ετσι έλεγα μέσα μου!]το παιχνιδάκι,του να γράφω!Όμως το να σε προ[σ]καλεί κάποιος απο τους γνωστούς-αγνώστους να γράψεις και σύ κάτι,και να πείς και σύ...φωναχτά τις σκέψεις σου,να τραβήξεις,πώς το λένε,τις κουρτίνες με όσα σκέφτεσαι,που κρύβουν όσα θες να γράφεις,και να αφήσεις λίγο να βγούν προς τα έξω όλα αυτά.Και έτσι με...σπρώξαν και μένα μαλακά.Και βγαίνει αυτό τώρα προς σε σένα.
Χθές,είχε μια βροχούλα.Η τρέλα μου!Άχ αυτή η μυρωδιά στο χώμα.Σεπτεμβρίασε!Βγήκα για περπάτημα.Ω ναί!Και ήταν λατρεμένα.Ηρέμησα.Με πόνεσε λίγο και το...γόνατο.Απο την υγρασία;Αλλά τί πειράζει.Βλέπω ανθίσαν και οι τριανταφυλλιές του Σεπτεμβρίου.Η μάνα έλεγε ότι είναι πιό όμορφες απ'αυτές του Μαιου.Μα και φαίνονται.Τα πέταλλά τους,πιο λίγα βέβαια,αλλά πιο χοντρά,δυνατά.Παρακάτω βλέπω φύλλα που...συγκινούνται.Γεμάτα δάκρυα.Παρακάτω,χαιδεύω λίγα φύλλα απο κάτι ευκάλυπτους,όπως τότε,που ήμουνα παιδί.Εκεί που παίζαμε,και έτρεχε αίμα στα γόνατά μας.Και γυρνάγαμε στο σπίτι και η γιαγιά απο τη μία μας έβαζε οινόπνευμα,και απο την άλλη είχε στο χέρι της αμυγδαλωτά,να μας δώσει να σταματήσει αίμα και κλάμα!Η αλμύρα,απο δάκρυα,και αμυγδαλωτά,να φτάνουν στο στόμα,και να γίνονται ένα!Κάπου-κάπου ακουγόταν και ένας λυγμός.Σώπα-σώπα,θα περάσει,μη μας ακούσει και η μάνα σου!
Είδες τί σου κάνει μια βροχούλα;Σου αφήνει τις θύμησες και κάνουν παιχνίδι στο μυαλό.Ήθελα πολύύύ καιρό να γράψω.Αλλά...σκάλωνα!Κόλλαγα!Πολύ άσχημα.Γι'αυτό στην αρχή σου απολογήθηκα!Πονάει και το...γόνατο!Να'ναι απ'τα χρόνια ή που η βροχη η σημερινή με έκανε να θυμηθώ τα χτυπήματα του τότε;Αλλά το βλέπω,όταν περπατάω,το αισθάνομαι,να πηγαίνει...μόνο του,εκεί που θέλει αυτό.Εκεί που μου ξυπνάνε σε κάθε στροφή,σε κάθε κλαδί,σε κάθε μέρος που έχω και μια παιδική ιστορία να θυμάμαι!Κι'εγώ απλά,να το...συνοδεύω.Γελάω μόνος με αυτό που μου συμβαίνει.Κουνάω κλαδιά.Μούσκεμα.Και γώ να γελάω,σα μικρό παιδί.Κρατάω τα μάτια ανοιχτά,και γίνομαι...παπί!Χα-χα-χα.Στο άλλο χέρι έχω το κινητό.Κοιτάζω την οθόνη.Ασημένια βροχή πάνω του.Ε καί;Τιμώμενο πρόσωπο οι σταγόνες είναι σήμερα.Δεν ξέρεις πως να αντιδράσεις μαζί τους.Αλλά έτσι είναι.Μου είχε λείψει πολύ αυτη η μυρωδιά.Ανεβάζω χέρια ψηλά,χαμογελάω,κοιτάζω σύννεφα,κλαδιά,σταγόνες όλα ένα.Δε μπορώ να αριθμήσω ούτε συναισθήματα,μα ούτε τα αισθήματα που νιώθω αυτή τη στιγμή.Είναι τόόόσα πολλά.Συμπάθα με....Είπαμε Σεπτεμβρίασε.       Κ.Τ.

Όρραον: Η άγνωστη πέτρινη πόλη της Ηπείρου όπου διασώζονται τα καλύτερα διατηρημένα σπίτια της ελληνικής αρχαιότητας



Από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο διασώζονται, σε σπάνιες περιπτώσεις μοιάζοντας κιόλας άθικτα από τον χρόνο, κτίρια και αρχιτεκτονήματα διαφόρων ειδών- ναοί, αμφιθέατρα, στάδια, μαντεία, αγορές, νεκροπόλεις. Όχι όμως και ιδιωτικές οικίες, παρά μόνο τα θεμέλιά τους και αυτό όταν η αρχαιολογική σκαπάνη σταθεί τυχερή.
Στον ελλαδικό χώρο, τα καλύτερα διατηρημένα σπίτια των αρχαίων Ελλήνων, διατρέχοντας όλη την χρονική περίοδο από τα κλασικά έως και τα ελληνιστικά χρόνια, δε βρίσκονται στις υπώρειες της Ακρόπολης των Αθηνών, ούτε σε κάποιον φημισμένο αρχαιολογικό χώρο- αλλά σε έναν γυμνό, πετρώδη λόφο της Ηπείρου, ακριβώς στα σύνορα των νομών Άρτας και Πρέβεζας.
Είναι το αρχαίο Όρραον, μια κωμόπολη των Μολοσσών της Ηπείρου- εκεί στέκουν ακόμη όρθια 4 κτίρια της ύστερης κλασικής περιόδου, τρεις ιδιωτικές κατοικίες και (μάλλον) ένα δημόσιο κτίριο. Και μόνο η ύπαρξη των κτιρίων αυτών, με τους τοίχους τους να στέκουν όρθιοι μέχρι το ύψος της στέγης του δευτέρου ορόφου τους, μεταμορφώνει τον άσημο λοφίσκο των 345 μέτρων ύψος, σε ένα εντυπωσιακό αρχαιολογικό τοπόσημο.
orraon
Το Όρραον ιδρύθηκε (πιθανότατα) στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., από τους Μολοσσούς σε θέση με στρατηγική σημασία, καθώς φρουρούσε την κυριότερη διάβαση από τον Αμβρακικό προς την ενδοχώρα τους- ήταν ένας σχετικά μικρός οικισμός, με περίπου 100 σπίτια, όλα τους κτισμένα από ντόπιο ασβεστόλιθο, όπως και το ισχυρό, διπλό πέτρινο τείχος που προστάτευε την αρχαία πολίχνη. Ο πολεοδομικός της σχεδιασμός είχε σαν πρότυπο αυτόν της γειτονικής Αμβρακίας (σημερινή Άρτα)- δώδεκα στενοί, παράλληλοι δρόμοι, διασταυρώνονται με δύο κάθετους, σχηματίζοντας ορθογώνια οικοδομικά «τετράγωνα».
Ο οικισμός υδρευόταν από μια πηγή που βρισκόταν εκτός των τειχών του- ένα μονοπάτι που ξεκινούσε από την ανατολική πύλη οδηγούσε εκεί. Εκτός της φυσικής πηγής, οι κάτοικοι του οικισμού διασφάλισαν την ύπαρξη πόσιμου νερού και με την κατασκευή μιας μεγάλης δεξαμενής όπου συγκεντρωνόταν το βρόχινο νερό. Η δεξαμενή ήταν έργο δημόσιο- ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα είναι μια κατασκευή άρτια τεχνικά. Μια πέτρινη κλίμακα από 19 σκαλοπάτια οδηγεί και τον σημερινό επισκέπτη στον πυθμένα της, που ήταν φτιαγμένος από πήλινα όστρακα. Περπατώντας τον αρχαίο οικισμό, παρατηρώ το άψογο λάξευμα των μεγάλων πέτρινων όγκων, τα απολύτως ευθετισμένα και (ακόμη) άρρηκτα μεταξύ τους «δεσίματα» και αναλογίζομαι την τεχνογνωσία των μηχανικών, μαστόρων και τεχνιτών που εργάστηκαν χιλιάδες χρόνια πριν στον ίδιο τόπο- το περφεξιονιστικό μεράκι και τον κόπο τους. Τα παράθυρα των σπιτιών υπάρχουν ακόμα- μέσα από αυτά διαγράφεται ο ίδιος ορίζοντας με τα χρόνια που στα σημερινά πέτρινα κουφάρια έδιναν ζωή πολυμελείς οικογένειες. Τα ίδια τα σπίτια ήταν διώροφα- στους τοίχους τους χάσκουν ακόμα οι τρύπες (δοκοθήκες) που «κούμπωναν» τα δοκάρια του πάνω πατώματος.,
Η κ. Ανθή Αγγέλη, είναι προϊσταμένη της Εφορίας Αρχαιοτήτων Πρέβεζας, αρχαιολόγος που έχει συμμετάσχει στις ανασκαφές του Όρραον.«Το Όρραον έχει την εξής ιδιαιτερότητα: γενικά τα αρχαία σπίτια κτίζονταν ως ένα επίπεδο 70- 80 εκατοστών με λίθινα θεμέλια αλλά από εκεί και πάνω η δόμηση συνεχιζόταν με πλίνθινα τούβλα, για αυτό και σώζονται μέχρι ένα μικρό ύψος. Επειδή, όμως, στη γύρω περιοχή του Όρραον αφθονεί, όπως και σήμερα, ο ασβεστόλιθος και η εξόρυξη του είναι σχετικά εύκολη, οι κάτοικοι εδώ έχτισαν τα σπίτια τους εξολοκλήρου από πέτρα, μέχρι και το ύψος της στέγης. Στον ελλαδικό χώρο δεν υπάρχουν άλλα τέτοια διατηρημένα σπίτια και αυτά στο Όρραον μας δίνουν μια πολύ καλή εικόνα για την αρχιτεκτονική των ιδιωτικών κατοικιών εκείνης της περιόδου. Υπήρχε ένας προθάλαμος και μια εσωτερική αυλή που γύρω της διατάσσονταν αρκετά δωμάτια. Ένα τμήμα του σπιτιού μπορεί να ήταν μονώροφο για να εξασφαλίζει καλύτερο φωτισμό αλλά τα σπίτια του Όρραον ήταν δύο ορόφων. Στην «Οικία Α» διασώζεται και η βάση της πέτρινης κλίμακας που οδηγούσε πάνω».
orraon
Ερείπια τοίχος, στο βάθος η Ιονία Οδός
Ρωτάω την κυρία Αγγέλη για το κίνητρο των Μολοσσών- ενός ελληνικού φύλου που από την βορειοδυτική Μακεδονία μετακινήθηκε στο οροπέδιο των Ιωαννίνων περίπου το 1.200 π.Χ.- να κτίσουν αυτή την πέτρινη πολίχνη. «Το Όρραον φύλασσε το πέρασμα από τον Αμβρακικό κόλπο προς το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων. Γνωρίζουμε από αρχαίες πηγές ότι οι Μολοσσοί είχαν πρόσβαση στον Αμβρακικό, μάλιστα κατείχαν μια μικρή έκταση περίπου 80 σταδίων στις ακτές του. Κανείς δεν μπορούσε να περάσει από τον Αμβρακικό και την πεδιάδα της Άρτας χωρίς να γίνει αντιληπτός από το Όρραον. Επίσης, φύλασσε το πέρασμα από την κοιλάδα του Αράχθου, που ήταν το όριο της επικράτειας των Μολοσσών».
Ήταν λοιπόν το Όρραον ένα οχυρό- παρατηρητήριο; «Ο φρουριακός του χαρακτήρας είναι σαφής. Διακρίνεται από την ισχυρή οχύρωση, τους στενούς δρόμους, ώστε ακόμα και αν οι εχθροί εισέβαλαν από τα τείχη να εγκλωβίζονταν, όπως επίσης από τα κτερίσματα που βρέθηκαν στις ταφές. Σχεδόν σε όλες βρέθηκαν όπλα, σε αντίθεση με την Αμβρακία, όπου μόνο σε ελάχιστους από τους χιλιάδες τάφους που ανασκάφηκαν, βρέθηκαν όπλα».
Τι γνωρίζουμε σήμερα για την αρχαία ζωή στον μικρό οικισμό; Πόσοι άνθρωποι ζούσαν εκεί, πως κατάφερναν να βιοπορίζονται; «Ο πληθυσμός του Όρραον εκτιμάται, βάση των περίπου 100 σπιτιών που περικλείονται από τα τείχη (εκτός βρισκόταν μόνο η νεκρόπολη), σε δύο χιλιάδες κατοίκους. Σε κάποιους χώρους των σπιτιών υπάρχουν ενδείξεις ότι σταβλίζονταν ζώα- σίγουρα λοιπόν ήταν ποιμένες και κτηνοτρόφοι, ενώ και ένας μικρός κάμπος στον γειτονικό Αμμότοπο, μάλλον καλλιεργούνταν από αυτούς τους ανθρώπους. Και σίγουρα κατοικούσαν εδώ αρκετοί στρατιώτες. Οι σχέσεις τους με την κοντινή Αμβρακία, που ήταν το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Ηπείρου αλλά αποτελούσε αποικία των Κορινθίων και όχι τμήμα της «χώρας» των Μολοσσών, πιθανότατα ήταν φιλικές. Και εμπορικά αναπτυγμένες. Προϊόντα της Αμβρακίας, όπως αγγεία, αλλά και νομίσματα έχουν βρεθεί σε τάφους στο Όρραον. Η Αμβρακία ήταν μια τυπική πόλη- κράτος, που γύρω από το άστυ είχε μια αγροτική περιοχή που ήλεγχε για να εξασφαλίζει την επάρκεια της σε αγαθά. Το Όρραον δεν ανήκε στην επικράτεια της Αμβρακίας, αλλά είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι κάτοικοι του είχαν εμπορικές σχέσεις με την πόλη- θα διακινούσαν εκεί τα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα τους, αγοράζοντας μετά ότι τους έλειπε».
orraon
Αντικείμενα από το Όρραον
Η ταύτιση του αρχαίου οικισμού- που είχε εντοπίσει τη δεκαετία του ’30 ο Βρετανός αρχαιολόγος Νίκολας Χάμοντ- με το Όρραον που αναφερόταν στις αρχαίες πηγές, επιτεύχθηκε βάσει ανασκαφικών ευρημάτων στη σημερινή Άρτα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 σε ανασκαφές στον Ναό του Απόλλωνα, βρέθηκαν τμήματα ενεπίγραφης στήλης που καθόριζε τα όρια της χώρας της Αμβρακίας. Εκεί αναφερόταν και το Όρραον και σύμφωνα με τα τοπογραφικά στοιχεία που προέκυπταν- απόσταση από Αμβρακία, προς ποια κατεύθυνση- έγινε η ταύτιση του οικισμού με το Όρραον των αρχαίων πηγών.
Η μικρή αυτή αγροτική πολίχνη κρύβει και μια ηρωική ιστορία, που σχεδόν συμπίπτει με την παρακμή και το τέλος της. Το Όρραον υπήρξε μια από τις 4 μόνο πόλεις της Ηπείρου (του «Κοινού των Ηπειρωτών») που αντιστάθηκαν στους Ρωμαίους, το 168 π.Χ., έτος της ρωμαϊκής εισβολής. «Για αυτό οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν ολοσχερώς τα τείχη της πόλης. Όχι όμως και τα σπίτια της- ήταν μια πόλη που πολιορκήθηκε και κατακτήθηκε, υπήρξαν σίγουρα καταστροφές αλλά δεν ήταν ολοσχερείς. Οι Ρωμαίοι της επέτρεψαν να συνεχίσει να υπάρχει, ατείχιστη όμως, σαν ένδειξη της δικής τους, πλέον, εξουσίας στην περιοχή. Η πόλη τελούσε υπό την ρωμαϊκή κυριαρχία, δεν μπορούσε να έχει δική της άμυνα», σχολιάζει η κα Αγγέλη.
Στα τέλη του 1ου αι. π.Χ., τα χρόνια που ακολούθησαν τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), οι εναπομείναντες κάτοικοι του Όρραον μεταφέρθηκαν αναγκαστικά από τους Ρωμαίους του Οκταβιανού Αύγουστου στη νεοϊδρυθείσα Νικόπολη. Η ανθρώπινη παρουσία στο Όρραον έγινε παρελθόν.
Έμειναν, μέχρι και σήμερα, οι σωροί από τις πέτρες του τείχους που γκρέμισαν οι λεγεωνάριοι, τα κουφάρια των σπιτιών αυτών των περήφανων ανθρώπων με το «αγύριστο, ηπειρώτικο κεφάλι» τους, η δεξαμενή που φύλασσε το νερό τους, η νεκρόπολη των προγόνων τους. Στο σύγχρονο αρχαιολογικό μουσείο της Άρτας, μια προθήκη είναι αφιερωμένη στο Όρραον- αγγεία, κοσμήματα, μικροπράγματα καθημερινής χρήσης, αγροτικά εργαλεία.
Σήμερα, από το παράθυρο της οικίας Α. διακρίνεται ένα αποπερατωμένο τμήμα της Ιόνιας Οδού και αν προχωρήσεις προς το άκρο του οικισμού, παράλληλα με τα πεσμένα τείχη, ο κάμπος της Άρτας και στο βάθος ο Αμβρακικός.
Φεύγοντας από τον οικισμό, στη δύση ενός ηλίου, καλοκαίρι του 2016, τους σκεφτόμουνα σεβαστικά- εκείνους τους Ηπειρώτες προπάτορες, να συσκέπτονται με τα βόρεια δωρικά τους για την στάση που θα κρατούσαν, βλέποντας από τα ίδια σπίτια τις ρωμαϊκές λεγεώνες να έρχονται.


Απόψε λέω να μην κοιμηθούμε...Συναυλία Θαλασσινός στο Ζηρό 24 08 2018


Με του φεγγαριού το φως,και με ένα εισιτήριο στην τσέπη μου χαμένος ανάμεσα στη μαγεία αυτού  του τοπίου που λέγεται Ζηρός,απόψε λέω να μην κοιμηθούμε.
Ανάθεμά σε,νιώθω σαν ένα μικρό παιδί που παίζει με καράβια χιώτικα.
Ωραίο βράδυ,βαθύ ποτάμι ο έρωτας,η φωνή μου μέσα ψυθιρίζει δεν ακούς;Δεν φταίω εγώ που μεγαλώνω,φταίει η ζωή που'ναι μικρή.Ε καί;Ο μόνος είμαι;Στου παραδείσου τη λεμονιά οι όμορφες στιγμές κρατάνε τόσο λίγο,όσο διαρκεί ενα τραγούδι.
Απ'το Ζηρό τα σμυρνεικα τραγούδια ακούγονται σ'αυτή την αδέσποτη νύχτα,και γώ κρατάω για το τέλος όλα αυτα που θα ζήσω απόψε.Τραγούδια έτσι ξαφνικά.Το φεγγαράκι πρόβαλε,κι'ας ταξιδέψουμε στα τραγούδια της Ελπίδας,γιατί αν το σκεφτείς τραγούδια έτσι ξαφνικά αυτά έχουν την ομορφιά τους.Γιατί απλά η μουσική είναι...Άγιος έρωτας.
24 Αυγούστου 2018 ΓΜ

Παντελής Θαλασσινός :"Αχ πόσα θέλω να σου πω..."

Ο Σύλλογος " Περί Βιβλίου" Φιλιππιάδας γιορτάζει και αυτό το καλοκαίρι την αυγουστιάτικη πανσέληνο οργανώνοντας μία μοναδική συναυλία με τον Παντελή Θαλασσινό στην Παιδόπολη της λίμνης Ζηρού την Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018 
και ώρα 21:00.

Η σφαγή του Κομμένου Άρτας 16 Αυγούστου 1943.


(Χρονικό – Ο τραγικός απολογισμός – Το έγκλημα πολέμου) 
Το φρικτό έγκλημα στο χωριό Κομμένο της Άρτας, ήταν ένα οργανωμένο σχέδιο που στόχο είχε να καμφθεί η αντίσταση του ελληνικού λαού, τη στιγμή που ο απελευθερωτικός αγώνας εναντίον των γερμανών και ιταλών κατακτητών είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του. Συγκεκριμένα, αφού το γερμανικό μέτωπο άρχισε να καταρρέει, οι Γερμανοί έθεσαν σε εφαρμογή τη χιτλερική αρχή της «αλληλέγγυας ευθύνης» και άρχισαν να διαπράττουν φρικιαστικά εγκλήματα. Θύμα αυτής της θηριωδίας υπήρξε και το Κομμένο, για το οποίο οι φασίστες είχαν πληροφορίες ότι αποτελούσε κέντρο δράσης αντιστασιακών οργανώσεων. Ακολουθεί η περιγραφή της φριχτής ιστορίας του μαρτυρικού χωριού, όπως καταγράφεται στην ιστοσελίδα του χωριού.
Η «επίσκεψη Ζάλμινγκερ» Στις 12 Αυγούστου, ημέρα Πέμπτη, λίγο πριν το μεσημέρι, ένα Γερμανικό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο ίδιος ο διοικητής ΤΟΥ 98ου Συντάγματος Της 1ης Ορεινής Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, έφτασε στο Κομμένο, προφανώς για να ερευνήσει αν πράγματι στο χωριό δρούσαν ομάδες ανταρτών. Η

Ο τζίτζικας

pitsirikos.net

Η σχέση μου με τα τζιτζίκια είναι τραυματική. Όταν ήμουν μικρός, η θεία μου έλεγε πως πρέπει να βάλουμε μια οδοντογλυφίδα στον ποπό του τζίτζικα και να τον στείλουμε στον μπακάλη
 να μας φέρει τα ψώνια.
Άμα είσαι τεσσάρων χρονών, κάτι τέτοια σου φαίνονται πολύ λογικά, οπότε βάζαμε με τον αδερφό μου οδοντογλυφίδες στον πισινό των τζιτζικιών, τους λέγαμε την παραγγελία, έφευγαν σφαίρα αλλά δεν επέστρεφαν ποτέ.
Ίσως, επειδή δεν τους δίναμε χρήματα για τα ψώνια.
Θυμάμαι ένα καλοκαίρι στη Ζάκυνθο -πρέπει να ήμουν γύρω στα 5- που αποφάσισα πως ο τζίτζικας που έπιασα θα γίνει δικός μου και θα είναι ο φίλος μου.
Έβαλα τον τζίτζικα σε ένα σπιρτόκουτο -που θα ήταν το σπίτι του- για να κοιμηθεί, και το πρωί πήγα να τον ξυπνήσω.
Δεν ξυπνούσε με τίποτα.
Τον έθαψα και τον έκλαψα.
Τον έκλαψα πολύ αυτόν τον τζίτζικα. Ακόμα δεν έχω ξεπεράσει το σοκ του χαμού του.
Από τον τζίτζικα και τον μέρμηγκα, προτιμώ τον τζίτζικα.
Τουλάχιστον, ο τζίτζικας σου παίρνει τ’ αυτιά και κάνει αισθητή την παρουσία του πάνω στη γη, ενώ τα μυρμήγκια, ακόμα και αν πατήσεις κατά λάθος καμιά χιλιάδα από δαύτα και τα στείλεις αδιάβαστα, δεν πρόκειται να βγάλουν ούτε κιχ.
Μου αρέσει που ο τζίτζικας κάνει συνέχεια αυτόν τον εκκωφαντικό ήχο που δεν είναι τίποτε άλλο από το ερωτικό κάλεσμα του αρσενικού στο θηλυκό.
Εντάξει, κι εμείς λέμε «θέλω να γαμήσω” αλλά δεν ανεβαίνουμε στα δέντρα να το φωνάζουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ, αν και θα είχε μεγάλη πλάκα κάτι τέτοιο.
Η τζιτζικίνα του κάθεται του τζίτζικα, για να μην της παίρνει τ’ αυτιά. Σου λέει «κάτσε να του κάτσω, μπας και βγάλει τον σκασμό”.
Σε αυτό τα τζιτζίκια διαφέρουν πολύ από εμάς, αφού, στους ανθρώπους, είναι οι γυναίκες, συνήθως, που σου τα κάνουν μπαλόνια με την ακατάσχετη πολυλογία τους.
Μπορεί να γουστάρω τον τζίτζικα αλλά είμαι και λίγο μέρμηγκας , οπότε ήξερα -εδώ και μια εικοσαετία- πως η χώρα πάει ντουγρού για τον γκρεμό και είχα κάνει τα κουμάντα μου.
Τελικά, το δίλημμα δεν είναι τζίτζικας ή μέρμηγκας. Δεν υπάρχει καν δίλημμα. Αυτά είναι αμερικανιές του Αισώπου.
Στη ζωή, πρέπει να γίνεσαι πού και πού μέρμηγκας, για να μπορείς να ζεις σαν τζίτζικας.
(Τον τζίτζικα τον φωτογράφισα σήμερα το πρωί. Όταν πήγα κοντά του, σταμάτησε να τερετίζει. Τζίτζικας είναι, δεν είναι χαζός. Όπως τον κοιτούσα, σκέφτηκα πως είναι λίγο τερατάκι με τα πέντε μάτια και όλα αυτά τα ποδάρια. Ο τζίτζικας είναι σαν συμπαθητική κατσαρίδα. Βέβαια, ευτυχώς που οι κατσαρίδες δεν κάνουν τον ήχο των τζιτζικιών γιατί θα γινόταν της πουτάνας μέσα στα σπίτια. Άσε που θα ξυπνούσαν και τα ποντίκια.)
pitsirikos.net


Σε λίγες μέρες φεύγουν.

της Eva Stets ( Every Stork in Greece)
Για την αρχή της εβδομάδας και το νέο εξώφυλλο ετοίμασα κολάζ με φωτογραφίες - screenshot από την κάμερα ιντερνετ στην Φιλιππιάδα.
Για δεύτερη σεζόν φέτος είχαμε την δυνατότητα να παρακολουθούμε όλα τα γεγονότα της φωλιάς των Πελαργών από την (μοναδική στην Ελλάδα) κάμερα σε ζωντανή μετάδοση (filoiko.blogspot.com).
Έτσι προσπάθησα να "μαζέψω" τις πιο βασικές στιγμές: από το πρώτο αβγό, το κλώσημα, την εκκόλαψη και την φροντίδα νεοσσών και στην συνέχεια το μεγάλωμα των νεαρών Πελαργών μέχρι την πρώτη πτήση και την επιστροφή τους (ακόμα) στην φωλιά.
Θα ήθελα παράλληλα να προσέξετε το "βάθος" της φωλιάς - κάτι, που δεν βλέπουμε από κάτω. Είναι φανερό το ΠΩΣ άλλαξε εμφάνιση η φωλιά και το υλικό της. Μάλιστα, τώρα που οι νεαροί πελαργοί άρχισαν και πετάνε - οι γονείς έπαψαν να ασχολούνται με την φωλιά και πολύ από το υλικό "έφυγε".
Oι μέρες της αποχώρησης πλησιάζουν, σε πολλές φωλιές οι πελαργοί είναι ακόμα, σε αρκετές ήδη έχουν φύγει...για κάποια άτομα η μετανάστευση ξεκίνησε. Ας έχουν καλό δρόμο και καλή επιστροφή και ας χαρούμε αυτούς που δεν έφυγαν ακόμα. Καλή εβδομάδα σε όλους!
(screenshot's στο κολάζ: ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΖΗΚΟΣ, Fani Hatzivasileiadou & εγώ)

Πετάω μαζί σας


Σα να πετάω μαζι σας  .      Σήμερα ήρθε επιτέλους η μεγάλη στιγμή.Και η τυχερή.Ανοίγω την εικόνα που εδώ και τόόόσο καιρό κοιτάζω.Να,απο τότε που ήταν μια σταλιά...ποντικάκια!Κοιτάζω,μπα λέω,λείπει ένα!Επικοινωνώ με το αγαπημένο filoiko.Ρωτάω.Μα...πού είναι;Έγινε κάτι;Έπεσε;Και απο κάτω να βλέπω ορδές αυτοκινήτων.Λές;Όόόχι μου λέει.Σήμερα είχαμε την πρώτη...πτήση!Ένα τεράστιο χαμόγελο σχηματίζετε στο πρόσωπό μου.Λες και πετάω και γώ.Θεέ μου λέω.Σήμερα κι'αυτά τα μικρά ποντικάκια,θα απολαύσουν καλοκαίρι!Όπως όλοι μας.Θα τους χαιδεύει ο ήλιος όπως όλους

Η πρώτη πτήση.

Στις 24 Ιουλίου 2018 οι δυο νεαροί πελαργοί της φωλιάς, από την ζωντανή μετάδοση στην Φιλιππιάδα έκλεισαν τις 65 μέρες της ζωής τους και ο τρίτος τις 63 μέρες (οι δυο πρώτοι νεοσσοί εκκολάφτηκαν στις 20 Μαΐου και ο μικρότερος στις 22 Μαΐου).
Έτσι το πρωί της Δευτέρας - οι δυο, ελάχιστα μεγαλύτεροι, έπειτα από πολλές μέρες "γυμναστικής" και δοκιμών, πέρασαν σε "άλλο στάδιο" της ζωής τους - έκαναν την πρώτη πτήση! Αυτό ήταν αναμενόμενο, μιας και στις 65 μέρες από την εκκόλαψη τα φτερά των πελαργων έχουν ήδη αναπτυχθεί καλά και τότε μόνο από αυτούς εξαρτάται ποια μέρα θα πετάξουν (υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις που νεαροί πελαργοί θα πετάξουν λίγο νωρίτερα από τις 65 μέρες ή λίγες μέρες αργότερα).
Στην πρώτη πτήση η απουσία των δυο πελαργων κράτησε περίπου 3,5 ώρες και ο τρίτος, που έμεινε στην φωλιά δοκίμαζε τα φτερά και κοίταζε προς τα έξω από την φωλιά με φανερό ενδιαφέρον . Πιθανά τα αδέλφια του να μην είχαν πετάξει μακριά ή να έκαναν μια "στάση" σε κάποια κολώνα ή στην κοντινή ταράτσα και να τους έβλεπε.
Δεν μπορούμε τώρα να προβλέψουμε πόσες μέρες ακόμα οι νεαροί πελαργοί στην Φιλιππιάδα θα είναι στην φωλιά ή πότε θα φύγουν οριστικά. Μπορεί να πετάνε (και να μαθαίνουν τη ζωή) αλλα μπορεί να γυρίζουν στην φωλιά για αρκετές μέρες ακόμα ή..... μπορεί να "περάσουν στην ανεξαρτησία" πιο νωρίς (π.χ. το 2017 οι νεαροί της συγκεκριμένης φωλιάς έφυγαν παρα πολύ γρήγορα) . Όσο θα είναι στην φωλιά θα ταΐζονται ακόμα από τους γονείς αλλα όχι όπως πριν (πρέπει να μάθουν να βρίσκουν την τροφή μονοί τους). Έπειτα (όταν φύγουν από την φωλιά) ο δεσμός της οικογένειας θα πάψει να υπάρχει και ο καθένας θα πάει με το δρόμο του....
Ας ευχηθούμε να έχουν πάντα καλές πτήσεις (φωτο είναι screenshot από την μετάδοση http://filoiko.blogspot.com/)

50.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

 Που να΄ναι εκείνα τα παιδιά.

 του Μιλτιάδη.Δ.Κωστάκου  

    Κάθομαι, τώρα εγώ ανάμερα και συλλογίζομαι.. Μπροστά μου κυλάει ορμητικό το ρεύμα της ζωής και είναι, εδώ που φτάσαμε, να με πάρει και εμένα, να με παρασύρει στην δίνη του και να με πάει ποιος ξέρει πού. Όπως τόσους άλλους της γενιάς μου, μεγαλύτερους και μικρότερους. Αλήθεια, αυτό είναι ζωή; Αναρωτιέσαι βαθιά μέσα σου και απορείς. Ένα ταξίδι όλο και όλο που κρατάει εξήντα, εβδομήντα χρόνια. Για άλλους λίγο περισσότερο, για άλλους πάλι πολλούς λιγότερο, άδικα λιγότερο. Και λοιπόν; Είμαστε οι άνθρωποι δημιουργήματα, προϊόντα αναλώσιμα με ανοιχτή απλά την ημερομηνία λήξης; Γιατί τότε ερχόμαστε, δηλαδή γεννιόμαστε; Να κάνουμε τι στον κόσμο; Προπάντων πού πηγαίνουμε. Μεγάλα ερωτηματικά που μέχρι τώρα δεν βρήκαν απάντηση. Που ίσως και να μη βρουν στον αιώνα τον άπαντα. Η τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας. Να μην ξέρεις τι  είσαι και γιατί υπάρχεις.
    Ήταν πρώτα στο χωριό οι γέροντες. Τους θυμάμαι και τους φέρνω στο νου μου τώρα. Μορφές σεβαστικές, πρόσωπα σκαμμένα από τις ρυτίδες  που τις είχε χαράξει η μίζερη δουλειά και το βάρος των χρόνων. Ο Ντούλα – Τζιάτζος  ψηλός με τις μουστάκες του, τη μπουραζάνα του  με τα χωρίς φούντες τσαρούχια του και το μαύρο φέσι, κι αυτό χωρίς φούντα στο κεφάλι του να κατηφορίζει το δρομάκο της γειτονιάς μας. Ο Βασίλ᾽Ντούλας, ο μπάρμπα-Βασίλης,  άλλη πατριαρχική μορφή αυτός με τα αδρά χαρακτηριστικά ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του,  ίδιο με τις αυστηρές ζωγραφιστές εικόνες των αγίων στους τοίχους της εκκλησίας της Παναγίας. Δύο τύποι από τους πιο χαρακτηριστικούς της γειτονιάς μου τότε που μικρό παιδί φιλοτεχνούσα  την πινακοθήκη των χαρακτήρων του χωριού μέσα μου, Με το πινέλο της αυθόρμητης περιέργειας και της άδολης παιδικής αφελείας.
    Όλοι οι γέροντες τότε λίγο πολύ έμοιαζαν μεταξύ τους με τα γνωρίσματα των δύο αντιπροσωπευτικών τύπων που προανέφερα. Τους ίδιους σχεδόν συναντούσα σε κάθε μαχαλά που διάβαινα  και στο καφενείο όπου ήταν συναγμένοι.  Ο μπάρμπα Ντούλας, ο μπάρμπα Σταύρος, ο μπάρμπα Κώτσιος. Όλοι τους όμοιοι, με ελαφρές αποκλίσεις. Από τα ίδια καλούπια που σμίλευε η ομοιομορφία της φτώχειας εκείνους τους καιρούς, που η λέξη μόδα ήταν παντελώς άγνωστη.
    Ίδια και οι γυναίκες. Αυτές κι αν βολόδερναν μέσα στην ομοιομορφία τους. Την ισοπεδωτική ομοιομορφία που αλλοτρίωσε τη γυναίκα μέσα στους αιώνες σε ρόλους καθηλωτικούς για την ελευθερία τους και την ίδια τη φύση τους. Ή γυναίκα που στο σπίτι χρεώνεται όλες τις ευθύνες και τα οικογενειακά βάρη. Η γυναίκα να γεννήσει τα παιδιά, η πιο επώδυνη διαδικασία μέσα στη φύση και ως μάνα να τα θηλάσει να τα αναθρέψει. Η γυναικά ως νοικοκυρά να φροντίσει για το σπίτι, για το νοικοκυριό και όλες τις ανάγκες. Να σκαλίσει τον κήπο, να δουλέψει στο χωράφι. Να υπηρετήσει όλους μέσα στο σπίτι, από τον μικρότερο ως τον μεγαλύτερο. Που να᾽βρισκε χρόνο και τρόπο να υπηρετήσει τον εαυτό της. Ένα χτένισμα θα το έκανε κι αυτό μόνη της στα πεταχτά, που καιρός για λεφτά· ακόμα και χρόνος για την κομμώτρια. Τα ρούχα της, τα φορέματα της, την γκαρνταρόμπα της. Άκου, γκαρνταρόμπα, τι πράγμα κι᾽αυτό, τρώγεται; Μια κρεμάστρα κάπου εκεί παράμερα για να ξεχωρίζει. Ένας ειδικός χώρος διακριτικά στην άκρη της ντουλάπας, αν υπήρχε κι αυτή. Έπειτα η ενδυμασία της, τα ρούχα, τα φορέματα της. Όλα της τα χρειαζούμενα, για να βγει η γυναίκα έξω στον κόσμο, και αυτά ήσαν περιορισμένα σε αριθμό και γούστο κατά τις απόλυτες ανάγκες και, φυσικά, κατά το πορτοφόλι που συνήθως ήταν  λίαν περιορισμένων δυνατοτήτων. Κύριες και κύριοι, σας παρουσιάζω τη γυναίκα της εποχής που εδώ και καιρό σας μιλάω. Μια ανθρώπινη φιγούρα σε μαύρη ή γκρίζα εκδοχή χρωματικά,με μονίμως στο κεφάλι της ένα μαντήλι μαύρο και αυτό, διάστικτο αν δεν ήταν κατάμαυρο με κάποια ανθάκια μικρά σαν κόκκους χρωματιστούς εδώ κι εκεί.  Το πένθος διαρκείας - πάντα στον κοινωνικό περίγυρο υπάρχει αυτό – και η αυστηρότητα των ηθών σε συνδυασμό με τη σκληρή καθημερινή δουλειά σφυρηλάτησαν και σμίλεψαν  με τον καιρό το αρχέτυπο της γυναικείας μορφής στις βασικές εκδοχές της. Τη μάνα νοικοκυρά, την αγρότισσα, την τσοπάνισσα, με την αναπόφευκτη ποδιά της είτε στη δουλειά της μέσα κι έξω από το σπίτι είτε όταν πήγαινε στο μαγαζί να ψωνίσει. Μόνο στις γιορτές και στα πανηγύρια και, φυσικά, τις Κυριακές στην εκκλησία οι γυναίκες ευπρεπίζονταν και φρόντιζαν λιγάκι τον εαυτό τους και το ντύσιμο τους. Αυτά την Κυριακή ως τη Δευτέρα.
   Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις τις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες εποχής και εκεί θα αντικρίσεις τις γιαγιάδες και τους παππούδες σας και θα καταλάβεις περί τίνος σας μιλάω. Μορφές κλασσικές, στερεότυπες, με έντονα και  αδρά χαρακτηριστικά, αντιπροσωπευτικές του καιρού που αναφερόμαστε προκειμένου για την περιοχή μας εδώ. Η ομοιομορφία που λέγαμε
    Ύστερα η επόμενη γενιά, τα παιδιά τους. Η δικοί μας τότε, πατεράδες και μανάδες. Με ελάχιστες διαφορές και πολλές ομοιότητες στο ντύσιμο και στον τρόπο. Κάτι καινούργιο ξεχάραζε  αμυδρά εκεί στο ξημέρωμα κατά την ανατολή, απροσδιόριστο για την ώρα. Περπατάγαμε, ναι, στους ίδιους δρόμους, αλλά να τους πλατύνουμε λιγάκι, να τους μακρύνουμε. Όχι με θράσος. Να μην ξεκοπούμε ολότελα. Αλλά είναι κάποια ελπίδα και απαντοχή για κάτι καλύτερο. Δεν είχε αυτό το <<καλύτερο>>,  ορισμένο σχήμα και μορφή. Και πως να έχει άλλωστε. Πως να του᾽δινες συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.  Αλλά να,ένα καινούργιο πουκάμισο καθαρό και ένα κουστούμι όλο και όλο για τις Κυριακές στην εκκλησία και τις μεγαλογιορτές, Χριστούγεννα και Πάσχα. Τα είχαμε ανάγκη αυτά τα πράγματα. Επιτέλους είμαστε άνθρωποι, δεν είμαστε ζώα. Μέχρις εκεί όμως, να μην ξεφύγουμε από τον ίσκιο των πατεράδων μας. Οι άντρες! Όσο για τις γυναίκες, άσε, αυτές ας περιμένουν. Είναι το σπίτι, τα παιδιά, οι δουλειές που δεν λιγόστεψαν καθόλου. Δεκαετία του ᾽50. Για ποιά πρόοδο να λέμε τώρα.
    Ωστόσο ήταν κάποια καινούρια φανερώματα, λιγοστά βέβαια και όσο να κάνεις δυσδιάκριτα <<διά γυμνού  οφθαλμού>> πως λέμε. Αλλά που με λίγη παρατηρητικότητα  μπορούσες να το δεις. Η αγορά, για παράδειγμα, αρχίσε όλο και να πληθαίνει σε επισκέπτες και σε αγορασττικά  προϊόντα. Ξεθάρρεψε ο κόσμος. Οι πόλεμοι τελείωσαν. Ήταν σαν να είχε έρθει επιτέλους το ξημέρωμα μιας μακριάς νύχτας όλο εφιάλτες, βροντές και αστροπελέκια. Μπορούσες ελεύθερα να βγεις από το σπίτι σου, να αντικρίσεις τον ήλιο, να πεις καλημέρα στους γείτονες. Έπειτα να κοιτάξεις τις δουλειές που χρόνια της είχες μισοπαρατημένες εξαιτίας του μεγάλου φόβου. Πόλεμοι ήταν, θανατικό.  Έλεγες από μέσα σου,  θα γίνει το θαύμα να γίνεις και εσύ κάποιος στην ζωή; Ένας αξιωματικός, υπαξιωματικός, ένας δάσκαλος. Μπα, που τέτοια τύχη. Από μέσα σου, το επαναλαμβάνουμε,  τα έλεγες αυτά, σαν σε όνειρο. Δεν τα εκμυστηρευόσουν ούτε στον… παπά.  Πήγαινες στο γυμνάσιο, άλλος μαθήτευε κοντά σε έναν τεχνίτη,  σ᾽ένα μάστορα, να μάθει την τέχνη. Και όπου έβγαζε το πράγμα. Η ύστατη ελπίδα, μπας κι αλλάξει η ζωή προς το καλύτερο. Αυτό ίσχυε για τη δικιά μας γενιά. Εμείς είχαμε, ελάχιστό έστω, το προνόμιο να ελπίζουμε. Γιατί η γενιά των πατεράδων μας είχε καεί στη φωτιά των απανωτών πολέμων. Για ελπίδες και προοπτικές, ούτε λόγος.
    Και να δεις που εκεί στα 1960 άρχιζαν  να ροδίζουν κάποια φανερώματα λιγοστά βέβαια αλλά βάσιμα, που προοιωνίζονταν καλύτερες μέρες.Ήρθε στα σπίτια το ηλεκτρικό ρεύμα και μπορούσαμε επιτέλους να φωτίσουμε όλο το σπίτι με ένα απλό πάτημα του διακόπτη. Αυτό ναι, ήταν πρόοδος. Έφτασε για τα καλά το νερο στο σπίτι, ήρθαν οι βρύσες και οι νοικοκυρές έπαψαν να κουβαλάνε νερό όλη μέρα από το πηγάδι με τη στάμνα  και τη βαρέλα. Άνοιξαν και οι δουλειές με αποτέλεσμα να κυκλοφοράει περισσότερο χρήμα, λιγοστό βέβαια, αλλά πού σου επέτρεπε να ρίξεις περισσότερο λάδι στο φαγητό και όχι με τις σταγόνες, όπως γινόταν μέχρι πριν.
    Η μεγάλη αλλαγή ήλθε με την μετανάστευση στην Γερμανία. Εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων πήραν το δρόμο της ξενιτιάς να δουλέψουν στις φάμπρικες της Γερμανίας. Ένα μεγάλο κοινωνικό γεγονός με πολλαπλές συνέπειες για τη χώρα μας. Χρήμα ζεστό και άφθονο εισέρρευσε  στα κρατικά ταμεία, τονώθηκε η αγορά από τα πάσης φύσεως έργα. Χτίσθηκαν σπίτια, πολλά σπίτια, εξοπλισμένα με ανέσεις πρωτόγνωρες για τα μέχρι τότε δεδομένα της χειμάζουσας ελληνικής κοινωνίας. Έρχονταν με την άδεια τα καλοκαίρια οι μετανάστες και σκόρπιζαν χρήμα με ουρά. Πρώτη φορά που βλέπαμε ανθρώπους με κουστούμια στις εργάσιμες μέρες, να κυκλοφορούν με κούρσες. Ειδικά στα πανηγύρια οι μετανάστες από τον καημό που τους έλειπε η πατρίδα, το χωριό τους, έστειναν γλέντια ξεγυρισμένα χορεύοντας ως το πρωί. Πράγματα πρωτόφαντα για κείνους τους καιρούς. Η ελπίδα άρχισε να παίρνει το χαρακτήρα βάσιμης προοπτικής.
    Αυτό κράτησε περί τα είκοσι χρόνια, αρκετά για να ανασάνει η οικονομία της πατρίδας μας και να χορτάσουν επιτέλους τα αδειανά στομάχια μας.
Μέχρις εδώ κλείνει ο κύκλος του ιστορήματος. Τελειώνει το ταξίδι μας. Τελευταίες πινελιές απομένουν. Προπάντων κάτι σκέψεις σκόρπιες κι αυτές που αναπόφευκτα, σχεδόν βασανίστηκα, έρχονται στο τέλος ως επίλογος σε μια γραφή, ως απολογισμός μιας περιόδου μεστής από έντονα βιώματα, Όπως αυτά της δικής μου γενιάς. Κάθε στιγμή στην ιστορία γεννιέται από κάποια άλλη, για να  γεννοβολήσει στη συνέχεια το επόμενο περιστατικό, το επόμενο αφήγημα. Έτσι είναι η ζωή, μια αδιάσπαστη ενότητα και μια αδιατάρακτη συνέχεια. Μπορείς να σταματήσεις τη νεροσυρμή,  να ακινητοποιήσεις το ρεύμα της και να το κόψεις σε κομμάτια για να τα μελετήσεις ύστερα με την ησυχία σου; Δε γίνεται.
    Αυτά και άλλα πολλά σκέφτομαι τώρα και μαζί με την απορία με πιάνει το παράπονο. Γιατί να  είναι έτσι τα πράγματα και όχι κάπως αλλιώς. Δε λέω, να φεύγουμε από τούτο τον κόσμο, αλλά με κάποια τάξη, με κάποια σειρά. Σήμερα εγώ, αύριο εσύ, μεθαύριο ένας άλλος. Προπάντων να ξέρουμε και που πηγαίνουμε. Τόσοι άνθρωποι έφυγαν που γέμιζαν το χωριό με την παρουσία τους. Σα να τους βλέπω κάθε απόγευμα που παίρνει και βραδιάζει να ροβολάνε από τους μαχαλάδες ψηλά, ίσια κατά τα μαγαζιά, ένας-ένας, δύο-δύο και να αρχίζει πάλι το πανηγύρι το καθημερινό ως αργά τη νύχτα. Που να᾽ναι,  αλήθεια, εκείνα τα παιδιά, ένας ολόκληρος κόσμος; Ώρες ώρες δε μου βγαίνει από το μυαλό πως εγώ ανήκω σε εκείνο τον κόσμο.  Η λογική των υπολογιστών (Η/Υ)  σήμερα εμένα δεν με ακουμπάει και ας πρόκειται για ένα σύγχρονο θαύμα της τεχνολογίας. Είναι θέμα προσωπικό και σε καμία περίπτωση δεν το συνιστώ. Λέω και το άλλο και με αυτό κλείνω. Μήπως και η μνήμη με τη μορφή τις ανάμνησης, ως πνευματική κατεξοχήν λειτουργία δεν νοείται αλλιώτικα από την βαθύτερη υπαρξιακή μας αγωνία ως πεπερασμένων όντων να αντισταθούμε στη λήθη, την λησμονιά, που στη συνείδησή μας  ισοδυναμεί με τον απόλυτο  θάνατο;  Αγώνας δηλαδή και αγωνία που η εκκλησία μας εξαγιάζει θεσμικά με τα τελούμενα μνημόσυνα των νεκρών και τις αλλές  ιερουργίες.
    Η εκκλησία, η θεσμοποιημένη πίστη, με ασύλληπτο μεταφυσικό βάθος. Από την άλλη μεριά το Σύμπαν, το Απειρο, που δεν έχει αρχή και τέλος, μια χαώδης έκταση στο χώρο και το χρόνο. Ύστερα η Δημιουργία ως ενέργεια και υπέρτατος σκοπός
   . Τέλος ο Ανθρωπος, δηλαδή εμείς που είμαστε τώρα, αυτοί που υπήρξαν πριν από εμάς, και αυτοί που θα έρθουν, θα ακολουθήσουν. Να είναι ο άνθρωπος τόσο ασήμαντος, όσο απειροελάχιστος δείχνει μπροστά στις συμπαντικές έννοιες που είπαμε; Ιδού το ερώτημα. Έχει πολλή δουλειά ακόμη η Φιλοσοφία. Αν και για ορισμένους τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα. Έτσι ή  αλλιώς.
    Έρχονται τώρα από μια μεριά οι φίλτατοι παλιοί μου γνώριμοι, οι αποχωρήσαντες από το μάταιο τούτο βίο, οι κοντινοί,  που τους έζησα, που ζήσαμε μαζί πριν κάποια χρόνια, και τι μου λένε.
<<Μη  βασανίζεσαι άδικα και σκίζεις το κεφάλι σου! Ότι είναι να γίνει, θα γίνει. Άσε τα πράγματα να κυλήσουν, όπως αυτά θέλουν. Έφεξε – νύχτωσε, είναι η ζωή. Κάτι ξέρουμε και εμείς>>.
Σα να έχουν δίκιο. Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει.
 Έφεξε – νύχτωσε είναι η ζωή. Τελεία και παύλα
Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος
Ιούνιος 2018