...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

«ΠΑΕΙ ΚΑΙ (ΑΥΤΗ) Η ΚΥΡΙΑΚΗ!»

Σήμερα είναι Κυριακή και τα καταστήματα δουλεύουν. Και πώς να μη τρέχει ο νους μου σε εκείνες τις παλιές Κυριακές της Αθήνας που προλάβαμε στα νιάτα μας. Τότε που αν δεν υπήρχε η πίεση του τσιγάρου και του καφέ μπορούσαμε να χουζουρεύουμε μέχρι το μεσημέρι. Να κοιτάμε το νταβάνι και να σκεφτόμαστε. Όχι φιλοσοφίες και τέτοια αλλά διάφορες τεχνικές για να πλησιάσουμε τη Πόπη, τη Μαρία ή την Αλέκα. Και απέξω στο δρόμο η απόλυτη ησυχία, αραιά και που κάποιο αυτοκίνητο εκδρομέων η καθυστερημένων ψαράδων. Νταν… νταν … νταν οι καμπάνες. Από τη Μιχαήλ Βόδα ακούμε τον Άγιο Παντελεήμονα και καμιά φορά τον Αγιο Μελέτη. Από τα Κάτω Πατήσια τον Άγιo Αντρέα και τον Αγιο Νικόλα της Αχαρνών. Με το καφέ και το τσιγάρο και η εφημερίδα. Το ΒΗΜΑ εκτός από την πλούσια ύλη είχε και πολύ καλό σταυρόλεξο. Από αυτό ξεκίναγα. Κάποια στιγμή αρχίζανε και μυρωδιές των φούρνων: σπιτίσιων και επαγγελματικών. Κοτόπουλο με πατάτες, γιουβέτσι με αρνί ή μοσχάρι. Εκείνη η τραγανή πέτσα που έκανε από πάνω το κριθαράκι ήταν θεσπέσια. Και από παντού τα ραδιόφωνα με τη μουσική τους . Από τις έντεκα μέχρι τη μία όλα συντονισμένα στο ίδιο πρόγραμμα. Μια ώρα διαφημιστική εκπομπή για την Columbia με σήμα την εισαγωγή από τη Συννεφιασμένη Κυριακή και μια ώρα της Odeon με σήμα από το Μέσ’ στα Κατάρτια Πετούνε οι Γλάροι. Και όταν άρχιζε νε γέρνει η μέρα προς το απόγευμα είχαμε μια ανάσα ακόμη από το γήπεδο. Μόνο που για μένα όλα εξαρτιόνταν από την ΑΕΚ. Μια νίκη της θα τραβούσε τη χαρά μέχρι αργά το βράδυ, ενώ μια ήττα θα βάραινε πιο πολύ τη γνωστή μελαγχολία του κυριακάτικου σούρουπου.
του Dimitris Koukoulas από το facebook  (14/1/2018)

42.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

Το προξενιό
του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
Λέγαμε για την παρέα των τριών φίλων και το βραδινό κουβεντολόι τους εκείνο τον και ρό στο σπίτι μας. Να είναι έξω νύχτα σκοτάδι, να κάνει αέρα, και βροχή κι όλα τα ζωντανά, άνθρωποι και ζώα, να λουφάζουν παραδομένα στον πρώτο τους ύπνο και στο φτωχοκάλυβο να πηγαίνει η κουβέντα σύννεφο. Να έστηνες περαστικός, αργοπορημένος το αυτί σου απ’έξω, να απορείς και να σταυροκοπιέσαι. <<Μα τι ΄γινεται σ’αυτό το σπίτι, γιορτή έχουν κάθε βράδυ και δεν κοιμούνται, παρά κουβεντιάζουντου καλού καιρού, λες και δεν έχουν αυτοί προβλήματα.

Αιτία για την ακουστικότητα της κουβέντας που ξεπερνούσε τοίχους και πορτοπαράθυρα ήταν ο μπάρμπα Γιώργος, ο τρίτος της παρέας, με το δικό του ταμπεραμέντο και τις δικές του ατάκες. Εκεί που οι άλλοι δύο κουβέντιαζαν ήρεμα και χαμηλόφωνα, με το που ήρθε ο μπαρμπα Γιώργος οι συζητήσεις άναψαν και, φυσικά το θεματολόγιο διευρύνθηκε. Καινούριες ιστορίες, καινούριο ενδιαφέρον. Ο μπαρμπα Γιώργος το ‘τζουζε κι’όλας και, όταν ερχόταν, στην τσέπη του είχε μονίμως ένα μικρό μπουκάλι τσίπουρο από αποσταγμένο κούμαρο, δυναμίτη. Του το προμήθευε , έλεγε, ένας φίλος του πάνω από τη Νησίστα, τη Ροδαυγή.

Ήταν ευχάριστος τύπος ο μπαρμπα Γιώργος και είχε γούστο στην παρέα με το μονίμως εύθυμο πνεύμα και τις ατάκες του (ειχε και το πιοτό μερίδιο στην ευθυμία του). Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσε στην κουβέντα του ξέφευγε από το συνιθισμένο μέτρο της εποχής του. Περιείχε λέξεις που δεν τις περιλάμβανε το κοινό γλωσσικό μας ιδίωμα τότε. Ακούστε μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές που μπόρεσα να συγκρατήσω, εξαιτίας ακριβώς της πρωτοτυπίας τους και του ακαταλαβίστικου στο νοημά τους. Τι ακριβώς ήθελε να πει μόνο αυτός ήξερε υποθέτω. Έλεγε, για παράδειγμα, όταν ήθελε να σατιρίσει μια γυναίκα, μια κοπέλα, φαινομενικά φρόνιμη και σεμνή, μια σιγανοπαπαδιά καθώς λέμε, άκου τώρα χαρακτηρισμό περιγραφή :<<αγαπόρδο-μερακλοπόρδο, τα μαλλιά σαν Παναγία>>. Άντε τώρα εσύ, φίλε μου, να μου εξηγήσεις από πού προήλθε η ΄συνθεση της έκφρασης, τη στιγμή που εγώ  τόσα χρόνια από τότε δεν την ξανάκουσα από άλλο στόμα. Βέβαια, στο περίπου καταλαβαίνουμε κάπως, αλλά εκείνο το β΄συνθετικό στις σύνθετες αυτές λέξεις ποιος και πως το κόλλησε, όσο δεινός γλωσσοπλάστης και αν ήταν . Ή πάλι την έκφραση << Έχει η μάνα μας μαντίλια στην Άρτα>>, την άκουσε ποτέ κανείς σας; Ρωτάω , από περιέργεια μήπως είμαι ο μόνος μαζι με τους άλλους στην παρέα που την ακούσαμε. Ακόμα μια λέξη θα πω, την τελευταία, γιατί που να τις θυμάται κανείς όλες. <<Φιτσιόρλο>>, έλεγε μέσα-μέσα στη ροή της  κουβέντας και ανάθεμά με αν καταλάβαινα τι σήμαινε, που ξέχασα κιόλας σε ποια εννοιολογική περιοχή αναφερόταν από πλευράς έκφρασης, μπας και έπαιρνα μυρωδιά τι σήμαινε περίπου η λέξη.

Προφανώς, θα έλεγα, το θέμα να εντάσσεται στο γενικότερο ζήτημα με τη γλωσσική βαβέλ, την πολυγλωσσία του λεξιλογίου που χαρακτήριζε τη νεοελληνική μας γλώσσα μετά την Τουρκοκρατία εξαιτίας της αθρόας εισροής ξενότροπων γλωσσικών στοιχείων. Το θέμα χρίζει ασφαλώς ειδικής γλωσσικής μελέτης, γι’αυτό και το αφήνοιυμε. Θα περιοριστούμε σ’αυτό που είχαμε τονίσει προηγούμενα ότι δηλ. τους παλιούς, όπως τους γνώρισα εγώ, τους  χαρακτήριζε ένα είδος αυτόνομης έκφρασης και συμπεριφοράς, που τους διαφοροποιούσε από τους άλλους συγχωριανούς τους. Καθένας τους κουβαλούσε μαζί του το δικό του τύπο και τη δική του ιδιαιτερότητα ( πες και ιδιοτροπία) χωρίς να δίνει δεκάρα σημασία γιαυτο, μην τον κουτσομπολέψουν κλπ. Αφού όλοι σε ένα καζάνι βράζαμε ούτως ή άλλως. Φαινόμενο που χαρακτηρίζει τις μικρες κλειστές κοινωνίες .

Ποσώς λοιπόν, ένοιαζε και τον δικό μας εδώ μπαρμπα Γιώργο, αν οι ατάκες του και ο τρόπος του γενικά τύχαιναν της επιδοκιμασίας η όχι των άλλων, ίσα ίσα που οι συνομιλητές του ο μπαρμπα Κώστας και ο πατέρας μου το διασκέδαζαν κιόλας. Είπαμε, ήταν ευχάριστος τύπος ο μπαρμπα Γιώργος . Ήταν και κάποια χρόνια μεγαλύτερος κι αυτό του έδινε περισσότερο αέρα στην κουβέντα, συν και το πιοτό, φυσικά, το κούμαρο που του άναβε περισσότερο την εύθυμη διάθεσή του.

Επιμένω στους χαρακτήρες , παιδιά, και ίσως γίνομαι κουραστικός , σχολαστικός. Αλλά έτσι γίνεται το πράγμα, αν θέλουμε να είμαστε σωστοί στην κρίση μας, και όσο γίνεται πιο κοντά στην αλήθεια. Όχι με αφορισμούς και γενικεύσεις. Αυτού του τύπου οι κριτικές συνήθως τα βάζουν όλα, ξερά και χλωρά μαζί, σε ένα τσουβάλι και ο,τι ήθελε προκύψει. Έννοιες, όπως ανάπτυξη, πρόοδος, ή από την άλλη μεριά στασιμότητα, οπισθοδρόμηση – συνέβηκαν και συμβαίνουν ιστορικά ως αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης ατομικής και διασυλλογικής διεργασίας των διάφορων κοινωνικών ομάδων. Άλλο που εμείς βλέπουμε ανάγλυφα το αποτέλεσμα εξωτερικώς και κρίνουμε κατά το δοκούν αυθαίρετα και αβασάνιστα. Το πιο συνηθισμένο. Όχι όμως και το πιο σωστό, το πιο ωφέλιμο. Η κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά.
Για παράδειγμα οι χαρακτήρες των ανθρώπων δομούνται και χτίζονται χρόνια ολόκληρα, για να αποτελέσουν τελικά τον καθρέφτη της κάθε γενιάς και κατά τη γνώμη μου αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα, ένα κομμάτι από τον κοινωνικό κορμό της Παλιάς Φιλιππιάδας του χτες. Έζησα τα πράγματα και τα πρόσωπα, ώστε να μην αμφιβάλει κανείς τουλάχιστον για την αυθεντικότητα της μαρτυρίας μου.

Το θέμα που εκείνο τον καιρό μονοπωλούσε στο χωριό την επικαιρότητα ήταν ένα προξενιό που βρισκόταν σε εξέλιξη. Προξενιές γινόνταν συνέχεια τότε που τα ήθη ήταν πολύ αυστηρά. Οι γονείς απαγόρευαν στα κορίτσια τους οποιαδήποτε σχέση με τα αγόρια έξω από το στενό συγγενικό κύκλο. Ούτε ένα <<γεια>> και μια << καλημέρα>> δεν επιτρέπονταν να λέει το κορίτσι, χωρίς να προσέξει σε ποιον απευθυνόταν. Έπρεπε να δώσουν οι γονείς ην έγκριση πρώτα και ύστερα να ακολουθήσει ο γάμος στην περίπτωση που ερχόταν μια προξενιά. Αν δε συνέβαινε το αντίστροφο, να βάζουν οι γονείς πάλι κάποιον μεσάζοντα, έναν προξενητή, να μεσιτέψει στον υποψήφιο γαμπρό και την οικογένεια του για την κόρη τους και να τα πάλι, να στέλνει προξενιά στην οικογενεια της νύφης ο γαμπρός. Έτσι γίνονταν τότε οι περισσότεροι γαμοι.
Στην προκειμένη περίπτωση που μιλάμε εδώ, έτυχε ο γαμπρός να είναι συγγενής του μπάρμπα Γιώργου του ενός από την παρέα των τριών φίλων που ήξερε τα πράγματα από μέσα, ίσως και να τα κουβέντιαζε κιόλας. Να πούμε στο σημείο αυτό πως τόσο η υποψήφια νύφη όσο και ο υποψήφιος γαμπρός ήταν από τα καλύτερα και τα πιο όμορφα παιδιά του χωριού και όλοι εύχονταν να γίνει ο γάμος τους. Οι συζητήσεις όμως κωλυσιεργούσαν την υπόθεση και το αίσιο αποτέλεσμα δεν ερχόταν.

Στο ίδιο μήκος κύματος με τον πολύ κόσμο ήταν και οι δυο φίλοι του μπάρμπα Γιώργου , ο πατέρας μου και ο μπάρμπα Κώστας, αλλά στις βραδινές συζητήσεις στο σπίτι μας απέφευγαν να κάνουν την παραμικρή νύξη σ ‘αυτόν για το θέμα σεβόμενοι την ιδιαιτερότητα του πράγματος. Έτσι κυλούσε ο καιρός και λευκός καπνός, σημάδι για την ευτυχή κατάληξη της υπόθεσης, δεν έβγαινε. Το πράγμα φαινόταν πως είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Κρίμα για την κοπέλα που ήταν στο αδύνατο μέρος και ένα αποτυχημένο συνοικέσιο δεν ήταν ό,τι καλύτερο γι’ αυτήν. Αυτά ίσχυαν τότε, να εξηγούμαστε.
Οπότε σε κάποια στιγμή ο μπάρμπα Κώστας με τον πατέρα μου αποφάσισαν οι δυο τους να παρέμβουν και να διευκολύνουν διακριτικά τα πράγματα. Θα δείτε πως.

Εκείνο το βράδυ, αφού διαπιστώθηκε η απαρτία – έπρεπε να είναι παρόντες και οι τρεις της παρέας ειδικά για την περίσταση- και μετά τα συνηθισμένα <<πως νυχτώσατε, πως περάσατε κλπ.>>, σε κάποια στιγμή πήρε το λόγο ο πατέρας μου και είπε (ήταν μέσα στο σχέδιο η αποστροφή, η αλλαγή κατεύθυνσης της κουβέντας) <<Τώρα το βραδάκι που γύριζα από την αγορά για το σπίτι, συνάντησα στην άκρη του δρόμου ένα κύριο, της ηλικίας μου ήταν, να στέκεται όρθιος δίπλα σ ’ένα αμάξι, μια κούρσα, και να παρατηρεί το δρόμο. Καθώς εγώ περνούσα με σταμάτησε και με ρώτησε να του ειπώ ποια ήταν η κοπέλα που μόλις είχε προσπεράσει και απείχε λίγα μέτρα από εμάς. Αυτή η λυγερόκορμη ξανθιά, ψηλή σαν κυπαρίσσι, η όμορφη με τα γαλανά μάτια, μου είπε χαρακτηριστικά.

Γύρισα εγώ και κοίταξα προς τη μεριά της κοπέλας μπροστά μας που βάδιζε αμέριμνη, χωρίς να υποπτεύεται πως μιλούσαμε γι’ αυτήν. <<Του είπα, ποια είναι, συνέχισε ο πατέρας μου. Είναι η τάδε κοπέλα, θυγατέρα του τάδε κλπ.>>
Εκείνος στάθηκε για κάμποσο και παρατηρούσε την κοπέλα, καθώς αυτή απομακρυνόταν. Ύστερα στράφηκε προς το μέρος μου και μου λέει << Πρώτη φορά βλέπω τόσο όμορφη κοπέλα. Εγώ, κύριε, μου είπε, είμαι από την Κόνιτσα, γεωπόνος, και λέγομαι Νικολόπουλος. Λοιπόν, αποφάσισα αυτήν την κοπέλα να την πάρω νύφη μου στο γιο μου που είναι κι αυτός γεωπόνος. Αύριο κιόλας Σάββατο το απόγευμα θα έρθουμε να τη ζητήσουμε από τους δικούς της>>.
Ακολούθησε μια βαριά σιωπή. Πρώτος μίλησε ο μπάρμπα Κώστας << Τι λες μωρέ, έτσι είπε πως θα ζητήσει αύριο την κοπέλα σε γάμο; Mπράβο τυχερό!>>. Όλα ήταν μέσα στο σχέδιο.

Ο μπάρμπα Γιώργος στο μεταξύ τσιμουδιά, παρά έδειχνε βαθιά συλλογισμένος. Όπου σε κάποια στιγμή εντελώς απρόοπτα σηκώθηκε να φύγει. << Πού πας, αφέντη, του είπε η μάνα μου από δίπλα, ακόμα δεν ήρθες και φεύγεις>>. Αφέντη, τον αποκαλούσε η συγχωρεμένη η μάνα μου τον μπάρμπα Γιώργο από σεβασμό, σαν μεγαλύτερος που ήταν και σαν μακρινοί συγγενείς που ήμαστε και η ίδια είχε έρθει νύφη από τον Αη-Γιώργη, το διπλανό χωριό παραπάνω. Συνήθιζαν αυτή την προσφώνηση οι γυναίκες του παλιού καιρού. Από σεβασμό είπαμε. Εκείνος έδειχνε αμετάπειστος. << Θα πάω σπίτι να ξαπλώσω, είμαι κουρασμένος, έχω και ένα πόνο εδώ στη μέση. Καληνύχτα σας>>, και στη στιγμή έφυγε.

Οι άλλοι δύο πίσω κοιτάχτηκαν στα μάτια. <<Λες;>>, ήταν το ερώτημα, καταλαβαίνετε τώρα. Τα πράγματα εξελίχτηκαν κατά το σχέδιο. Το άλλο κιόλας βράδυ, Σάββατο ήταν, ο μπάρμπα Γιώργος ήρθε πρώτος και καλύτερος στην παρέα με άλλον αέρα. Ήταν ολοφάνερη η αλλαγή. Η πρώτη του κουβέντα ήταν, απευθυνόμενος στον πατέρα μου. << Να πας να πεις αυτουνού του Νικολόπουλου να ψάξει αλλού για νύφη στο παιδί του. Σήμερα κόψαμε λόγο με τον συμπέθερο και τα παιδιά μας άλλαξαν δαχτυλίδια στην Άρτα στο χρυσοχοείο.>>

Η αποκωδικοποίηση τώρα. Ένα τέχνασμα, παραμύθι, ήταν τα περί συνάντησης του πατέρα μου και η κουβέντα με κάποιον Νικολόπουλο από την Κόνιτσα, λέει. Μια επινόηση, αρκετή να βάλει σε σκέψη την από εδώ μεριά του συνοικεσίου και να λυθεί έτσι ο γόρδιος δεσμός. Η κοπέλα ήταν τόσο καλή και όμορφη, όπως και το παλικάρι, και ήταν κρίμα, είπαμε να χαλάσει η προξενιά. Απόδειξη ότι τελικά ο γάμος έγινε και οι δύο νέοι αποτέλεσαν στη συνέχεια ένα θαυμάσιο αντρόγυνο. Έφκιαξαν μια ωραία οικογένεια και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Σαν πως κλείνουν τα παραμύθια με ευτυχισμένο τέλος. Η επιβράβευση και η νίκη του Καλού ενάντια στο Κακό. Αυτό είναι άλλωστε το επιμύθιο, το κλασικού τύπου δίδαγμα που συμπυκνώνει το περιεχόμενο μιας φανταστικής είτε πραγματικής διήγησης , όπως είναι το παραμύθι. Κάπως έτσι πλάστηκαν τα παραμύθια σ ’αυτόν εδώ τον κόσμο, επί τω σκοπώ να τέρψουν και να παρηγορήσουν, να δώσουν θάρρος και ελπίδα στον δοκιμαζόμενο από ταλαιπωρίες και βάσανα άνθρωπο. Μήπως και η ζωή του καθενός μας τελικά δε μοιάζει, δεν είναι ένα παραμύθι; Για σκεφτείτε το λιγάκι. Κι όσο για τα φανταστικά στοιχεία, των παραμυθιών, οι δράκοι και οι μάγισσες, μήπως, λέω, δεν είναι και τόσο φανταστικά μέσα στους ίδιους μας τους φόβους και μέσα στο συμβολισμό τους.
Δεκέμβριος 2017
Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος

Λούρος...του Γιάννη Δάλλα

...Ο ΠΙΟ ΑΛΗΘΙΝΟΣ Λούρος σαλεύει κάτω απ΄ τα παιδικά μου χρόνια, πολύτιμη πείρα ζωής.
Μικρά παιδιά ξεχυθήκαμε μια μέρα απ΄ τα θρανία προς τα κει. Κάποιος περνούσε το δοκάρι, γλίστρησε. Μπήκε κολυμπήτης, πάλευε μέρες, ανάσυρε μια τραγιάσκα, ό,τι δεν κέρδισε ο Θάνατος. ( Θα πεις: συνηθισμένη ιστορία πνιγμού, κι όμως για πρώτη φορά μας αποκάλυπτε τη μοχθηρή φύση ενός ποταμού). 
Γιατί ο Λούρος είναι γεμάτος κρυφούς βίραγγες, αρπαγές από κλαδιά υδρόβια, κι ο άνθρωπος στροβιλίστηκε ώρες ώσπου γαντζώθηκε και βούλιαξε μέσα τους για πάντα. Έπεσε θύμα της πάλης του νερού και της βλάστησης, της πάλης που κάνει το ποτάμι να βολέψει την κοίτη του. Γιατί ο Λούρος σκάβει πάντα μες στην ίδια τη βλάστηση, αγκομαχά και ρέει ιδρώτας νερού, εκεί να ξερογγιάσει λίγες οργιές κάνουλα, όχι να βρει περάσματα να ξεφύγει. Και βλέπεις την ιτιά στις όχτες που φαγώνεται, μα ρίχνει θηλιές τα κλαδιά της μέσα του, όλο και πιο γυρτή, πιο κλαίουσα. Βλέπεις το πλατάνι που το σκεπάζει με το φύλλωμα, μα μόλις κρατιέται λες νήματα καταμεσίς στην κοίτη του, οι ρίζες του φαίνονται ολόκληρες σαν σε φυσική ακτινογραφία. Και παρακάτω που απλώνεται τέλμα, θερίζει το ψαθί μαζί με τη μπεκάτσα που, λαός, φτερουγίζει μέσα του. Τα σπίτια και οι άνθρωποι είναι, θαρρείς αντίγραφα δικά του. Απέξω ο θάμνος πυκνός πλημμύριζε τότε τους δρόμους και την αυλή, έφτανε στο κατώφλι. Μέσα κλειδωμένη η ζωή κυλούσε μακριά απ΄ τη θέα του ξένου ματιού...
(από το βιβλίο του Γιάννη Δάλλα ΣΤΟ ΡΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ) 

Αυτά τα Χριστούγεννα θα γλιτώσεις τα δάκρυα.

του Παναγιώτη Γκούνη

Βγάλτε όλοι μια κόλλα χαρτί να γράψετε ένα test...
Έγινε ένας θόρυβος από το σκίσιμο των χαρτιών και μετά απόλυτη σιωπή.
Να γραφτεί ο αριθμός MCMLXXXIV στο αραβικό  σύστημα αρίθμησης και οι αριθμοί 25 και 12 στο ρωμαϊκό σύστημα αρίθμησης.
Πανεύκολο είναι , σε πέντε λεπτά  να έχετε τελειώσει !
Ε αμάν μ'αυτή την καθηγήτρια .ΤΩΡΑ βρήκε να μας βάλει τεστ ; Σε πέντε μέρες θα τελειώσει το τρίμηνο .Δεν μπορούσε να το βάλει μια μέρα που να έχω διαβάσει ; Τι να γράψω τώρα...υπάρχει καμιά πιθανότητα να γράψω τίποτε ; Όχι...άρα μηδέν εις το πηλίκον !...και δεκατρία τελικός βαθμός στο τρίμηνο . 

Αυτά τα Χριστούγεννα είναι τα πιο μαύρα Χριστούγεννα της δεκατριάχρονης ζωής μου .Τόσο ωραίοι  βαθμοί και εξ αιτίας της ο μέσος όρος να κατρακυλάει...Αν δεν ήταν αυτή η αυστηρή καθηγήτρια , θα έβγαζα καλύτερο μέσο όρο , θα έπαιρνα έπαινο , θα έκανα χαρούμενα Χριστούγεννα , θα ήμουν ευτυχισμένος ! Αχ και να γινόταν κάτι και να αλλάζαμε καθηγήτρια...δεν μπορεί να γίνει κάτι τάχα ;

Η επόμενη μέρα ήταν προπαραμονή που σημαίνει ότι μπήκαμε με το ζόρι στην τάξη αλλά το κλίμα άλλαξε μονομιάς .Ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα και εμφανίστηκε ο κ. Γυμνασιάρχης .Μέχρι να αρχίσουμε τις εικασίες είχε τελειώσει...« Μια καθηγήτριά σας αντιμετωπίζει ένα σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα και ο σύλλογος καθηγητών αποφάσισε να διοργανώσει έρανο.Οι γονείς σας έχουν ενημερωθεί από τον σύλλογο γονέων & κηδεμόνων .Εγώ ήρθα να ενημερώσω εσάς αν θέλετε να βοηθήσετε και εσείς. Στην επόμενη ώρα θα έχετε κενό...

Ο κ. Γυμνασιάρχης είχε μια φυσιογνωμία σαν και αυτές που έχουν οι ευγενείς στους πίνακες του El Greco .Ήξερες ότι αυτά που έλεγε είχαν βάθος αλλά παραήμουν επιπόλαιος για να καταλάβω .Κάτι συνέβη αλλά δεν θα ήταν και  τόσο σοβαρό τελικά .Οι διακοπές είχαν αρχίσει και έπρεπε να το ρίξω λιγάκι έξω να μου φύγει και η στεναχώρια !
...και θα έλεγα πως πέρασα το υπόλοιπο της μέρας μου ως συνήθως .Άκουσα την αγαπημένη μου εκπομπή στο ραδιόφωνο και στις τέσσερις και μισή πήρα το λεωφορείο για την διπλανή πόλη .Τρύπωσα στον έρημο κινηματογράφο που έπαιζε μια παράξενη ταινία με πραγματικά στενάχωρο τέλος αλλά ούτε και την ταινία πολυκατάλαβα .Περιπλανήθηκα για λίγο στην πόλη και γύρισα με το τελευταίο δρομολόγιο...

Τριαντατέσσερα χρόνια μετά θα προσπαθήσω να ξαναζήσω τα ίδια Χριστούγεννα .Θα ακούσω τα ίδια τραγούδια που άκουσα εκείνη την μέρα , θα ξαναδώ την ίδια ταινία...και πριν πιστέψω και γω ο ίδιος ότι αρρώστησα από την νοσταλγία ας εξηγηθώ λιγάκι .

Ήταν μια ευτυχισμένη εποχή .Έχω ξαναγράψει πως ήμουν απίστευτα τυχερός 
.Βρέθηκα σε ένα σχολικό περιβάλλον με σπάνιους εκπαιδευτικούς , βρέθηκα σε μια κοινωνία που τα δύο τρίτα της έβγαιναν από στερήσεις κάθε είδους , βρισκόμουν σε μια μικρή πόλη που δεν είχε ξεχάσει την ανθρωπιά της  .Ανταποκρίθηκαν όλοι στον έρανο .Ενόσω εγώ ήμουν απαρηγόρητος για τους βαθμούς ένας άνθρωπος με ένα παιδί  στην αγκαλιά πήγαινε στην άλλη άκρη του κόσμου , σε μια μεγάλη πόλη που πλήττεται από χιονοθύελλες που δεν αστειεύονται σε μια πόλη που την ξέρει όλος ο κόσμος ίσως γιατί εκεί μαζεύτηκαν μετανάστες απ'όλο τον κόσμο σε μια πόλη που τα νοσοκομεία της είναι η τελευταία ελπίδα για να γίνεις καλά .

Τα θυμάμαι όλα αυτά κάθε χρόνο τέτοιες μέρες .Η ζωή μου απέκτησε μια αλλόκοτη επιτάχυνση , όλα συνέβησαν πάρα πολύ γρήγορα. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι κάποτε ήμουν αγνώμων .Ποτέ δεν ξέρεις ποια Χριστούγεννα θα γλιτώσεις τα δάκρυα...Αλλά ο σπαραγμός κινητοποιεί την ανθρώπινη ψυχή. Για αυτό και δεν πολυσκοτίζομαι όταν βλέπω γύρω μου τόσο μίσος ούτε απογοητεύομαι από ντροπιαστικές συμπεριφορές είτε μεμονωμένες είτε θεσμικές .Δεν θέλω σε καμία περίπτωση να γράψω ότι ήταν η τελευταία φορά που αντιδράσαμε με ανθρωπιά σαν πόλη στο σύνολό της , θα γράψω ψέμματα .Είμαι αρκετά μεγάλος για να θυμάμαι πολλές ιστορίες που οι περισσότεροι ανταποκρίθηκαν μονομιάς όταν υπήρξε ανάγκη και θα ήθελα πραγματικά να δημοσιοποιήσω κάθε βοήθεια που είχε εμένα ως αποδέκτη αλλά ο σεβασμός που έχω στην χριστιανική θρησκεία δεν μου το επιτρέπει .

Πολύ μεγάλο μέρος αυτού που λέμε γιορτινή ατμόσφαιρα είναι οι ιστορίες των παιδιών που δεν ήταν τυχερά όπως εγώ ( ή εσείς ) . Όλοι θα τρέξουμε να ψωνίσουμε κάτι παραπάνω , να φάμε κάτι παραπάνω , να πάρουμε δώρα στα αγαπημένα μας πρόσωπα .Είναι όμως αυτή η κρύα και σκοτεινή νύχτα που θα σκεφτούμε και τους άλλους .

Το ίδιο θα κάνω και εγώ .Αλλά χάρη σ'αυτούς τους ανθρώπους ,που επίτηδες τους ζωγραφίζω αχνά , κυκλοφορώ με λυμένες τις ασκήσεις στην τσέπη . Η Τασούλα και ο Φώτης που αν τηρήσω τις αναλογίες με κανακεύανε ( αντί να μου βάλουν κάτω απ'τη βάση ! ) και η κυρία Θ. που μακάρι να μπορούσα να αντιγράψω την αφοσίωσή της .Τους έχω χάσει..θα'θελα να μάθω ότι είναι καλά , ότι τα φετινά Χριστούγεννα είναι τα πιο ευτυχισμένα της ζωής τους...

Αυτή η χριστουγεννιάτικη ιστορία είχε ευτυχισμένη κατάληξη αν εξαιρέσει κανείς ότι δεν μας δίδαξε ξανά η κυρία Θ. Είμαι σίγουρος πως  δεν την θυμάται κανείς.Εγώ δεν την ξεχνάω , είναι σαν το αξίωμα της ζωής : Να αγαπάς τον διπλανό σου .

Καλά Χριστούγεννα σε όλους !

Πρεμιέρα του 4ου Μαγικού Χωριού Δήμου Ζηρού στη Φιλιππιάδα.

Με ξεχωριστό μουσικό πρόγραμμα από το Σύλλογο Φίλων Μουσικής Φιλιππιάδας, ανοίγει αύριο 23 Δεκεμβρίου στις 11 το πρωί, η αυλαία του 4ου Μαγικού Χωριού Δήμου Ζηρού, το οποίο θα διαρκέσει μέχρι την Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018. Σημειώνεται ότι φέτος,  λόγω έργων αναβάθμισης της Κεντρικής Πλατείας Φιλιππιάδας, οι χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις θα πραγματοποιηθούν στην πλατεία 'Κων/νου Καραμανλή'.
Το επικαιροποιημένο πρόγραμμα του 4ου 'Μαγικού Χωριού', έχει ως εξής:
23/12/2017:
11.00: Έναρξη του Μαγικού Χωριού με μουσικό πρόγραμμα από το Σύλλογο φίλων Μουσικής Φιλιππιάδας.
11.30: Εκδήλωση από το Σύλλογο Περί Βιβλίου Φιλιππιάδας (τμήμα σκακιού).
12.30: Χορευτικό πρόγραμμα από το Σύλλογο Συρακιωτών Φιλιππιάδας.
24/12/2017:
11.00: Κάλαντα και χριστουγεννιάτικα τραγούδια από μαθητές του 3ου Δημοτικού Σχολείου Φιλιππιάδας.

25/12/2017: ΚΑΛΑ & ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

26/12/2017:
17.30 -20.30: Πρόγραμμα για παιδιά από μάγο – ταχυδακτυλουργό, το ‘ξωτικό’ των Χριστουγέννων καθώς και ξυλοπόδαρο.
27/12/2017:
11.00 -13.00: Πρόγραμμα για παιδιά από μάγο -ταχυδακτυλουργό και το ‘ξωτικό’ των Χριστουγέννων.
28/12/2017:
10.30 -14.30: Αφηγήσεις παραμυθιών και δημιουργικές δραστηριότητες για παιδιά από το Κέντρο Κοινότητας του Δήμου.
Παράλληλες εκδηλώσεις: 11.00 -13.00: Πρόγραμμα για παιδιά από μάγο -ταχυδακτυλουργό και το ‘ξωτικό’ των Χριστουγέννων.

29/12/2017:
12.30 μ.: Χορευτικό πρόγραμμα από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ανωγειατών.

Παράλληλες εκδηλώσεις: 11.00 -13.00: Πρόγραμμα για παιδιά από μάγο -ταχυδακτυλουργό και το ‘ξωτικό’ των Χριστουγέννων.

10.30 -14.30: Αφηγήσεις παραμυθιών και δημιουργικές δραστηριότητες για παιδιά από το Κέντρο Κοινότητας του Δήμου.

30/12/2017:
10.30 -14.30: Αφηγήσεις παραμυθιών και δημιουργικές δραστηριότητες για παιδιά από το Κέντρο Κοινότητας του Δήμου.
17.30 – 20.30: Πρόγραμμα για παιδιά από μάγο, ταχυδακτυλουργό, το ‘ξωτικό’ των Χριστουγέννων καθώς και ξυλοπόδαρο.

31/12/2017:
11.00: Χορευτικό πρόγραμμα από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Παλαιάς Φιλιππιάδας.
Αφηγήσεις παραμυθιών και δημιουργικές δραστηριότητες για παιδιά από το Κέντρο Κοινότητας του Δήμου.

1/1/2018: ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ & ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ!

2/1/2018:
17.30 – 20.30: Πρόγραμμα για παιδιά από μάγο, ταχυδακτυλουργό, το ‘ξωτικό’ των Χριστουγέννων καθώς και ξυλοπόδαρο.

ΛΗΞΗ 4ου ΜΑΓΙΚΟΥ ΧΩΡΙΟΥ!

Στις 24 Δεκεμβρίου, παραμονή των Χριστουγέννων, στις 11.00 το πρωί, οι μάγοι και τα ξωτικά θα επισκεφθούν το Θεσπρωτικό, όπου θα παρουσιάσουν τα ‘μαγικά’ τους στους μικρούς φίλους.

Στις 29 Δεκεμβρίου στις 8.30 το βράδυ η Ενορία Αγίου Βησσαρίωνα Φιλιππιάδας θα διοργανώσει σε αίθουσα του ξενοδοχείου “Ηλιάνα” εορταστικό δείπνο με τραγούδια και χορούς!

* Στον χώρο εκδηλώσεων του 4ου Μαγικού Χωριού, πέρα από το σπιτάκι και το ταχυδρομείο του Αη Βασίλη, θα υπάρχει το σπιτάκι της ‘αλληλεγγύης’ όπου θα συλλέγονται καθημερινά τρόφιμα και είδη για τις ανάγκες του Κοινωνικού Παντοπωλείου του Δήμου.

Η στήριξη των οικονομικά αδύναμων οικογενειών και συμπολιτών είναι υπόθεση όλων μας.

Ευχαριστούμε την εταιρία “Νέα Οδός”, που είναι χορηγός του 4ου Μαγικού Χωριού του Δήμου Ζηρού.

Ενα μικρό κομμάτι Ιστορίας

Είναι από εκείνες τις ξεχωριστές περιπτώσεις που το σημαίνον δένεται σε αξεχώριστη διαλεκτική ενότητα με το σημαινόμενο. Οχι όπως συμβαίνει με τις πλαστικές σημαίες που ανεμίζουν χαρούμενες στα χέρια - στις παρελάσεις, στις κομματικές συγκεντρώσεις, στα γήπεδα - κι ύστερ’ από λίγη ώρα βιαστικοί εργάτες τις σωριάζουν σκουπίζοντας και τις φορτώνουν στα απορριμματοφόρα, προσφέροντάς μας την πιο απτή απόδειξη του ότι η όποια σχέση ανάμεσα στο σημαίνον και στο σημαινόμενο είναι εφήμερη, ξώπετση, αν όχι και υποκριτική.
Το σημαίνον: ένα τυπωμένο και χειρόγραφο κομμάτι πράσινο χαρτί. Φθαρμένο. Οχι επειδή παραδόθηκε στην κριτική των τρωκτικών ή στην αναπόφευκτη φθορά του χρόνου, αλλά επειδή για να διασωθεί έπρεπε να διπλωθεί πολλές φορές και να κρυφτεί καλά. Για να προστατευθεί το ίδιο και ο φορέας του.
Το σημαινόμενο:  Απολυτήριο από τον Εθνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ). Αυτό που θα έπρεπε να είναι τίτλος τιμής, παράσημο που ο κάτοχός του το καρφιτσώνει με περηφάνεια στο στήθος, έγινε τεκμήριο ενοχής, διαβατήριο για την κόλαση των ξερονησιών και των φυλακών, κριτήριο διακρίσεων στο πλαίσιο του κοινωνικού απαρτχάιντ που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μας. Γι’ αυτό έπρεπε να διπλωθεί και να παραμείνει καλά κρυμμένο για δεκαετίες.
Αυτοί που εκείνα τα χρόνια της πανούκλας έκαναν τον εαυτό τους παρανάλωμα στον αγώνα για τη Λευτεριά και τη Δικαιοσύνη, βαφτίστηκαν «προδότες» και «μιάσματα». Γνωστή είναι η σύγχρονη Ιστορία του τόπου μας και δε θέλω να την επαναλάβω. Πρέπει, όμως, να την ανασκαλεύουμε συνεχώς, να εντρυφούμε στις δέλτους της, να αντλούμε διδάγματα. Γιατί λαός χωρίς ιστορία είναι λαός δίχως μέλλον.
Ν’ ανατρέχουμε στην Ιστορία όχι σαν αργόσχολοι τρωγλοδύτες των γραφείων, αλλά έχοντας πάντοτε κατά νου, ότι οφείλουμε να δημιουργήσουμε τη δική μας Ιστορία, αποφεύγοντας αυτό για το οποίο μας προειδοποίησε ο μέγας διαλεκτικός:
«Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σα βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών. Και όταν ακόμα οι ζωντανοί φαίνονται σαν ν' ασχολούνται ν' ανατρέψουν τους εαυτούς τους και τα πράγματα και να δημιουργήσουν κάτι που έχει προϋπάρξει, σ' αυτές ακριβώς τις εποχές της επαναστατικής κρίσης επικαλούνται φοβισμένοι τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανείζονται τα ονόματά τους, τα μαχητικά συνθήματά τους, τις στολές τους για να παραστήσουν με την αρχαιοπρεπή αυτή, σεβάσμια μεταμφίεση και μ' αυτή τη δανεισμένη γλώσσα τη νέα σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας» (Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπριμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη).
Ο λοχίας του ΕΛΑΣ Ζώης Σπυρίδων του Χρήστου και της Ολγας ήταν ο πατέρας μου Σπύρος Γιώτης (το επώνυμο άλλαξε αργότερα). Δεν ξέρω πόσα τέτοια ιστορικά ντοκουμέντα έχουν διασωθεί, υποπτεύομαι όμως ότι δεν πρέπει να είναι πολλά. Δεν το επέτρεψαν «οι καταστάσεις»! Το κατεβάζω από τον τοίχο του γραφείου μου και το μοιράζομαι μαζί σας, αφού είναι κι αυτό ένα κομμάτι της ιστορίας της Φιλιππιάδας.
Αντί επιλόγου, τρεις στίχοι του Κώστα Βάρναλη από το ποίημα «Πρωτομαγιά του 1944»:
Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,
που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,
και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!

Πέτρος Γιώτης

Αθήνα, 21.12.2017

«Το χαμένο Νόμπελ, μία χαμένη ιστορία»

της Ευγενίας Μάστορα
(ομιλία από την παρουσίαση στην Φιλιππιάδα του βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα).

Ο τίτλος και μόνο του βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα «Το χαμένο Νόμπελ» κεντρίζει το ενδιαφέρον  και κινητοποιεί τη σκέψη του αναγνώστη, ένα βραβείο Νόμπελ, η απόλυτη επιβεβαίωση του έργου ενός λογοτέχνη, ενός επιστήμονα, ενός ανθρωπιστή. Και έρχεται η προσθήκη «μία χαμένη ιστορία» να προσδώσει στο βιβλίο τον χαρακτήρα μίας ιστορικής καταγραφής των γεγονότων, που οδήγησαν στην απώλεια αυτού του βραβείου. Στο εξώφυλλο δεσπόζει η εικόνα του Νίκου Καζαντζάκη, οπότε αυτομάτως γίνεται ο συνειρμός: Καζαντζάκης -χαμένο Νόμπελ…Δικαίως, λοιπόν, αναρωτιόμαστε τι ήταν αυτό ή ποιοι ήταν αυτοί που στέρησαν από τον Νίκο Καζαντζάκη και κατά συνέπειαν από την ελληνική πεζογραφία, την ελληνική πνευματική παραγωγή ένα βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας;
Στη συνείδηση του Νεοέλληνα ο «εχθρός» συνήθως βρίσκεται εκτός των τειχών και είναι ο ξένος, ο αλλότριος, που στέκεται απέναντι και υπονομεύει και βάλλει εναντίον του δικού μας, του οικείου. Στην περίπτωση ,όμως , του Νίκου Καζαντζάκη οι «εχθροί» ήταν εντός των τειχών, αποφασισμένοι να στερήσουν από τον  Έλληνα λογοτέχνη το βραβείο Νόμπελ, αποφασισμένοι να υπονομεύσουν την προσπάθειά του για μία δεκαετία περίπου να κερδίσει το βραβείο.
Ποιοι ήταν αυτοί; Διαβάζοντας το βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα διαπιστώνουμε τον πόλεμο που υπέστη ο Νίκος Καζαντζάκης από τους πνευματικούς του αντίζηλους, το εκκλησιαστικό, πολιτικό και ακαδημαικό κατεστημένο της χώρας. Όλοι αυτοί συνασπίστηκαν και κατάφεραν να διαβάλλουν στη Σουηδική Επιτροπή των βραβείων Νόμπελ ως άθεο, βλάσφημο και κομμουνιστή.
Στις 543 σελίδες του πολυσύνθετου βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα ο αναγνώστης θα «ταξιδέψει» στην ελληνική και διεθνή πνευματική σκηνή, θα γνωρίσει  τις λογοτεχνικές μορφές, τα πολιτικά πρόσωπα, τους εκκλησιαστικούς ταγούς εκείνης της περιόδου, για να συνειδητοποιήσει στο τέλος πως και τότε περίσσευαν τα πάθη, οι αντιπαλότητες, οι ανταγωνισμοί, για να συνειδητοποιήσει πως οι άνθρωποι ακόμη και αυτοί που ορίστηκαν να υπηρετήσουν το καλό, το ορθό, το υψηλό γίνονται έρμαια των προσωπικών τους αδυναμιών και παθών.
Ο Πρόλογος του βιβλίου δομείται σε μία αντίθεση, αιφνιδιάζεται κανείς διαβάζοντας τα γεμάτα μένος λόγια ενός χριστιανού ιεροκήρυκα, του Αυγουστίνου Καντιώτη, του μετέπειτα μητροπολίτη Φλωρίνης, στις 5 Νοεμβρίου 1956, τη μέρα της κηδείας του Νίκου Καζαντζάκη. Λέει ο Αυγουστίνος Καντιώτης:Η συντέλεια των αιώνων έφθασε…Βόθρος ρέει από τους ακάθαρτους ποταμούς , από τις σελίδες του ανήθικου. Σήμερα η Ελλάς κηδεύει με δημόσιον δαπάνη ποιον, τον υβριστή της Εκκλησίας μας. Φρίκη, ούτε ο υπόνομος των Αθηνών θα ανέδιδε τέτοια δυσωδία. Έφθασε η Δευτέρα Παρουσία”. Ενώ στη συνέχεια διαβάζουμε ένα απόσπασμα από την επιστολή που έγραψε στις 16 Μαρτίου 1959 ο Νομπελίστας συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ στη χήρα του Νίκου Καζαντζάκη “Έτρεφα πάντα μεγάλο θαυμασμό και, αν επιτρέπετε ένα είδος στοργής για το έργο του συζύγου σας…Ακόμα δεν ξεχνώ πως, τη μέρα που λυπόμουν να δεχτώ μια διάκριση που ο Καζαντζάκης άξιζε εκατό φορές περισσότερο, πήρα από εκείνον το πιο γενναιόδωρο απ΄ όλα τηλεγράφημα. Λίγο αργότερα κατάλαβα με τρόμο πως το μήνυμα αυτό ήταν γραμμένο λίγες ημέρες προτού πεθάνει. Μαζί του χάθηκε ένας από τους τελευταίους μεγάλους καλλιτέχνες. Είμαι από εκείνους που αισθάνονται και θα εξακολουθήσουν να αισθάνονται το κενό που άφησε”.
Ποιος ήταν , λοιπόν , ο Νίκος Καζαντζάκης; Και πώς μπορείς να ορίσεις τον άνθρωπο που διαφύλαξε μέχρι  το τέλος της ζωής του ως πολύτιμο θησαυρό την ελευθερία του πνεύματός του; Ο Νίκος Καζαντζάκης, την άνοιξη του 1947, όταν και ξεκινά ο Εμφύλιος Πόλεμος, θέτει από κοινού υποψηφιότητα με τον Άγγελο Σικελιανό για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Και αμέσως τίθεται  σε εφαρμογή ένας καλοκουρδισμένος μηχανισμός αγαστής διαπλοκής, που στόχο έχει να στερήσει από τον Έλληνα λογοτέχνη αυτή την ύψιστη τιμή… Ακαδημία, Εκκλησία, Πολιτικοί ξεκινούν έναν πόλεμο ύβρεων και χυδαιοτήτων, προκειμένου να ανακόψουν τον δρόμο του Καζαντζάκη για το Νόμπελ. Ο Σπύρος Μελάς, ακαδημαϊκός, δε θα διστάσει το 1951 να ταξιδέψει ως τη Σουηδία, όπου με τη συνεργασία του Έλληνα πρέσβη Ανδρουλή διέβαλαν τον Καζαντζάκη, κατηγορώντας τον για αθεϊα, κομμουνιστική ιδεολογία και διεφθαρμένες αντιλήψεις. Δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε αν ο Σπύρος Μελάς έδρασε μόνος του καθοδηγούμενος από την επίσημη πολιτεία. Και η Εκκλησία; Τον Φεβρουάριο του 1954 με έγγραφό της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατηγόρησε τον Καζαντζάκη για ιεροσυλία και ζήτησε να απαγορευθεί η κυκλοφορία των βιβλίων του « Καπετάν Μιχάλης», « Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», « Ο τελευταίος πειρασμός», υποστηρίζοντας ότι διασύρεται η Εκκλησία και προσβάλλεται μέσω αυτών η χριστιανική πίστη. Η Αρχιεπισκοπή Αμερικής δε καταδίκασε τα βιβλία ως άσεμνα και αθεϊστικά, ενώ το Βατικανό προέτρεψε να ριχτούν στην πυρά. Την ίδια στιγμή, το 1954, η Ιερά Σύνοδος απαιτεί τον αφορισμό του Καζαντζάκη…και στο σημείο αυτό το βιβλίο « Το χαμένο Νόμπελ» αποκαθιστά την αλήθεια, καθώς αφορισμός τελικά δεν υπήρξε…Τι συνέβη; Η ιεραρχία της Ελληνικής Εκκλησίας τον καταράστηκε με ένα βαρύ ανάθεμα , που ακολουθεί μέχρι σήμερα τον συγγραφέα ως στίγμα και βλασφημίας…Ως και η βασίλισσα Φρειδερίκη έσπευσε τον Ιανουάριο του 1954 να στείλει επιστολή, προκειμένου να μη δοθεί το Νόμπελ σε «ριζοσπαστικούς» Έλληνες, με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα έβλαπτε «την ειρηνική πολιτική των Αγγλοσαξόνων…».Όσο για τον πνευματικό χώρο, λίγοι ήταν αυτοί που στάθηκαν στο πλευρό του και τον υποστήριξαν, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Ευάγγελος Παπανούτσος, όπως  λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα,  ήταν και οι εκπρόσωποι της πολιτικής σκηνής, που τον στήριξαν, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Κων/νος Μητσοτάκης, ο Αλέξανδρος Σβώλος. Στον αντίποδα της ζοφερής ελληνικής πραγματικότητας, η Νορβηγία, η χώρα στην οποία τα βιβλία του εκδίδονταν και κυκλοφορούσαν ανεμπόδιστα. Η νορβηγική κυβέρνηση του πρότεινε να λάβει τη νορβηγική υπηκοότητα και διαβατήριο, ώστε να μετακινείται ελεύθερα, και η νορβηγική εταιρεία λογοτεχνών τον πρότεινε για Νόμπελ ομόθυμα…Ο Καζαντζάκης, όμως, αρνήθηκε…
Τ μετεμφυλιακά χρόνια η Ελλάδα βρήκε και ένα άλλο πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, το συγγραφικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Στην Ελλάδα του ΄50 με νωπές τις πληγές και τις μνήμες του Εμφυλίου και έντονη την ανάγκη κατηγοριοποίησης των ανθρώπων σε «καλούς» και «κακούς», «δυνατούς» και «αδύναμους», «νικητές» και «ηττημένους» το ελεύθερο πνεύμα του Καζαντζάκη τίθεται υπό διωγμόν, αφού αρνείται να υποταχθεί.
Αυτή η «περιπέτεια» του Νίκου Καζαντζάκη, η δεκαετής περίπου προσπάθειά του να κερδίσει το Νόμπελ αποτελεί τον κύριο θεματικό άξονα του βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα, χωρίς, όμως, να περιορίζεται μόνο σ΄ αυτό. Το «χαμένο Νόμπελ» του Καζαντζάκη στέκεται η αφορμή να ανοίξει μπροστά μας ένα κουτί πολύτιμων γνώσεων, από τον πολεμικό βιομήχανο Άλφρεντ Νόμπελ, που κληροδότησε όλη του την περιουσία για την καθιέρωση των βραβείων, επιδιώκοντας την εξιλέωση, τη βράβευση σημαντικών συγγραφέων όπως ο Χεμινγουέϊ, ο Έλιοτ, ο Καμύ, τον αποκλεισμό άλλων εξίσου άξιων όπως ο Ζολά, ο Τολστόι, ο Μπρεχτ, ο Κάφκα ως την Ελλάδα των εμφυλιακών και μετεμφυλιακών χρόνων με τις αντιπαλότητες, τις μικρότητες, τις διχόνοιες ακόμη και μεταξύ ανθρώπων του πνεύματος η γραφή του Κώστα Αρκουδέα ξετυλίγει ένα κουβάρι γεγονότων και προσώπων της εποχής εκείνης «ταξιδεύοντας» τον αναγνώστη στον χρόνο. Είναι βέβαια σαφές πως από την πλευρά του συγγραφέα έχει προηγηθεί διεξοδική έρευνα, για την ανάπλαση αυτής της περιόδου και αυτό επιβεβαιώνεται με το πλήθος  προσωπικών μαρτυριών, άρθρων, πληροφοριών, αποσπασμάτων από βιβλία και έγγραφα, επιστολών ,ιστοριών ανεκδοτολογικού περιεχομένου, τα οποία και  καθιστούν ταυτόχρονα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τη γραφή του βιβλίου. Στις 543 σελίδες πολλές φορές αιφνιδιάστηκα από δεδομένα που μέχρι πρόσφατα αγνοούσα όπως την υποψηφιότητα του Σουρή για Νόμπελ, την υποψηφιότητα ενός άγνωστου, φαντάζομαι όχι μόνο σε μένα λογοτέχνη, του Γιώργου Βουγιουκλάκη, τη σχέση του Μανόλη Αναγνωστάκη με τον Νίκο Καββαδία και πολλά ακόμη…Όλα αυτά τα συγκεντρωμένα στο βιβλίο στοιχεία δίνονται μ΄ έναν λόγο δοκιμιακό, αλλά είναι τέτοια η αλληλουχία των γεγονότων, η εξέλιξη τους που προσδίδει στο κείμενο έναν λογοτεχνικό αφηγηματικό χαρακτήρα και μια μυθιστορηματική πλοκή.
Αυτό ,επίσης, που μου προκάλεσε εντύπωση είναι ότι ο Κώστας Αρκουδέας δε δομεί το βιβλίο του σε ένα μανιχαϊκό μοντέλο, στην πάλη του καλού με το κακό. Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν αγιοποιείται ούτε αγιογραφείται…Ο συγγραφέας στέκεται με σεβασμό και ειλικρίνεια απέναντι στα «ψεγάδια», τις «γκρίζες ζώνες» που κάθε άνθρωπος φέρει, προσεγγίζοντας τον φερόμενο μισογυνισμό του, την επίμονη δημοσιοσχεσίστικη αλληλογραφία που ανέπτυξε με πρόσωπα και φορείς, τη στάση του κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου στην Ισπανία…Ο Κώστας Αρκουδέας ακολουθεί τη διαδρομή του Καζαντζάκη και την ίδια στιγμή τη ακολουθεί τη διαδρομή της χώρας μας. Το βιβλίο συνιστά κατά την άποψή μου και ένα ψυχογράφημα των νεότερων Ελλήνων. Η περίπτωση υπονόμευσης της υποψηφιότητας του Νίκου Καζαντζάκη από τους συμπατριώτες του φέρει στο φως, αποκαλύπτει και ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του λαού μας, την αναγωγή του μέτριου σε σημαντικό και τη διάθεση αποδόμησης, «αποκαθήλωσης» του άξιου, του σημαντικού, όταν αυτό δε χειραγωγείται, δεν «πατρονάρεται» και δε δέχεται να προσαρμοστεί στη «συνάφεια των πολλών». Ο καλοκουρδισμένος μηχανισμός υπονόμευσης της υποψηφιότητας του Νίκου Καζαντζάκη επιβεβαιώνει τη δολιότητα, τη μικροψυχία, την έλλειψη αξιοκρατίας, χαρακτηριστικά των Ελλήνων, που ενδεχομένως ερμηνεύουν πολλά από τα «κακώς κείμενα» της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Το 2017, 60 χρόνια μετά τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη, ορίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως έτος Καζαντζάκη, στη διάρκεια του οποίου μνημονεύθηκε και τιμήθηκε το έργο του σπουδαίου Έλληνα συγγραφέα. 60 χρόνια μετά τον θάνατό του τα βιβλία του εξακολουθούν να εκδίδονται, να μεταφράζονται, να διαβάζονται. Σύμφωνα με τη διεθνή εταιρεία φίλων του Νίκου Καζαντζάκη έχουν καταγραφεί πάνω από 1000 εκδόσεις των έργων του Καζαντζάκη σε πάνω από 40 γλώσσες. Το έργο του «νίκησε» τον χρόνο, κατάφερε να φθάσει ως σήμερα διασώζοντας και θυμίζοντας σε όλους μας την πάλη για την ελευθερία της ψυχής και του σώματος, την αντίσταση στο ευτελές, τη θετική σκέψη, την  ανάληψη της ευθύνης, αρχές που ακολούθησε ο συγγραφέας «στην αναφορική τάξη του βίου του». Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν κατάφερε να κερδίσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ακολούθησε, όμως, το δικό του όραμα και συνέχισε ως το τέλος της ζωής του να γράφει…Κατάφερε δε να «επιζήσει» τη στιγμή που οι διώκτες του βυθίστηκαν στη λήθη, τη στιγμή που οι ιεροκήρυκες του καλού δε ζήτησαν μία επίσημη συγγνώμη για την ηθική απαξίωση και την πολεμική εις βάρος του.
Και καθώς έγραφα αυτόν τον επίλογο, διαβάζω στο διαδίκτυο μια δήλωση του Πατριάρχη Αλεξάνδρειας, του Κρητικού Πατριάρχη Θεόδωρου Β΄ στην εκδήλωση του Συλλόγου Ελλήνων Επιστημόνων Αλεξάνδρειας την Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017: « Ο Καζαντζάκης ήταν ένας ταξιδευτής σ΄ όλη του τη ζωή. Γι΄ αυτό  και αισθανόταν τον εαυτό του σαν ένα πουλί, που δε τον χωρά η Γη, γιατί ήθελε να πετάξει, να γνωρίσει λαούς, να γνωρίσει θρησκείες», μία σπάνια αναφορά εκπροσώπου της Εκκλησίας στον  μεγάλο Έλληνα συγγραφέα. Και σκέφτομαι τον Νίκο Καζαντζάκη: « Και αυτή ΄ναι η αξία του ανθρώπου, να ζητάει και να ξέρει να ζητάει το αδύνατο, και να ΄ναι σίγουρος πως θα το φθάσει, γιατί ξέρει πως αν δε λιποψυχήσει, αν δεν ακούει τι του κανορχάει η λογική, μα κρατάει με τα δόντια την ψυχή του και εξακολουθεί με πίστη, με πείσμα να κυνηγάει το αδύνατο, τότε γίνεται τι θάμα, που ποτέ ο αφτέρουγος κοινός νους δεν μπορούσε να το μαντέψει: το αδύνατο να γίνει δυνατό»
 Σας ευχαριστώ.
 Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017
Σύλλογος Περί Βιβλίου Φιλιππιάδας
Ευγενία Μάστορα


   

41.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα.

Ο τρόπος των παλιών.Νυχτέρια.
-Κι αυτά που λες, Μήτρο...
του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
Χειμωνιάτικο βράδυ,περασμένη ώρα έντεκα,και μέσα στο σπίτι μας,ένα φτωχοκάλυβο του παλιού καιρού,η κουβέντα συνεχιζόταν χαμηλόφωνα σε ένα αργό τέμπο,εναρμονισμένο με την κούραση των δύο συνομιλητών,αλλά και με τον αργόσυρτο ρυθμό που χαρακτήριζε γενικότερα την παλιά ζωή τότε.Ολα γίνονταν με τον αραμπά.Ποιος ο λόγος να βιαζόταν κανείς.Από χρόνο άλλο τίποτε.Μη χάσουν το μεροκάματο;Σιγά τις δουλειές…
Ερχόταν,που λέτε τα βράδια στο σπίτι μας ο μπάρμπα-Κώστας,οικογενειακός μας φίλος και κουβέντιαζε καλού καιρού με τον πατέρα μου τον Μήτρο όπως τον φώναζαν (παραλλαγή του ονόματος Δημήτριος,Δημήτρης,Μήτρος).Τους συνέδεε από χρόνια μεγάλη φιλία και όταν είχαν ελεύθερο χρόνο,αντάμωναν και συζητούσαν με τις ώρες.Αυτό συνέβαινε τις Κυριακές ως επί το πλείστον μετά την εκκλησία στο καφενείο του χωριού με τον πρωινό καφέ.Επειδή όμως οι Κυριακές αργούσαν να έρθουν,οι δύο φίλοι είχαν εγκαινιάσει ένα άλλου είδος αντάμωμα στο σπίτι μας τα βράδια ,ιδιαίτερα τα χειμωνιάτικα βράδια που κρατάνε περισσότερο από το μισό της ημέρας,από τις πεντέμισι με έξι το απόγευμα ως τις εφτά το πρωί. Τι κάνουμε σε όλο αυτό το διάστημα;Ως πόσο να κοιμηθεί κανείς;Μην κοιτάτε σήμερα που έχουμε ένα σωρό εναλλακτικές.Να πάμε στο καφενείο,να πιούμε και να διασκεδάσουμε.Να καθίσουμε στο σπίτι να δούμε τηλεόραση ως αργά τη νύχτα,τότε,που τέτοια πράγματα.Πρώτον, το καφενείο ήθελε όσο να κάνεις,κάποια λεφτά και ο καφετζής δε θα σε ξενύχταγε τζάμπα.Που να βρισκες όμως λεφτά τότε.Ούτε φως καλά- καλά ηλεκτρικό δεν υπήρχεΑυτό άργησε νάρθει,κα΄που εκεί στη δεκαετία του ΄60 άναψαν στα σπίτια οι πρώτες ηλεκτρικές λάμπες.Με το λυχνάρι και τη λάμπα με το λαμπόγιαλο έβγαζε ο κόσμος τις βραδιές τότε.Το μόνο παρήγορο ήταν το τζάκι με τη φωτιά.Εβαζε η μάνα δυο τρία χοντρά ξύλα,κούτσουρα αν ήταν ,καλύτερα,γύρω από την πυροστιά ν’ανάψουν σιγά-σιγά στη θρακιά,για να κρατήσουν τη φωτιά κάμποσες ώρες και να μην καούν γρήγορα,γιατί την πυρά,τη ζεστασιά την κρατάνε  τα κούτσουρα και όχι τα λιανόκλαδα.Εστρωνε η μάνα για το <<καλωσόρισες>> ένα πρόχειρο φτωχικό δείπνο σταυροπόδι για την περίσταση,λίγο ξερό καλαμποκίσιο ψωμί,λίγες ελιές,έκοβε κι ένα κρεμμύδι,να <<σταυρώσουν>> κατά το έθιμο και αυτό ήταν όλο.
Υστερα άρχιζε η κουβέντα.Εδώ πια ήταν όλη η ουσία.Μπορεί να έλειπαν τα κομφόρ και οι πολυτέλειες.Μπορεί το φαγητό να ήταν λιτό και φτωχικό.Στην κουβέντα ήταν η αποθέωση.Πραγματική απόλαυση για έναν ακροατή,όπως τύχαινε να ήμουν εγώ που δεν έχανα με τίποτε την ευκαιρία να κάθομαι ανάμερα να τους παρακολουθάω και να ακούω τις ατέλειωτες συζητήσεις τους.Κάθονταν,θεός σχωρέσ’τους,οι δυό τους από τη μια και την άλλη άκρη στο τζάκι προς τον τοίχο,τις κορφές,καθώς τις λέγαμε εμείς στο σπίτι μας τότε τις θέσεις αυτές, και κουβέντιαζαν του καλού καιρού με τις ώρες.Εγώ εκεί ν’ακούω και συνάμα να ους σπουδάζω.Κοτζάμ παιδί ήμουν από τα εφηβικά μου χρόνια ως πέρα την πρώτη μου νιότη και δεν αρκούμουν μόνο να τους ακούω,αλλά με τον καιρό μου έκαναν εντύπωση οι μορφές τους,πόσο άλλαζαν κατά τη διάρκεια της κουβέντας.Κυριολεκτικά μεταμορφώνονταν ,τόσο που μου έδιναν την εντύπωση πως μπροστά μου δεν είχα τα συγκεκριμένα πρόσωπα,τα γνωστά μου και συνηθισμένα στην καθημερινή μου ζωή,τον πατέρα μου δηλ.και τον μπάρμπα-Κώστα.Λες και κάποια καλή νεράιδα μάγισσα,βγαλμένη από τα παραμύθια,με το μαγικό της ραβδάκι ερχόταν εκεί δίπλα μας στη φωτιά στο τζάκι και έκανε τα μαγικά της.Πότε τους έδειχνε σοβαρούς και στοχαστικούς να συσκέπτονται και να σχολιάζουν τα τρέχοντα ζητήματα του χωριού,την επικαιρότητα πως λέμε σήμερα.Και πότε γίνονταν παιδιά με τα προσωπά τους να λάμπουν από μια εσωτερική χαρά και ευθυμία,όταν η κουβέντα περιστρέφονταν γύρω από αστεία περιστατικά του κοινωνικού βίου,παθήματα και κωμικές καταστάσεις που βγάζουν γέλιο.
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι τις θεατρικές τους παραστάσεις ξέρετε πως τις ονόμαζαν;Διδασκαλίες.Με ό,τι σημαίνει η λέξη στη στενότερη θεατρική της χρήση αλλά και στην ευρύτερη κοινωνική και ηθική διαπαιδαγώγηση των θεατών.Κάπως έτσι μπορούμε να εννοήσουμε την κουβέντα των δύο φίλων που είπαμε,του μπάρμπα Κώστα και του πατέρα μου.Ουτε λίγο ούτε πολύ οι δυό τους έδιναν σωστές παραστάσεις τα βράδια στο σπίτι μας,αναλαμβάνοντας αυτόκλητα και αυθόρμητα ο καθένας τους το δικό του ρόλο.Ο πατέρας μου,τσαγκάρης,επιδιορθωτής υποδημάτων,μπαλωματής στην αγορά,έβλεπε και μάζευε πάσης φύσεως πληροφορίες,υλικό για την,ας πούμε βραδινή ειδησεογραφία.Ιδια και ο μπάρμπα-Κώστας,μεσίτης ζώων το επαγγελμά του,εκτός από την αγορά είχε παραστάσεις άμεσες από τα γύρω χωριά που λόγω της δουλειάς του περιέτρεχε από σπίτι σε σπίτι κυριολεκτικά,πόρτα-πόρτα δηλκαι έτσι έπαιρνε πληροφορίες από πρώτο χέρι.Ολο αυτό το πληροφοριακό υλικό αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο το ρεπερτόριο στην παράσταση της βραδιάς που επακολουθούσε με το κλείσιμο της ημέρας.Εννοείται ότι το σύνολο αυτό των πληροφοριών κατά την επί μέρους βραδινή παρουσίαση περνούσε από ένα σχετικό ρετουσάρισμα,επεξεργασία δηλ,εκτός από τον σχολιασμό που ακολουθούσε.Επρόκειτο με άλλα λόγια για μια παράσταση,μια ζωντανή εκπομπή,για να χρησιμοποιήσουμε την ανάλογη έκφραση του συρμού σήμερα.Και προκειμένου για τους δυό φίλους που μιλάμε εδώ ,μπορούμε να πούμε πως για την εποχή τους ήταν οι καλύτεροι παρουσιαστές για το μοναδικό τρόπο και τη ζωντάνια της αφηγηματικότητας που τους χαρακτήριζε.Ειδικότερα ο μπάρμπα-Κώστας έδινε πραγματικό ρεσιτάλ στον τομέα αυτό καθότι πιο κοσμογυρισμένος και η γλώσσα του,αν και κάπως αργόσυρτη,πήγαινε ροδάνι από το καθημερινό αλισβερίσι ως διαμεσολαβητής μεσίτης ανάμεσα στο ζωέμπορα και τους πελάτες του.Η ανεσή του αυτή στα τερτίπια του λόγου του έδωσε με τον καιρό την ικανότητα να διακρίνει το εύθυμο και το κωμικό στις κατά τα άλλα σοβαρές συναλλαγές και σχέσεις του.Με άλλα λόγια ήξερε τον καθένα με την πρώτη πόσο μέτραγε και πόσο ζύγιζε.
Ήταν όμως καλός άνθρωπος, γιατί πως αλλιώς να γινόταν εφόσον έπρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα στον εργοδότη ζωέμπορο και στο συμφέρον των νοικοκυραίων που πουλούσαν το βιος τους, τα ζώα εν προκειμένω. Μια σχέση δηλαδή που σφυρηλατούνταν εκ των πραγμάτων πάνω στην αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Με αυτά και μ’ αυτά ο μπάρμπα Κώστας ήταν ο κυρίαρχος στις συζητήσεις της βραδιάς και προσωπικά κρεμόμουν από τα χείλη του να τον ακούω, καθώς είχε το πρόσθετο πλεονέκτημα να διανθίζει συχνά το λόγο του με ατάκες πρωτάκουστες για το δικό μας γλωσσικό ιδίωμα, προϊόν της πολυποίκιλης συλλογής λέξεων και ορολογιών από τις συναλλαγές του στα διάφορα χωριά ολόγυρα που το καθένα τους είχε τις δικές του γλωσσικές ιδιαιτερότητες.
Έχει τη σημασία του αυτό στον τρόπο της επικοινωνίας, η χάρη δηλαδή και η ευλυγισία του ομιλητή στην έκφραση και μην κοιτάτε τη σημερινή δημοσιογραφική εκφορά του λόγου στα ΜΜΕ, που η έκφρασή του είναι στιλιζαρισμένη και περιορισμένη μέσα σε τυπικά πλαίσια τόσο που καταντάει βαρετό για τον ακροατή ν’ ακούει συνέχεια μια κατά τα άλλα ανούσια γλώσσα, ξερή και μηχανική σαν το χτύπο της γραφομηχανής.
Ο εν λόγω μπάρμπα-Κώστας είχε ζωντάνια και πρωτοτυπία στο λόγο του τέτοια που σε αιχμαλώτιζε από την αρχή ως το τέλος.
Κι αυτά που λες, Μήτρο.
Ήταν η συνηθισμένη του ατάκα που την έλεγε, όταν στο λόγο του απόσωνε μια ενότητα, ένα κομμάτι με δική του ολοκληρωμένη νοηματική πληρότητα, όχι ο επίλογος στην όλη του αφήγηση αλλά μια διακοπή, μια στάση, για να συνεχίσει παρακάτω. Πέντε-δέκα δευτερόλεπτα υπόθεση, να τονώσει το ενδιαφέρον του συνομιλητή του και ο ίδιος να κοντρολάρει τη δική του σκέψη και να ξετυλίξει την υπόθεση περνώντας σε κάτι άλλο και ανανεώνοντας έτσι το ενδιαφέρον. Άσε το λεξιλόγιο που ο συχωρεμένος ο μπάρμπα-Κώστας χρησιμοποιούσε στην αφήγησή του. Κρίμα που όσο κι αν προσπάθησα και προσπαθώ είναι αδύνατο να θυμηθώ, καθώς είπα ατάκες του.
Όπως πάλι αυτή εδώ «τ’ ακούς, τ’ ακούω», που συνήθιζε να λέει μέσα-μέσα ως σχήμα στροφής και αντιστροφής με ερώτηση και ταυτόχρονη την απάντηση από τον ίδιο τον ερωτώντα. Χαρακτηριστικό που συναντάται συχνά στη δημοτική μας γλώσσα, ιδιαίτερα στη δημώδη ποίηση. «Μην ο Καλύβας έρχεται μην ο Λεβεντογιάννης. Μηδέ ο Καλύβας έρχεται  μηδέ ο Λεβεντογιάννης».
Εδώ θα χρειαστεί μια διευκρίνιση. Εκείνα τα χρόνια στο χωριό δεν ήταν ο μπάρμπα-Κώστας, που λέω εδώ ο μόνος καλός αφηγητής στις συζητήσεις. Ήταν και άλλοι εξίσου καλοί. Τους άκουγα και τους απολάμβανα στο καφενείο το περισσότερο, που τότε ήταν ένα είδος λαϊκής Βουλής, για διάφορα θέματα κοινής ωφέλειας και προβληματισμού. Εγώ τους άκουγα με προσοχή και τους θαύμαζα εκείνες τις στιγμές που αγόρευαν. Γιατί περί αγόρευσης επρόκειτο, αφού οι ομιλητές απευθύνονταν ,μπροστά στους συγχωριανούς, που πότε άκουγαν προσεκτικά και πότε φωνασκούσαν εκδηλώνοντας τις αντιρρήσεις και διαφωνίες τους.
Σήμερα στις διάφορες λαοσυνάξεις οι ακροατές είτε γιατί είναι κατευθυνόμενοι θετικά ή αρνητικά προς τους αγορητές είτε αδυνατούν για διαφόρους λόγους να παρακολουθήσουν τον ειρμό των λεγομένων, αντιδρούν με γιουχαΐσματα και άλλες αποδοκιμασίες. Τότε τα πράγματα και τα πνεύματα ήταν πιο ήρεμα  και ο καθένας  μπορούσε εύκολα να πάρει το λόγο, ειδικά μέσα στο καφενείο, όπου το ακροατήριο είναι έτοιμο προς ακρόαση. Οι γνωστές χωριάτικες γραφικότητες, θα πεις.
Έτσι όμως εκπαιδεύονταν οι πάντες στο λόγο αναγορευόμενοι περίπου σε αυτοσχέδιους λαϊκούς ρήτορες κατά τις περιστάσεις. Εκτός αυτού η απουσία της τηλεόρασης, των κινητών τηλεφώνων και των άλλων σύγχρονων μέσων επικοινωνίας και πληροφόρησης  παρακινούσε τους παλιούς τότε ανθρώπους να πάρουν το θάρρος να σηκώνονται πολλές φορές από τη θέση τους, την καρέκλα όρθιοι και να μιλάνε από στήθους για διάφορα θέματα, επί παντός επιστητού που λέμε. Σιγά-σιγά με τον καιρό η θεματολογία στο καφενείο εμπλουτίσθηκε και επεκτάθηκε και σε άλλα ενδιαφέροντα, λιγότερο σοβαρά, όπως αφηγήματα εύθυμα, και πειράγματα ιστοριούλες δηλαδή με ήρωες τους ίδιους συγχωριανούς στο στυλ «ξέρεις τι έπαθε σήμερα ο τάδε;». Πιπεράτες δηλαδή ιστορίες βγαλμένες μέσα από την καθημερινή ζωή, επιλεγμένες όμως και διασκευασμένες έξυπνα από εμπνευσμένους τεχνίτες του λόγου, που έχουν πηγαίο ταλέντο στην αφηγηματικότητα, τόσο που βγάζουν γέλιο στο παραμικρό ασήμαντο περιστατικό. Χαρακτηριστικό γνώρισμα και προνόμιο στις παλιές κλειστές κοινωνίες, όπου οι άνθρωποι, απομονωμένοι και σχεδόν αποκομμένοι από τις εξελίξεις του ευρύτερου χώρου, εύρισκαν στις συζητήσεις του είδους που είπαμε ευκαιρία να σπάσουν το περίβλημα της εσωτερικής απομόνωσης και να εκφραστούν ελευθέρα.
Στην προφορική παράδοση κάθε τόπου, ιδιαίτερα στην επαρχία, επιζούν τέτοιες ιστοριούλες που τις μολογάνε στα καφενεία και σήμερα οι ντόπιοι, απαράλλαχτες , όπως τις άκουσαν από τους πατεράδες τους. Έχουν, με άλλα λόγια, ενδιαφέρον λαογραφικό τα αφηγήματα αυτά, καθώς διασώζουν ιστορικά τη γλώσσα και το πνεύμα του λαού μας. Κι ας μην έχουν καταγραφεί σε ξεχωριστή μερίδα επιστημονικά παρά μόνο από τη λαϊκή προφορική κατά τόπους παράδοση.
Κάντε τις συγκρίσεις, τι γινόταν χτες και τι γίνεται σήμερα, και θα το διαπιστώσετε.
Στα δικά μας τώρα.
Που λέτε, στην παρέα των δύο φίλων προστέθηκε σε κάποια στιγμή και ένας τρίτος ακόμη, ο μπάρμπα-Γιώργος. Μπάρμπας λεγόταν αρχικά ο θείος κάποιου. Με τον καιρό η σημασία πέρασε και σε κάθε ηλικιωμένο άνθρωπο, ιδιαίτερα ως πρόθεμα κυρίων ονομάτων (μπάρμπα-Κώστας, μπάρμπα-Γιάννης κλπ). Άλλη περίπτωση ετούτος, ο μπάρμπα-Γιώργος. Πιο γραφικός, πιο διασκεδαστικός, πιο εκδηλωτικός.  Με τις δικές του ατάκες. Η παλιά εποχή δεν αρέσκονταν στην ομοιομορφία, παρά έβγαζε διαφορετικά μοντέλα, τύπους ανθρώπων, με χαρακτηριστικές τις διαφορές μεταξύ τους, έτσι που ο καθένας τους είχε τη δική του ξεχωριστή θέση στην πινακοθήκη των ηρώων της καθημερινής ζωής, μοναδικός και ανεπανάληπτος.
Κάπου εδώ ίσως να εντοπίσουμε την αδυναμία και την κακοδαιμονία της εποχής μας. Που όλα τα έβαλε, ανθρώπους , ιδέες κάτω από την ισοπεδωτική ζεύγλη , το ζυγό της ομοιομορφίας. Εξαρτήματα μιας μηχανής, χωρίς έμπνευση και πρωτοβουλία. Σαν τους εργάτες στα εργοστάσια με τις ομοιόμορφες στολές. Η μεγαλύτερη δυστυχία για τους Έλληνες μετανάστες παλιότερα στη Γερμανία ήταν η ομοιομορφία και η μονοτονία στη δουλειά τους που τους έσπασαν τα νεύρα και τους δημιούργησαν ψυχολογικά προβλήματα. Άγνωστα μέχρι τότε στη ράτσα μας που μπορεί να ζούσαν φτωχικά αλλά είχαν το κεφάλι τους καθαρό και ξένοιαστο. Όπως οι τρείς φίλοι μας εδώ. Ο μπάρμπα-Κώστας, ο πατέρας μου και ο τρίτος της παρέας ο μπάρμπα-Γιώργος. Τρεις άνθρωποι, τρεις ψηφίδες στο δάπεδο φαινομενικά όμοιοι αλλά και τόσο διαφορετικοί. Κάτι που δεν τους εμπόδισε να ταιριάξουν μεταξύ τους και να αποτελέσουν ένα ακαταμάχητο τρίο. Κι ας έπαιζε ο καθένας τους το δικό του μουσικό όργανο στο δικό του σκοπό.
Αλλά θα τους δούμε καλύτερα και θα τους απολαύσουμε στο παρακάτω περιστατικό, που θα πούμε στη συνέχεια. Για να καταλάβετε.
Κι αυτά που λες, Μήτρο… ο τρόπος των παλιών που είπαμε εξαρχής.
Δεκέμβριος 2017

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ Δ. ΚΩΣΤΑΚΟΣ.