(από το βιβλίο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΚΟΥΛΑ <<Τα φορτηγά και άλλες ιστορίες>>)
Με
την πρώτη καμπάνα, νηστικοί και αγουροξυπνημένοι, δίναμε το παρόν στο προαύλιο
του σχολείου. Ακόμα και τα πρωινά του άγριου χειμώνα που λυσσομάναγε ο βοριάς
και κατσομαλλιάζαμε από το κρύο. Μόνο όταν έβρεχε, νομίζω, δεν πηγαίναμε. Μετά
από εκεί σε τριάδες και με βηματισμό, κατηφορίζαμε προς την εκκλησία.
Μέσα στο θαμπό φως που κατέβαινε με το ζόρι από τα
παράθυρα με τα χρωματιστά τζαμάκια, παίρναμε θέσεις:
αριστερά τα κορίτσια, δεξιά εμείς. Και άρχιζε το
μαρτύριο της ορθοστασίας κάτω βέβαια από το άγρυπνο βλέμμα του δασκάλου και
αυτό του Παντοκράτορα από την οροφή. Και ενώ το χέρι του
