του Μιλτιάδη Δ. Κωστάκου
Αγαπάει κανείς τον τόπο του περισσότερο από κάθε
άλλο τόπο. Κι ας είναι ο δικός του πιο φτωχός, πιο μικρός και πιο άσημος. Αυτός
είναι ο κανόνας . σπάνιες οι εξαιρέσεις του, να φύγει δηλαδή κάποιος να
ξενιτευτεί και να ξεχάσει το χωριό του, να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του.
Είπα στο προηγούμενο κεφάλαιο για την
Φιλιππιάδα πως είναι ευλογημένος τόπος και γι’ αυτό ευλογημένος ο κόσμος της.
Εξήγησα το γιατί. Ο Θεός φάνηκε γενναιόδωρος και προίκισε τη Φιλιππιάδα με
πολλές φυσικές ομορφιές και πολλές δυνατότητες για να ευπορήσει.
Αυτό ως μια γενικότερη αποτίμηση συγκριτικά
με τις γύρω περιοχές.
Αφήνουμε όμως στην άκρη τη στατιστική λογική
με τα αριθμητικά της δεδομένα και τη αντικειμενική, την ψυχρή της
συμπερασματολογία.
Εδώ μιλάει το συναίσθημα και μπροστά σε αυτό
οι στατιστικές πάνε περίπατο.
Ποιος
μπορεί να μετρήσει την αγάπη, ποια είναι
μικρότερη και ποια είναι μεγαλύτερη!
Υπάρχει μέτρο σύγκρισης; Εγώ αγαπώ
περισσότερο το χωριό μου από ότι εσύ το δικό σου;
Λέγονται τέτοια πράγματα; Νοούνται ;
Για αυτό έλεγα στην αρχή , ο καθένας αγαπάει
περισσότερο τον δικό του τόπο από κάθε άλλο τόπο.
Είναι τώρα η Παλιά Φιλιππιάδα τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μου που δεν βγαίνει με τίποτε,
τόσο έχει ταυτιστεί με την ύπαρξή μου. Και
ας μένω στο δεύτερο μισό της ζωής στη Νέα Φιλιππιάδα. Όχι πως ξεχωρίζω
την μια από την άλλη, πως έχω δυο ιδιαίτερες , ας πούμε, πατρίδες. Μια είναι η γενέτειρα , ενιαία , η
Φιλιππιάδα.
Άλλα η Παλιά Φιλιππιάδα άλλο πράγμα, πώς να
το κάνουμε. Η Παλιά Φιλιππιάδα της παιδικής μου ηλικίας και των νεανικών μου
χρόνων. Το λίκνο της δικής μου γενιάς αλλά και δυο τριών ακόμη γενεών, που
ευτύχησα να γνωρίσω εκείνα τα μακάρια χρόνια.
Γιατί από τότε ως σήμερα συνέβηκαν τόσες
αλλαγές στον γεωπολιτικό χώρο της ευρύτερης εδώ περιοχής και η Παλιά Φιλιππιάδα
μετατοπίστηκε σε δευτερότερους πόλους
από την θέση που άλλοτε κρατούσε στα εδώ κοινωνικά πράγματα.
Σήμερα η πρωτοπορία εξ ολοκλήρου ανήκει στη Νέα Φιλιππιάδα σε όλο το
φάσμα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Κάτι το οποίο δεν συνέβαινε πιο πριν
τότε που με τον ερχομό της νύχτας τα φώτα άναβαν στην Παλιά Φιλιππιάδα και
έκαιγαν ως τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες και ενώ η υπόλοιπη Φιλιππιάδα
κοιμόταν στον ύπνο του δικαίου.
Αυτή την εποχή θέλω να ζωντανέψω με τα γραφόμενα μου και μαζί της να
ζωντανέψει το πνεύμα της Παλιάς Φιλιππιάδας, το οποίο πλέον πέρασε στον χώρο
της ιστορίας.
Αυτή είναι η δική μου Παλιά Φιλιππιάδα.
Ιούνιος 2015
