8/8/15

9. Το κοτσέκι

 Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος
Λόγος Β. Η ονομασία και η βούκουλα.

Εμείς παλιά << τω καιρώ εκείνω >> κοτσέκι λέγαμε – και λέμε – το γήπεδο, τον ανοιχτό δηλαδή χώρο στο κέντρο του χωριού. Έτσι το ‘λεγαν οι πατεράδες μας, έτσι το λέγαμε και εμείς τα παιδιά. 
-Που θα πας με ρώταγε η μάνα μου, 
-στο κοτσέκι της έλεγα εγώ.

  Έλα όμως που τώρα τελευταία, πριν δυο- τρία χρόνια για να ακριβολογούμε, ακούστηκαν κάτι άλλα πράγματα. Πως το κοτσέκι είναι, λέει, τούρκικη λέξη και σημαίνει αποθήκη για τα γεννήματα, καλαμπόκια και στάρια. Πως σε κάθε χωριό παλιού καιρού ο αγάς επί τουρκοκρατίας είχε τις αποθήκες του για να βάζει τα καλαμπόκια του, που έβγαζε από τα χωράφια του και από τον φόρο της δεκάτης από τους ραγιάδες. Αυτές οι αποθήκες λέγονταν κοτσέκια.

  Δεν μου ακουγόταν καλά. Εντάξει, για το ότι η λέξη ήταν τούρκικη, καμία αντίρρηση. Ούτε η πρώτη είναι ούτε η τελευταία είναι μέσα στο δικό μας λεξιλόγιο. Αλλά ότι το κοτσέκι ήταν αποθήκη και όχι το γήπεδο όπως ήξερα εγώ, αυτό όσο να κάνεις, ήταν ένα θέμα. Εύκολα δεν αποδέχεσαι μια τέτοια γλωσσική ανατροπή. Δεν ήταν ας πούμε το ζήτημα μια διόρθωση, ν’ αλλάξεις δηλαδή όπου είναι να λες κοτσέκι, να λες αποθήκη και σκόλασε το πράγμα. Εδώ έπρεπε να αλλάξει ένας ολόκληρος γλωσσικός κώδικας εποχής. Το κοτσέκι ως εννοιολογικός όρος ήταν ο βασικός γλωσσικός άξονας, το κέντρο, γύρω  από τον οποίο χτίστηκε στην καθημερινή μας τότε κουβέντα ενας ολόκληρος εννοιολογικός κόσμος από πλήθος συμφραζόμενες δευτερεύουσες λέξεις. Πώς να τα διαγράψεις όλα αυτά με μια μονοκονδυλιά! Είναι σα να σου λένε πως δε λέγεσαι, δεν ονομάζεσαι, έτσι αλλά αλλιώς.
Το πράγμα ήθελε σκέψη.

  Ευτυχώς που λόγω της ιδιότητας μου ως δασκάλου και μάλιστα φιλόλογου, είχα μια μεγαλύτερη εξοικείωση από τον