21/1/16

Συνεδρίαση Δημοτικού Συμβούλιου Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Tην  Δευτέρα  25  Ιανουαρίου  2016  και  ώρα  19 : 00  συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιοτου  Δήμου Ζηρού  για  συζήτηση  και  λήψη  αποφάσεων  στα  παρακάτω  θέματα  της  ημερήσιας  διάταξης :
1.           Έγκριση  σταθερών  δαπανών  και  δαπανών  πάγιου  χαρακτήρα  του  προϋπολογισμού  του  Δήμου  Ζηρού  οικονομικού  έτους  2016.
2.           Έγκριση  σχεδίου  αναμόρφωσης  του  προϋπολογισμού  του  Δήμου  Ζηρού  οικονομικού  έτους  2016.
3.         Έγκριση  διάθεσης  πίστωσης  για  την  αντιμετώπιση  δαπάνης  πρωτοχρονιάτικης  πίτας  των  υπαλλήλων  του  Δήμου  Ζηρού.

13/1/16

Μεγαλώνοντας στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης: Τα 'ανταρτόπληκτα' παιδιά της 'Μεγάλης Μητέρας'

Οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται παιδοπολίτες, ενώ οι παλιότεροι τους θυμούνται ως τα 'ανταρτόπληκτα' ή 'συμμοριόπληκτα'. Η ηλικία τους σήμερα κυμαίνεται γύρω στα 75, παραμένουν όμως, όσα χρόνια και αν περάσουν, οι πρωταγωνιστές μίας φορτισμένης ιστορίας, ή αλλιώς του εμφυλίου
Adtech Ad

Από την Μαρίνα Καρπόζηλου

Τον Ιούλιο του 1947 και ενώ ο Εμφύλιος Πόλεμος ήταν σε εξέλιξη, η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη ανακοίνωσε την οργάνωση ενός πανελλήνιου εράνου με σκοπό να βοηθηθούν, σύμφωνα με το διάγγελμα της, οι βόρειες ελληνικές επαρχίες. Η Πρόνοια Βορείων Επαρχιών Ελλάδος, όπως ονομάστηκε η επιτροπή του εράνου, χρηματοδότησε την ίδρυση ενός δικτύου 53 παιδουπόλεων όπου φιλοξενήθηκαν ορφανά ή απροστάτευτα παιδιά από τις εμπόλεμες περιοχές της χώρας. Σύμφωνα με τα έγγραφα της Βασιλικής Πρόνοιας (όπως μετονομάστηκε το 1955 η Πρόνοια Βορείων Επαρχιών Ελλάδος) από το 1947 μέχρι το 1964 αποφοίτησαν από τις παιδουπόλεις 33.989 παιδιά. Η πρώτη παιδούπολη που τέθηκε σε λειτουργία τον Ιούλιο του 1947 ήταν η Αγία Ειρήνη στη Θεσσαλονίκη και ακολούθησε τον Σεπτέμβριο του ίδιους έτους ο Άγιος Κωνσταντίνος στα Ιωάννινα.

AdTech Ad

Εξετάζοντας τον Τύπο της εποχής μέσα από το Εμπρός του Αλκ. Καλαποθάκη και την κεντρώα Ελευθερία του Πάνου Κόκκα διαπιστώνουμε πως οι αναφορές στις οργανωμένες μεταφορές παιδιών στις παιδουπόλεις ήταν αραιές και φιλοξενούνταν στις τελευταίες σελίδες των εφημερίδων. Αντιθέτως, συχνές είναι οι αναφορές στο "παιδομάζωμα των συμμοριτών" ή αλλιώς στις "απαγωγές",  όπως αποκαλούσε το κυβερνητικό στρατόπεδο τις αποστολές παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες από τον Δημοκρατικό Στρατό. Ενδεικτικό είναι το πρωτοσέλιδο του Εμπρός στις 29 Δεκεμβρίου 1949 με τίτλο από ραδιοφωνική ομιλία της Φρειδερίκης "Στην Ελλάδα πενθούμε για την μοίρα 28.000 αθώων παιδιών".
Αντιστοίχως κατηγορήθηκε και το αποκαλούμενο "παιδοφύλαγμα", η συγκέντρωση δηλαδή των παιδιών στις παιδουπόλεις, ως μία κίνηση πολιτικής και στρατηγικής σημασίας προκειμένου να αποκοπούν ιδεολογικά και συναισθηματικά τα παιδιά των ανταρτών από τους γονείς τους. Παράλληλα ποικίλουν οι μαρτυρίες για τον τρόπο συλλογής των παιδιών από τις εμπόλεμες περιοχές, που σύμφωνα με την πλευρά του ΔΣΕ αποτελούσε "αρπαγή". Επίσης εξαιρετικά μελανό σημείο των παιδουπόλεων είναι και η  σύνδεση τους με κυκλώματα υιοθεσίας, κυρίως στις ΗΠΑ.
Μπορεί κατά τη διάρκεια του εμφυλίου η Ελλάδα να ήταν χωρισμένη στα δύο, πολλοί όμως παιδοπολίτες, άμεσα θύματα των ένοπλων συγκρούσεων, ισχυρίζονται πως μέσα στις παιδουπόλεις όχι μόνο δεν υπήρξαν διαχωρισμοί βάσει της οικογενειακής τους προέλευσης, αλλά και πως λόγω ηλικίας και άγνοιας σε πολλές περιπτώσεις τα ίδια τα παιδιά δεν είχαν καν πλήρη εικόνα της κατάστασης στη χώρα. Από αυτήν την άποψη θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι παιδουπόλεις δεν λειτουργούσαν ως μικρογραφίες της διχασμένης κοινωνίας. Φτάνοντας όμως στο άλλο άκρο αποτελούσαν αυτόνομους, αποκομμένους από το πραγματικό κόσμο μικρόκοσμους, όπου ως κυρίαρχη προσωπικότητα και Μεγάλη Μητέρα, ή αλλιώς "πρώτης μητέρας της Ελλάδος", προβαλλόταν η Φρειδερίκη. Ενδεικτικό της ταύτισης των παιδουπόλεων με το πρόσωπο της είναι και η έκφραση που χρησιμοποιούσαν πολλοί κηδεμόνες παιδιών λέγοντας πως "τα έδωσαν στη βασίλισσα". 
(Παιδούπολη Αγ. Δημήτριος-Θεσσαλονίκης. Αναμνηστική φωτογραφία  από την επίσκεψη της βασίλισσας Φρειδερίκης και της συνοδείας της)
Παρόλο όμως που τα παιδιά των παιδουπόλεων δεν είχαν χωριστεί σε δύο παρατάξεις, αυτό φαίνεται να άλλαξε στα μετέπειτα χρόνια, καθώς ο τρόπος με τον οποίον αφομοίωσαν και μνημονεύουν τα παιδικά τους βιώματα παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι πρώην τρόφιμοι που αμφισβητούν τον ανθρωπιστικό σκοπό των παιδουπόλεων και αναφέρονται σε ξεκάθαρη προπαγάνδα, με παραμύθια που είχαν αναφορές σε κακούς συμμορίτες, παρομοιώσεις του κομμουνιστών με φίδια και ιστορίες για αυτούς που δεν έχουν μαχαίρια και σφάζουν με κονσερβοκούτια. Ενδεικτικές είναι οι μαρτυρίες του συγγραφέα Γιάννη Ατζακά στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Θολός Βυθός. Ο ίδιος αναφέρει πως: "Ο καταμερισμός των εργασιών, η εναλλαγή στις υπηρεσίες ήταν ακριβοδίκαια μοιρασμένη, όσο και οι μερίδες του φαγητού. Η απονομή της εσωτερικής δικαιοσύνης, τόσο στην επιβολή των τιμωριών, όσο και στην απονομή των επαίνων ήταν απολύτως αμερόληπτη. Καμία διάκριση, καμία διαφοροποίηση. Αν είχαν κάνει το λάθος να ακολουθήσουν μια τακτική διακρίσεων τότε θα είχαν προκαλέσει έναν άλλον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στα παιδιά που θα είχε τη σκληρότητα που μόνο αυτά ξέρουν να επιδεικνύουν. Έτσι όμως θα είχαν κερδίσει ένα μέρος των παιδιών μόνο, και ίσως το μικρότερο. Έπρεπε, λοιπόν, να κατακεραυνώνουν και τα καταρρακώνουν συστηματικά και επίμονα τη νικημένη πλευρά, που έτσι και αλλιώς δεν είχε πουθενά πλέον δικαίωμα στον αντίλογο".
 (Παιδούπολη Αγ. Δημήτριος-Θεσσαλονίκης. Πασχαλινό τραπέζι)
Υπάρχουν όμως και οι παιδοπολίτες που αμφισβητούν τον προπαγανδιστικό και στρατηγικό σκοπό των παιδουπόλεων. Τονίζουν πως οι παιδουπόλεις και κατ’ επέκταση η Φρειδερίκη τους έσωσαν από τον υποσιτισμό, τους πρόσφεραν στέγη, εκπαίδευση και ασφάλεια. Ο κύριος Λέων Γερασίμου που έζησε σε τρεις διαφορετικές παιδουπόλεις, από το 1948 έως και το 1955, εκπροσωπεί αυτήν την οπτική και αναφέρει πως: "Αν δεν ήταν η παιδούπολη δεν ξέρω πού θα βρισκόμουν. Τον πατέρα μου τον έχασα το 1945. Το 1948 με έφερε η μητέρα μου στη Θεσσαλονίκη και μπήκα στην παιδούπολη Αγίας Ειρήνης. Ήμασταν 4 αδέρφια και εγώ ήμουν ο μεγαλύτερος, 10 χρονών. Μόνο εγώ μπήκα στην παιδούπολη, τον αδερφό μου τον πήρε μία οικογένεια για 2 χρόνια και τα δύο κορίτσια έμειναν με τη μητέρα μου. Στα εισιτήρια του θεάτρου και του κινηματογράφου θυμάμαι να αναγράφεται η εισφορά για την Πρόνοια Βορείων Επαρχιών Ελλάδος. Στις παιδοπόλεις έμεινα μέχρι το 1955, ήμουν μέτριος μαθητής και τότε εφαρμοζόταν ο όρος του 17 και έτσι έφυγα. Από όλους τους συμμαθητές μου έλειπε ή ο ένας γονέας ή και οι δύο. Όταν έγινε ο επαναπατρισμός υπήρχαν μανάδες ή πατεράδες που παντρευτήκαν ξανά και θυμάμαι τουλάχιστον 2 – 3 παιδιά που έφυγαν τότε από τη παιδόπολη και γυρίσανε πίσω, επειδή όπως είπαν δεν τα ήθελαν οι καινούργιοι σύζυγοι". Παρόμοια είναι και η άποψη του κυρίου Αντώνη Βενέτη, που σε ηλικία 4 ετών μεταφέρθηκε, βιαίως όπως αναφέρει ο ίδιος, από τη Μουργκάνα στην Αλβανία και την Ουγγαρία και επέστρεψε στην Ελλάδα στο 1954. Το χωριό τους είχε πλέον καταστραφεί οπότε την επόμενη χρονιά με αίτηση του πατέρα του μπήκε στην παιδούπολη Ζηρού. Ο ίδιος δηλώνει πως "οι παιδουπόλεις επούλωσαν τις πληγές μου", ενώ έχει καταθέσει την προσωπική του εμπειρία στο βιβλίο του Επιστολές (εκδόσεις Αρμός).
(Παιδούπολη Αγ. Ειρήνη-Θεσσαλονίκης. Ο μικρός Νικόλ. Τσελεπής μαθαίνει στα παιδιά την χρήση του άβακα)
Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές εμπειρίες και τον τρόπο που αναδρομικά σκέφτονται γύρω από αυτές, ο όρος παιδοπολίτης συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας όλων όσοι πέρασαν στις παιδουπόλεις ένα σημαντικό, αν όχι το μεγαλύτερο, μέρος της παιδικής τους ηλικίας. Η εμπειρία της παιδούπολης ήταν ταυτόχρονα μια εμπειρία μετακίνησης: η εκμάθηση μιας τέχνης, γραφειοκρατικές ανακατατάξεις και η συνέχιση των σπουδών σήμαιναν τη μετάβαση από τη μια παιδούπολη στην επόμενη. Ο χρόνος σε ορισμένες περιπτώσεις έχει δυναμώσει το αόρατο νήμα που συνδέει τους παιδουπολίτες μεταξύ τους, τουλάχιστον αυτών που μοιράζονται παρόμοιες μνήμες. Το 2007 δημιουργήθηκε ο πανελλήνιος Σύλλογος Αποφοίτων Παιδοπόλεων που εδρεύει στην Άγρια Βόλου, ενώ ανά διαστήματα δημιουργήθηκαν και άτυποι σύλλογοι από τους απόφοιτους της κάθε παιδούπολης ξεχωριστά.
(Παιδούπολη Αγ. Αλέξανδρος-Ζηρός Φιλιππιάδος)

(Παιδούπολη Αγ. Αλέξανδρος-Ζηρός Φιλιππιάδος. Αναμνηστική φωτογραφία δασκάλου που μαθαίνει στους τροφίμους την πτηνοτροφία)
Το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου (1949) σήμανε το τέλος του κύκλου για τις περισσότερες παιδουπόλεις. Όσες συνέχισαν τη λειτουργία τους επέκτειναν προοπτικά τις δραστηριότητες τους φιλοξενώντας για παράδειγμα σεισμόπληκτα παιδιά από το Ιόνιο το 1953 και τον Βόλο το 1955. Την ίδια χρονιά, το 1955, μπήκε σε εφαρμογή και το βαθμολογικό κριτήριο του 17, οπότε όσοι μαθητές Γυμνασίου είχαν μικρότερο Μέσο Όρο δεν μπορούσαν να παραμείνουν στην παιδούπολη για να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Το 1970 η Βασιλική Πρόνοια μετονομάστηκε σε Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας. Ορισμένες παιδουπόλεις όπως για παράδειγμα η Καλή Παναγιά στη Βέροια, συνέχισαν τη λειτουργία τους μέχρι και τη δεκαετία του 1980. Σήμερα στη Θεσσαλονίκη στον χώρο της πρώην Παιδόπολης Ωραιοκάστρου λειτουργεί ο ξενώνας ασυνόδευτων ανηλίκων Άρσις, στην Καβάλα λειτουργεί ο Άγιος Γεώργιος - Φίλοι Παιδόπολης, στη Φλώρινα το Κέντρο Προστασίας Παιδιού - πρώην Παιδόπολη Αγία Όλγα, ενώ στην πρώην Παιδόπολη Βόλου στεγάζεται η ΕΛΕΠΑΠ Βόλου. 
Η μνήμη των παιδουπόλεων παραμένει ζωντανή, όχι μόνο μέσα από τα κτίρια που φιλοξενούν τις παλιές δομές που έχουν μετασχηματιστεί, αλλά κυρίως μέσα από τις αφηγήσεις, τις επιστημονικές μελέτες και τα μυθιστορήματα όπου οι πρωταγωνιστές, παρά το δυσανάλογο -για την ηλικία τους- φορτίο που κλήθηκαν να κουβαλήσουν, εξακολουθούν να είναι παιδιά.  
"Από αρκετό καιρό πριν, μου είχε μπει η ιδέα να γράψω ένα μεγάλο γράμμα στη γιαγιά μου και πρόσεχα στο αναγνωστήριο τα άλλα παιδιά πως έγραφαν στους δικούς τους. Ήμουν πια στα μισά της Δευτέρας, είχα μάθει να γράφω και ήθελα να κάνω εντύπωση στη γιαγιά μου (…) Για τον πατέρα μου δεν έγραφα τίποτε. Το καταλάβαινα μέσα μου, χωρίς όμως να μπορώ να το εξηγήσω, ότι αυτός ήταν η αιτία που με πήραν από το χωριό, κι ας είχα να τον δω περισσότερο από δυο χρόνια. Όταν ήμουν πολύ μικρός, θυμόμουν ότι πάντα έλειπε από το σπίτι, κι αργότερα, όποτε μιλούσαν γι’ αυτόν πάντα χαμήλωναν τη φωνή (…) Μετά έκλεισα το γράμμα σε ένα φάκελο που είχε πάνω τη σφραγίδα της παιδόπολης, έγραψα απ’έξω 'γιαγιά, χωρίον' και το πήγα στη Μαρίκα για να το στείλει". (Απόσπασμα από το βιβλίο Θολός Βυθός – βραβευμένο με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος [2009], του Γιάννη Ατζακά).

* Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο καθώς και τα στοιχεία τους βρίσκονται στα χέρια του παλαιού παιδοπολίτη Λέοντα Γερασίμου.

πηγή http://news247.gr/

3/1/16

2016. ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΧΡΟΝΙΑ…ΩΣ ΣΥΝΗΘΩΣ;

Θα ήμουν γύρω στα 7, μια παραμονή Πρωτοχρονιάς… άπειρα χρόνια πριν. 
Όλα ήταν έτοιμα για να υποδεχτούμε τον καινούργιο χρόνο. Ένα παλιό ραδιόφωνο έπαιζε εορταστικούς ρυθμούς, το φαγητό είχε ψηθεί και μοσχομύριζε, είχαμε φουσκώσει τα μπαλόνια και ήμασταν με τις καρφίτσες στο χέρι εγώ και ο πατέρας μου, με το που θα πάει 12 ακριβώς να τα σκάσουμε… Ο αδερφός μου μωρό, η μάνα μου ετοίμαζε το τραπέζι… Άρχισε κάποια στιγμή η αντίστροφη μέτρηση από τον εκφωνητή:
5,…4, …3, …2, …, 1,… ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ! ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ! Σβήσαμε στιγμιαία τα φώτα να φύγει ο παλιός χρόνος μέσα στα σκοτάδια, τα ξανανάψαμε γρήγορα μην τσακιστεί ο νέος στο έμπα του, σκάσαμε τα μπαλόνια να γίνει σαματάς με τον ερχομό του- τρόμαξε και το μωρό και άρχισε να κλαίει- και αρχίσαμε τα φιλιά και τις αγκαλιές, με τις ευχές να βγαίνουν μαζεμένες και γρήγορες, να τις ακούσει ο νέος χρόνος και να βιαστεί να τις πραγματοποιήσει! Κι εκεί που τελείωσε η ιεροτελεστία, αλλάξαμε και τα φτωχικά δωράκια μας και στρωθήκαμε να φάμε, κάνω εγώ την ερώτηση-φωτιά:

-Δεν μου λες μπαμπά, γιατί γιορτάζουμε με τόση χαρά τον ερχομό της καινούργιας χρονιάς;

-Ε, γιατί είναι κάτι νέο στη ζωή μας παιδί μου, απαντάει ο σοφός κυρ-Αριστείδης, και ελπίζουμε ότι θα φέρει καλύτερα πράγματα για όλους μας.

- Ναι, αλλά αν έχει οριστεί μια ημερομηνία που θα πεθάνουμε-συνεχίζω ακάθεκτη εγώ- κάθε Πρωτοχρονιά μάς φέρνει πιο κοντά σ’ αυτή την ημερομηνία, άρα έπρεπε να είμαστε λυπημένοι ή έστω να μην τη γιορτάζουμε καθόλου.

Το βλέμμα του πατέρα μου καθώς γύρισε και κοίταξε τη μάνα μου, το θυμάμαι ολοζώντανα. Ήταν σαν να έλεγε: «Τι είπε τώρα;» Δεν θυμάμαι τι μου απάντησε-αν μου απάντησε. Υποθέτω ότι θα σκέφτηκε πως έκανε ένα πανέξυπνο παιδί. Δεν θα του πέρασε καν από το μυαλό ότι ίσως έκανετο πιο απαισιόδοξο παιδί του κόσμου. Ποιο φυσιολογικό παιδάκι στα 7 του σκέφτεται έτσι;

Κάθε πρωτοχρονιά λοιπόν, που το σκηνικό επαναλαμβάνεται-το «συνήθειο» με τα μπαλόνια το πέρασα και στα παιδιά μου- την ώρα που σβήνουμε τα φώτα-κι αυτό το κράτησα- και είμαστε με τα μπαλόνια και τις καρφίτσες στο χέρι, αυτή η εικόνα ζωντανεύει μπροστά μου. Κι όταν αργότερα όλοι πέφτουν για ύπνο, εγώ αρχίζω να θυμάμαι τις παλιές παιδικές Πρωτοχρονιές μου, τις τόσο δύσκολες αλλά και τόσο όμορφες και αγνές…Την παραμονή, με τα λεφτά από τα κάλαντα, αγόραζα από την κυρά-Γκούγιαινα ένα καλσόν για τη μάνα μου και από ένα ζευγάρι κάλτσες για τον πατέρα μου και τον αδερφό μου. Φτηνά, απλά δώρα, πασπαλισμένα όμως με τόση αγάπη!(Το ωραίο ήταν ότι ενώ ήξεραν κάθε χρόνο τι δώρο θα πάρουν με την αλλαγή του χρόνου, έδειχναν τέτοια έκπληξη και χαρά…)

Την άλλη μέρα, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, είχαμε το άγχος ποιον θα δούμε πρώτο! Τι πλάκα! Αγωνία, αν ο πρώτος άνθρωπος που θα δούμε για τη νέα χρονιά θα είναι νέος, όμορφος, γερός! Συνήθως βλέπαμε την κυρά-Βασίλω(Ζάμπου) ή την κυρά-Σεβαστή (Χουλιάρα), μιας και έμεναν απέναντί μας. Και όταν καταλάβαινε η μάνα μου ότι απογοητευόμασταν γιατί δεν ήταν αυτό που περιμέναμε, μας έλεγε καθησυχαστικά ότι είναι και οι δύο καλές και γερές γυναίκες, οπότε θα είμαστε όλη τη χρονιά κι εμείς καλοί άνθρωποι και γεροί από υγεία. Και ύστερα,μας πήγαινε στο μπαλκόνι και μας έβαζε να κοιτάξουμε προς τα βουνά, που ήταν πάντα χιονισμένα-υπήρχαν εποχές βλέπετε τότε-για να γίνουμε λέει, γεροί σαν τα βουνά και να γεράσουμε με άσπρα μαλλιά σαν τα χιόνια!
(Α, παρεμπιπτόντως μάνα να σου πω ότι αυτό με τα άσπρα μαλλιά, «έπιασε» λίγο νωρίτερα και χρειάστηκε να αρχίσω το βάψιμο πριν τα 40 μου!)

Και μετά… Αγωνία για το ποιος θα κάνει ποδαρικό για τη νέα χρονιά!Συνήθως… στρατολογούσε η μάνα μου τον Αποστόλη ή τον Βησσάρη τον Ζαρμπαλά να έρθουν, γιατί το ποδαρικό από παιδάκι σήμαινε κατ’ ευθείαν καλή πορεία της χρονιάς που ξεκίνησε. Αμ, το άλλο; «Ό,τι κάνουμε την πρώτη μέρα του χρόνου, αυτό θα κάνουμε όλη τη χρονιά», μας έλεγε. Και δωσ’του να συμμαζεύουμε εμείς τα πράγματά μας και να διαβάζουμε κάποιες ώρες για να εξασφαλίσουμε ότι όλη τη χρονιά θα είμαστε τακτικοί και μελετηροί.

Αχ, αξέχαστα έθιμα, απλά- όπως και η τότε εποχή- αλλά τόσο όμορφα!

Κι εγώ αγωνίζομαι να περάσω στα παιδιά μου κάποια από αυτά, ενώ η ζωή τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και οι αλλαγές σαρώνουν τα πάντα γύρω μας.
Και προσπαθώ να μη σκέφτομαι κάθε πρωτοχρονιά, εκείνη την περίεργη ερώτηση που είχα κάνει στον πατέρα μου, τότε στα 7 μου. Αλλά όλο και περισσότερο τη σκέφτομαι κάθε χρόνο…

Αλήθεια, γιατί χαιρόμαστε και γιορτάζουμε; Επειδή οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη να χαιρόμαστε και να γιορτάζουμε, είναι η απάντηση στην οποία κατέληξα μετά από τόσα χρόνια. Επειδή έχουμε ανάγκη την ψευδαίσθηση του νέου. Άλλαξε ο χρόνος και άρα θα αλλάξουν πράγματα στη ζωή μας. Λες και θα γυρίσουμε έναν μαγικό διακόπτη και θα μπούμε σε μια άλλη πραγματικότητα, ασφαλώς ωραιότερη από πριν.

Για σκεφτείτε λίγο: Τι θα αλλάξει αλήθεια; Η ηλικία μας, τα κιλά μας ίσως, ο αριθμός των καταδιωγμένων που θα ψάξουν διέξοδο στη χώρα μας, οι επιχειρήσεις που θα κλείσουν, το όνομα του φόρου, η ηλικία συνταξιοδότησης, το ποσό τού εφάπαξ, ο αριθμός των ανέργων, οι συντάξεις, οι μισθοί, η μάρκα των ηρεμιστικών μας- τα προηγούμενα δεν κάνουν τίποτε πια-, οι αυτοκτονίες…
Όλα αυτά είναι πολύ πιθανόν να αλλάξουν.

Μα εμείς, θα μου πείτε, έχουμε ανάγκη να αλλάξουν σημαντικά πράγματα στη ζωή μας τη νέα χρονιά. Γι’ αυτό βάζουμε στόχους.
Ωραίο είναι να βάζεις στόχους, συμφωνώ. Και πιο ωραίο είναι να τους πετυχαίνεις. Αλλά τι στόχους; Να αδυνατίσω, να πίνω πιο πολύ νερό, να πάω γυμναστήριο, να κόψω το κάπνισμα; Δε λέω, στόχοι είναι κι αυτοί. Αλλά στην κατάσταση που βρισκόμαστε τώρα ως άνθρωποι και ως χώρα, οι στόχοι μας νομίζω ότι πρέπει να αλλάξουν. Να βάλουμε στόχο, ας πούμε, τη νέα χρονιά να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Να αγαπάμε πιο αληθινά και χωρίς συμφέρον. Να βάλουμε στόχο να ξανακερδίσουμε τη χαμένη μας αξιοπρέπεια. Ή να ξανακερδίσουμε την πατρίδα μας. Τέτοιους στόχους μπορούμε να βάλουμε; Μπορούμε να τους πετύχουμε; Τότε μόνο θα έχει νόημα ο ερχομός της νέας χρονιάς! Τότε μόνο θα νιώσουμε το «καινούργιο» να κατακλύζει τη ζωή μας!

   Συγγνώμη για την απαισιοδοξία που μπορεί να κουβαλάει το κείμενό μου. Ξέρω ότι δεν είναι και το καλύτερο συναίσθημα για γιορτινές μέρες. Αλλά… από τα 7 μου φαινόταν! Το μόνο που δεν έχω ξεδιαλύνει ακόμη είναι το αν η πορεία της ζωής σου σε κάνει απαισιόδοξο ή αν η απαισιοδοξία καθορίζει την πορεία της ζωής σου!

Καλή χρονιά σε όλους σας με υγεία και υψηλούς στόχους!

Γκέλυ Γεωργούλα
Πρωτοχρονιά  2016

Υ.Γ.: Ευχαριστώ το φίλο μου Δημήτρη που, για μια ακόμη φορά, διόρθωσε τις αβλεψίες μου λίγο πριν τη δημοσίευση του κειμένου! Εύχομαι υγεία και πολλές χαρούμενες στιγμές στον ίδιο και στην γλυκιά Αναστασία του!