30/12/16

Χριστουγεννιάτικη βραδιά με ποίηση και μουσική.

 Μία ιδιαίτερη βραδιά έζησαν όλοι, όσοι συμμετείχαν την Πέμπτη το βράδυ 29 Δεκεμβρίου 2016  στην εκδήλωση του "Συλλόγου περί Βιβλίου" "Χριστουγεννιάτικα αναγνώσματα " , που πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο ILIANA.
Μία βραδιά λογοτεχνίας και μουσικής, που χάρισε στους παρευρισκόμενους με τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες της σκέψεις και συναισθήματα τρυφερότητας, αγάπης, ελπίδας και αλληλεγγύης.
  Χριστουγεννιάτικα κείμενα διάβασαν οι κυρίες Παππά Ιωάννα, Θεοχαροπούλου Ιωάννα, Φασιά Παναγιώτα, Γιαννάκου Τέσσυ, Αναγνώστου Βιβή και Μάστορα Ευγενία.
 Έπαιξαν μουσική και τραγούδησαν οι Μαγκλάρας Βαγγέλης,Τάγκα Ελεάννα και Τάγκα Βάσια.

 Ακολούθησε φιλική συζήτηση με ζεστό καφέ, γλυκά εδέσματα και αγαπημένες μελωδίες με την αμοιβαία υπόσχεση τόσο των διοργανωτών όσο και των συμμετεχόντων ανάλογες εκδηλώσεις να επαναληφθούν και στο μέλλον.


28/12/16

Χριστουγεννιάτικα αναγνώσματα


Ο "Σύλλογος περί Βιβλίου"  την Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου και ώρα 19:30 στο ξενοδοχείο "Iliana",διοργανώνει εκδήλωση.Θα διαβαστούν χριστουγεννιάτικες ιστορίες,που θα επαναφέρουν στη μνήμη μας στιγμές από περασμένες εποχές και θα "ξυπνήσουν" ελπίδες για το μέλλον..
.Μια βραδιά νοσταλγίας και τρυφερότητας με "συντροφιά" ήρωες χριστουγεννιάτικων ιστοριών, αγαπημένες μελωδίες,ζεστό καφέ και γλυκά εδέσματα..

20/12/16

30.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

Η περιπέτεια του καλαμποκιού.Τα στουμπίσματα.
του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
Περνάει το καλαμπόκι περιπέτειες; Περνάει, λέω εγώ. Μεταφορικώς. Ως σχήμα λόγου δηλ. Όπου οι περιπέτειες των ανθρώπων μεταφέρονται στα άψυχα πράγματα. Σα να έχουν κι αυτά ψυχή, χαίρονται και λυπούνται. «Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται». Η πλαστική, η μεταποιητική δύναμη του λόγου που μετουσιώνει πράγματα και καταστάσεις. Το καλαμπόκι εδώ είναι ένα αφήγημα στη μεγάλη περιπέτεια του ανθρώπου. Και δεν παίζω με τις λέξεις.
Είχαμε μείνει στα «ξεφλουδίσματα». Τότε παλιά, που οι ξεφλουδισμένες ρόκες σωρός μέσα στο σπίτι περίμεναν την επόμενη δοκιμασία.
Σειρά τώρα είχαν τα στουμπίσματα. Το στούμπισμα του καλαμποκιού. Αυθαιρεσία δική μου είναι η λέξη «στουμπίσματα» στον πληθυντικό.
Κανονικά οι νοικοκυρές τότε έλεγαν «απόψε στο σπίτι θα στουμπίσουμε τις ρόκες». Στουμπίσματα τα λέω εγώ τώρα κατ΄ αναλογία προς τα ξεφλουδίσματα, που από μόνη της η λέξη παραπέμπει στη συγκεκριμένη εργασία. Έτσι σκέτη, χωρίς άλλους προσδιορισμούς.
Έπρεπε να ξεσπυριστούν οι ρόκες για να βγει το καλαμπόκι. Δουλειά ζόρικη και μπελαλίδικη. Τα σπυριά, το καλαμπόκι, ήταν σειρές εμφυτευμένα κατά μήκος στο κότσαλο, το ένα σχεδόν κολλητά στο άλλο και ήταν δύσκολο να τα ξεσπυρίσει κανείς με τα χέρια.
Η λύση, ο τρόπος, ήταν το στούμπισμα, το κοπάνισμα δηλ με τα παλούκια. Δουλειά που απαιτούσε δύναμη και ζόρι πολύ. Μπροστά σου είχες βουνό τις ρόκες και έπρεπε να τις κοπανάς ανεβοκατεβάζοντας το στειλιάρι ακατάπαυτα, για να έχεις αποτέλεσμα. Έπεφτε με ορμή το ξύλο πάνω στις ρόκες και τα κλωνιά, ξερά και σκληρά όπως ήσαν, εκτινάσσονταν εδώ κι εκεί ολόγυρα σαν θυμωμένες σφήκες. Σε κάποια ώρα σταμάταγες να ξεκουραστείς. Αλλά και στο διάστημα αυτό ξεσπύριζες τις δαρμένες ρόκες από τα κλωνιά που είχαν απομείνει μετά το δάρσιμο πάνω στο κότσαλο. Κάτι που σχετικά ήταν εύκολο να γίνει πλέον με τα χέρια. Αλλά αυτό για λίγο. Όσο να πάρεις δυο ανάσες, να πιείς και κάνα πιοτό. Γιατί αν ξεχνιόσουν και παρατραβούσε το διάλειμμα, ένιωθες τα μέλη σου να βαραίνουν και άντε πάλι να βάλεις μπροστά τη μηχανή. Έπρεπε να ξαντεργάνεις, ν΄ αποτελειώσεις τη δουλειά μια ώρα αρχύτερα.
Έπειτα ήταν και το άλλο. Όσο το καλαμπόκι έμενε στο σπίτι, εκτός των άλλων, είχε και ένα πρόσθετο μπελά. Τα βράδια, όταν σβήναμε τη λάμπα ( πετρελαίου με λαμπόγυαλο) και πέφταμε για ύπνο τότε συνέβαινε ένα πράγμα που δεν θα το ξεχάσω ενόσω ζω. Εκεί που κοιμόσουν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι σε κάποια στιγμή ένιωθες κοιμισμένος κάτι να σέρνεται στο λαιμό και στο πρόσωπο σου. Κάτι ζωντανό και κρύο, ένα μικρό πλάσμα που περπατούσε χιλιοστό το χιλιοστό πάνω στο δέρμα σου. Μισοξύπναγες και έκανες ενστικτωδώς έτσι μια κι έπιανες με το χέρι σου το πράγμα εκείνο και το ζούλιζες και αυτό έσπαζε. Όταν την άλλη στιγμή ξύπναγες καταλάβαινες ότι επρόκειτο για σκουλήκι από τη γλοιώδη μάζα που κρατούσες στο χέρι. Από την έκπληξη τότε περνούσες στον τρόμο, έτσι που ήταν πήχτρα το σκοτάδι μέσα στο δωμάτιο. Για κάμποσα λεπτά της ώρας παρέμενες αλαλιασμένος μη μπορώντας να συνέλθεις.
Τι συνέβαινε. Οι ρόκες τον καιρό εκείνο ήταν κάτι φυτά αδύνατα και κακορίζικα από το σπόρο και στον καρπό τους έβρισκαν κατοικητήριο τα σκουλήκια από τα οποία ως γνωστόν βρίθει ο κάμπος. Έτσι μαζί με τις ρόκες κουβαλούσαμε στο σπίτι και τα σκουλήκια μαζί. Κάτι σκουλήκια υπόλευκα και παχιούτσικα με ένα κοκκινωπό ρύγχος μπροστά. Σιγά-σιγά από την τρομάρα περάσαμε στην αηδία. Ώσπου τα συνηθίσαμε. Συνηθίζει ο άνθρωπος και σε χειρότερες καταστάσεις.
Πάντως ήταν κι αυτός ένας λόγος να ξεμπερδεύουμε το ταχύτερο δυνατόν με τα σκουλήκια.
Υποθέτω πως φαντάζεστε ότι τα λέω αυτά από την τσέπη μου. Πώς υπερβάλλω. Ένα σας λέω μόνο. Τέτοιες καταστάσεις και τέτοια απρόοπτα ήταν συνηθισμένα βιώματα εκείνο τον καιρό. Αυτό ήταν από τα μικρότερα, τα λιγότερο ανώδυνα.
Όταν κάποτε τελείωνε η δουλειά, το στούμπισμα –ένα βράδυ κράταγε, δυο ανάλογα με τη σοδειά- απέμεναν στο σπίτι δυο μικρότεροι τώρα σωροί. Από εδώ λίρα το καλαμπόκι και από εκεί μεγαλύτερος ο σωρός με τα κότσαλα. Αυτά θα χρησίμευαν αργότερα για τη φωτιά στο φούρνο ως προσανάμματα.
Το καλαμπόκι η μάνα το σάκιαζε σε τσουβάλια.
Έπρεπε τώρα να το στεγνώσουμε, γιατί κράταγε ακόμη υγρασία από τη χλωρασιά του κι ας είχε παραμείνει κοντά ένα μήνα στον κάμπο να το ξεράνει ο ήλιος και ο αέρας.
Άλλος μπελάς κι αυτός. Να στεγνώσει το καλαμπόκι μια κουβέντα ήταν. Χρειάζονταν δουλειά πολλή ακόμα.
Τις μέρες που έκανε ήλιο, μήνα Οκτώβριο, Νοέμβριο – Θέμα καιρού ήταν η άργητα- μας φώναζε η μάνα ν΄ απλώσουμε το καλαμπόκι έξω στην αυλή και παραέξω στο σιάδι πάνω στις κουβέρτες και στις στρώσεις που είχαμε στο σπίτι. Δηλ. άδειασμα από τα σακιά και στρώσιμο. Μια έκταση κάτω κοντά στο μισό στρέμμα. Μπορεί λιγότερο. Αφήναμε το καλαμπόκι απλωμένο να το βαράει ο ήλιος με τον αέρα και εκεί κατά απόγευμα με τους πρώτους ίσκιους το μαζεύαμε και το βάζαμε στα τσουβάλια για το σπίτι. Το ίδιο πράγμα γινόταν πολλές φορές όσο να στεγνώσει το καλαμπόκι για να το πηγαίναμε κατόπιν στον μύλο να γίνει το αλεύρι. Και μετά το αλεύρι να γίνει ψωμί.
Είδατε, μια ολόκληρη περιπέτεια που σας έλεγα στην αρχή. Και παρέλειψα ως ευκόλως εννοούμενες δουλειές, όπως όργωμα, σπορά, ποτίσματα, αργέματα, λιπάσματα, ραντίσματα. Που είναι ο κοινός παρονομαστής σε όλες τις γεωργικές καλλιέργειες. Δουλειές που οι περισσότερες, αν όχι όλες, σήμερα γίνονται με τα μηχανήματα.

Τότε γίνονταν με τους ζευγολάτες και τα ζώα, άλογα ή βόδια και με ξύλινα άροτρα πιο παλιά. Και έτσι αισίως φτάνουμε στο ψωμί την θρυλική μπομπότα.   
Μιλτιάδης Δ,Κωστάκος

Δεκέμβριος 2016    

13/12/16

Η εκδήλωση με τις παλιές φωτογραφίες της Φιλιππιάδας

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε 
το Σάββατο 10 Δεκ 2016 
 στο Πνευματικό Κέντρο Φιλιππιάδας εκδήλωση με τίτλο
ΑΠΟΨΕ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 
και διοργανωτή το filoiko
(το video από την εκδήλωση)

Από το πρώτο μέρος της εκδήλωσης με τίτλο 
Το βάλς της ΕΥΑΝΘΙΑΣ ΡΕΜΠΟΥΤΣΙΚΑ με τίτλο CAROUSEL 
χόρεψαν οι ΣΤΕΛΛΑ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΑ και 
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ στο φόντο μια φωτογραφία της Φιλιππιάδας από το 1956 

11/12/16

ΣΤΟ ΠΑΝΙ...

Σαββάτο 10 Δεκεμβρίου του 2016.
Αναποφάσιστα τα σύννεφα και σήμερα.Μιά κλαίγανε,μιά γελάγανε.Ο ήλιος που χάνετε σιγά-σιγά τον κρύβανε όλη μέρα σήμερα πεισματικά.Αλλά τί λέω,κι αυτά σήμερα είχαν τη δική τους γοητεία.Απλά και όμορφα.Κάνουμε τη βόλτα μας εγω και ο φίλος μου,στην όμορφη στολισμένη πόλη μας.Λάμπες,λαμπάκια,μικρά,μεγάλα,απλωμένα παντού,περιμένουν κι αυτά ν'ανοίξουν τις αγκάλες τους για το Θείο Βρέφος που σε λίγες μέρες θα'ρθει.Και μετά το 2017.Άλλες 365 ημέρες χαθήκαν κι'αυτές στο χρόνο.Τόσο μα τόσο γρήγορα.
Το μάτι του φίλου μου,πέφτει σε μιά αφίσα στο τζάμι ενός καταστήματος. 
Με το ΦΙΛΟΙΚΟ απόψε θα δούμε παλιές φωτογραφίες.
Τον προλαβαίνω!Μήν το πείς;Το ότι το σκέφτηκες το ξέρω!Μα...μου λέει.Δε γουστάρεις μια βουτιά πίσω στο χρόνο;Πάμε δεκα λεπτά και φεύγουμε μετα.
Παλιές φωτογραφίες λέει.Στο...πανί!
Να μήν του χαλάσω το χατήρι,τα βήματά μας,μας οδηγούν στην Πνευματική αίθουσα του Δήμου.Πρώτη φορά μπαίνω σ'αυτό το τριπάκι.
Στο πανί,παλιές φωτογραφίες.Μέσα δεν ακούγετε ούτε αναπνοή!Παλιές φωτογραφίες παρελαύνουν η μία μετά την άλλη.Ξεθωριασμένες στο χρόνο,λίγο κιτρινίζουν στις άκρες,τσαλακωμένες,σαν ρυτίδες προσώπου,μυρίζουν πολυκαιρία.Πού το πάει ο τύπος σκέφτομαι!Κι όλα αυτά στο...πανί!
Κοιτάζω.Βλέπω μια μεγάλη αγκαλιά μιας μάνας.Τη γλυκιά αγκαλιά,ασπρόμαυρη,στα 1952 είναι αυτή;Και όλα αυτά σε ένα πανί!Σκέφτομαι.Άν δεν θέλεις να χαθεί ρε μάγκα αυτή η αγκαλιά,δεν χάνετε μα ούτε στο πανί!
Χωρίς να το καταλάβω,είμαι ήδη στη δεύτερη σειρά τον καθισμάτων!Ο φίλος μου έχει χαθει μέσα στον κόσμο.
Στο πανί μικρα παιδιά.Παριστάνουν τους μεγάλους!Όπως όλοι μας κάποτε.Τρομάρα μας.Βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε!Οι πρώτες φιλίες,οι πρώτοι έρωτες,όλα μα όλα αυτά,στο...πανί!
Άαα κοίτα πως ήταν ηηηη..τότε;Παιδιά στα θρανία,σχολική εκδρομή.Πώ-πώ!Εκδρομή.Η ξενοιασιά της εφηβείας.Οι τρέλες.
Κι όλα αυτά στο πανί!Στο παγκάκι στο Ζηρό.Πώωωω ρε μάγκα!Που χαράζαμε ο Κ+Γ=LOVE,κι όλα αυτά τα βλέπω απόψε σε ένα πανί!
Πού το πάει ο τύπος σκέφτομαι;Απο μέσα μου,με έπιασα να σιγομουρμουράω.Δεν ξεχνάς αν δε θες να ξεχάσεις.Κι αυτός απόψε,τό'χει πετύχει!Ταξίδι στο χρόνο.Και που όλα αυτά;Σε ένα..πανί!
Με σκουντάει ο φίλος μου.Πού'σαι ρέ;Σε έχασα.Ακούγετε ένα σοοούύύτ παιδιά να δούμε.Έπιασα τον εαυτό μου,να έχει ένα κόμπο στο λαιμό.Ένα δάκρυ,ευτυχώς,πρόλαβα και το καμουφλάρισα μέσα στο σκοτάδι!Εγώ που πήγα σχεδόν τραβώντας,καλάά,απλά να μην χαλάσω την ιδέα του φίλου μου,με πιάνω αυτή τη στιγμή να συγκινούμαι.Μπά σε καλό μου!Εγώ;Απ'το...πανί;Εγω με είχα για..ποιό,στο πανί παλιές φωτογραφίες,η μία μετα την άλλη.
Σκέφτομαι ξανα.Τελικά όταν είσαι συμφιλιωμένος με τις αναμνήσεις του παρελθόντος,μπορείς να χαράξεις ένα πολύ καλύτερο μέλλον στη ζωή σου.Έβγαλα εγώ ο σκληρός ένα μουλωχτό συμπέρασμα,γιατί με έπιασα να μου φεύγει ένα ακόμη δάκρυ!Μα απ'το πανί;
Οι ξεθωριασμένες του αναμνήσεις,οι ασπρόμαυρες,αυτού του τύπου,με πάνε μία στο παρελθόν,και μία στο παρόν.
Και όλα αυτά σ'ένα πανί!Και δεν το κρύβω,ότι με έχει συγκινήσει αυτή η ξεθωριασμένη του βόλτα απόψε!
Ααα...με έχει και μένα ο τύπος στο πανί!Πρώτο πλάνο εγώ,στο...πανί!Ο φίλος μου το κρατούσε σαν έκπληξη,και του την έδωσε και τη δική μου!
Το βράδυ στο σπίτι,μετα απο αυτή μου την ασπρόμαυρη περιπέτεια,γράφω αυτές τις αράδες.
Απ'το άλλο δωμάτιο φωνάζει η αδερφή μου.Την ακούω να λέει στη φίλη της,ότι θα τις στείλει τις νέες ΣΕΛΦΙ!Τις ποιές;
Εμένα ακόμη στο μυαλό μου,είναι οι αραδιασμένες παλιές φωτογραφίες στο πανί.
Σήμερα ταξίδεψα και πέρασε απ'το ΦΙΛΟΙΚΟ και το πανί του,όλη μου η ζωή.Με έκανε να ζήσω ταξίδια σε δρόμους που είχα ονειρεύτει.Και όλα αυτά μέσα απο ένα πανί!Τρώω ένα φλας!
Θέλω να πω σε όλους,όσους μπορώ,να αγκαλιάζουν τον κάθε άνθρωπο που αγαπούν,όσο μα όσο συχνά μπορουν,πριν γίνουν φωτογραφία.Ασπρόμαυρη,κιττρινιάρα,ξεθωριασμένη,τσαλακωμένη,και γιατί όχι και...ΣΕΛΦΙ ακόμη!
Ά ρε ΦΙΛΟΙΚΟ τί μου'κανες απόψε!Σε ευχαριστώ πρώτα για τα δευτερόλεπτα της δημοσιότητας που μου χάρησες.Έστω και στο...πανί!
Τι μακροβούτι ήταν αυτό απόψε;Είναι η ώρα που η νύχτα ρίχνει γερές σκουντιές στη μέρα.Έσβυσα το φώς.Μόνη πηγή φωτός ένα φεγγάρι απ'έξω.Σκοτεινιά.Κοιτάζω στο ταβάνι.Η μία φωτογραφία μετα την άλλη σχοιματίζονται ξανά στο ταβάνι.
Μπά σε καλό μου απόψε..!

Ο νοσταλγικά σκεπτόμενος

6/12/16

Απόψε θα δούμε παλιές φωτογραφίες… Σάββατο 10/12/2016 ωρα 6μμ

Mετά από πέντε χρόνια το filoiko διοργανώνει 
πολιτιστική εκδήλωση
το Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016 στις 6μμ,
στο Πνευματικο Κέντρο Φιλιππιάδας
με τίτλο:
Απόψε θα δούμε παλιές φωτογραφίες
Σε γιγαντοόθονη θα προβληθούν παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που απεικονίζουν πρόσωπα ,πράγματα από την ζωή και τις συνήθειες καθώς και την Φιλιππιάδα από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα μέχρι τις μέρες μας.
Οι φωτογραφίες εχουν ευγενώς παραχωρηθεί από το προσωπικό αρχείο αρκετών Φιλιππιαδιωτών (πάνω από 200 οικογένειες έχουν δόσει ) και μετά από επεξεργασία έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο μέσω του filoiko από το 2009 μέχρι σήμερα και θα συνεχισουν να αναρτώνται.
Εκτός της προβολής από προτζέκτορα στην μεγάλη οθόνη θα υπάρξουν κάποιες  εκπλήξεις.
Επίσης η προβολή θα σταματάει σε κάποιες φωτογραφίες που είναι από γιορτές,παρελάσεις,γυμναστικές επιδείξεις,εκδρομές η γάμους και θα γίνει προσπάθεια να αναγνωριστούν από όσους παρευρισκόμενους θυμούνται η γνωρίζουν, πρόσωπα,δρόμοι, τοποθεσίες από την πόλη η κάποιες άλλες χαρακτηριστικές λεπτομέρειες της τότε εποχής.Ειδικά επιλεγμένη μουσική θα ακούγεται καθ όλη την διάρκεια της εκδήλωσης.
Και βέβαια πάντα πιστοί στη ρήση του Κώστα Καριωτάκη:
<<Ένα συρτάρι εβένινον εκει των αναμνήσεων κρύβει το χρυσάφι>>


www.filoiko.blogspot.com

2/12/16

29.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα.

«Τα ξεφλουδίσματα».
Ερώτηση. Τα ξέρετε τα «ξεφλουδίσματα»; Τι είναι ή μάλλον τι ήταν τα «ξεφλουδίσματα»; Τα εισαγωγικά δείχνουν ότι η λέξη έχει μια πιο ειδική σημασία πέρα από τον γενικότερο ορισμό της.
Δε θα σας τυραννήσω και πολύ με την απάντηση. Άλλος είναι ο λόγος που ρωτάω και όχι για να σας βάλω γρίφους. Απλά θέλω να στρέψω σε ανύποπτο χρόνο την προσοχή σας σε ένα θέμα που, αν μη τι άλλο, αξίζει να διαβάσετε. Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι σας διακρίνει η ευαισθησία εκείνη που γεννάει στον άνθρωπο τη νοσταλγία για τα συμβάντα του παλιού καιρού. Που, μεταξύ μας, όλους μας χαρακτηρίζει αυτή η ευαισθησία. Δεν υπάρχει δηλαδή άνθρωπος που να   μην του αρέσουν οι παλιές ιστορίες. Ακόμα και οι ψεύτικες, οι φανταστικές, οι «φκιαχτές». Αφού όλες οι ιστορίες στην παγκόσμια, λέω τώρα εγώ, μυθοπλασία δεν είναι άλλο από γοητευτικά παραμύθια.
Οι άνθρωποι στα μέσα μας παραμένουμε παιδιά. Όσο κι αν μεγαλώνουμε στην ηλικία και πληθαίνει η γνώση μας. Ίσα-ίσα που όσο περισσότερο γνωρίζουμε τον κόσμο γύρω μας, τόσο και πιο πολύ αυτός μας φοβίζει και κάποιες φορές μας τρομάζει.
Τότε είναι που θέλουμε να αποδράσουμε από την πραγματικότητα αναζητώντας  μιαν άλλη εικόνα του κόσμου. Ως το σημείο μάλιστα  που μας αρέσουν και οι όποιες φαντασιώσεις, ως ένδειξη μιας υπολανθάνουσας διαστροφής, που λίγο-πολύ χαρακτηρίζει τον καθένα μας.
Άλλωστε πάνω σ’ αυτό μας το αδύνατο σημείο επένδυσαν οι εξπέρ της τέχνης του θεάματος με τις κερδοφόρες κινηματογραφικές τους παραγωγές.
Ώρα, λοιπόν, για παραμύθι και ο καιρός έξω, καθώς είναι χειμωνιάτικος, ταιριάζει ασορτί με την περίσταση. Όπως παλιά που ήμασταν παιδιά κι ακούγαμε παραμύθια από το στόμα της γιαγιάς. Η διαφορά μας εδώ είναι πως το δικό μου παραμύθι δε μιλάει για ρηγόπουλα και βασιλοπούλες, για μάγισσες και για δράκοντες. Ούτε η υπόθεση του αναφέρεται σε χρόνια παλιά, χαμένα στην ομίχλη του παρελθόντος. Μόλις χτες έγιναν, θα έλεγα, αυτά που παρακάτω εξιστορώ, και ήρωες ήταν -απευθύνομαι τώρα στου νεότερους- οι πατεράδες και οι παππούδες σας. Ρωτήστε τους, αν θέλετε, για του λόγου το αληθές.
Το καλαμπόκι, τώρα, το ξέρει όλος ο κόσμος σε όλες του τις εκδοχές. Ως φυτό στον κάμπο με τις καλαμποκιές καταπράσινες χλωρές, στη σειρά φυτεμένες, η μία μετά την άλλη σε μάκρος που αρχίζει από την κορυφή του χωραφιού ως κάτω. Μια έκταση ολόκληρη που θυμίζει ρωμαϊκές λεγεώνες με το πλήθος των λογχοφόρων έτοιμες για μάχη. Ύστερα τα φύλλα κιτρινίζουν και οι ρόκες, οι καρποί σταχυάζουν πάνω-πάνω, βγάζουν μουστάκια, όπως λέγαμε παλιά. Τότε που τα «μουστάκια» αυτά τα χρησιμοποιούσαμε για καπνό, όταν ήμασταν παιδιά, και στρίβαμε κανένα τσιγάρο λαθραίο αυτής της μορφής κρυφά, λόγω που το κάπνισμα ήταν αυστηρώς απαγορευμένο από σχολείο και γονείς, κι εμείς το καπνίζαμε στη ζούλα, καθώς είπαμε, ξεχάστε αυτή τη λεπτομέρεια, έτσι παρεπιπτόντως την είπαμε.
Μετά την ωρίμανση και αφού πέρναγε ένα αρκετό χρονικό διάστημα, όσο να ξεραθούν οι ρόκες στον κάμπο πάνω στο φυτό, να στεγνώσουν δηλαδή, έφτανε ο καιρός που έπρεπε να κοπούν οι ρόκες και ο νοικοκύρης του χωραφιού να μαζέψει τη σοδειά του. Εκεί κατά το φθινόπωρο, τέλη Σεπτέμβρη.
Από τώρα αρχίζει το κύριο μέρος της ιστορίας μας, το κυρίως θέμα.
Όπως κάθε χρόνο, η μάνα μου φώναζε τον μπάρμπα Γιώργο, ένα καλοκάγαθο άνθρωπο, και του παρήγγελνε να ετοιμάσει τα ζώα για να κουβαλήσει με αυτά τη ρόκα στο σπίτι μας την ορισμένη μέρα. Είχε μια φοράδα δική του άσπρη, θυμάμαι, τότε ο μπάρμπα-Γιώργος. Δανείζονταν και 3-4 άλογα από άλλους, με τους οποίους συνεργάζονταν δίνοντας ο ένας στον άλλο τα άλογά τους- έτσι γινόταν εκείνο τον καιρό- και έτοιμα τα μεταφορικά μέσα για το αγώι.
Φώναζε η μάνα πάλι κάποιες γειτόνισσες και συγγενείς να βοηθήσουν στο μάζεμα της ρόκας, στο πλαίσιο μιας συμφωνίας να τις βοηθούσε και αυτή στην αντίστοιχη ανάγκη τους. Η συνεργασία με τη μέθοδο της αλληλοϋποστήριξης της κοινωνικής αλληλεγγύης για την αντιμετώπιση κοινών αναγκών. Μην ξεχνάμε είμαστε στο χωριό και τα κοινά προβλήματα δένουν τους ανθρώπους ώστε ο ένας βοηθάει τον άλλο για να βοηθηθεί και ο ίδιος.
Την ορισμένη μέρα οι εργάτριες-συνήθως ήταν γυναίκες- μάζευαν τις ρόκες, τον καρπό, αποσπώντας τες μια-μια από τις καλαμποκιές και γέμιζαν δίπλα τους κάτι μεγάλες καλάθες, κοφίνια τις λέγαμε που είχαν η καθεμιά τους από δυο χερούλια, χειρολαβές για τη μεταφορά τους. Γέμιζαν τα κοφίνια και τα φόρτωναν στα άλογα και συνέχιζαν το μάζεμα. Έδενε ο μπάρμπα-Γιώργος τότε τα άλογα με μια τριχιά το ένα πίσω στο άλλο κι έκανε έτσι ένα μικρό κομβόι με κατεύθυνση μέσα από τον κάμπο για το σπίτι. Εκεί ξεφόρτωνε τα τσουβάλια και τα άδειαζε σ’ ένα από τα δυο δωμάτια. Έπαιρνε πάλι τα άλογα δεμένα στην αράδα και γύριζε στο χωράφι, όπου εν τω μεταξύ τον περίμεναν τα γεμάτα κοφίνια για να τα ξαναφορτώσει και ν’ αρχίσει η καινούργια στράτα, όπως λέγονταν τα δρομολόγια εκείνα με τα άλογα.
Στο μεταξύ η μάνα είχε ετοιμάσει από πολύ νωρίς το πρωί, δυο-τρεις ώρες πριν χαράξει, το φαγητό για τους εργάτες το μεσημέρι. Συνήθως φασουλάδα που και χορταστική είναι αλλά φτουράει για την περίπτωση. Έβαζε μάλιστα όλα τα δυνατά της να γίνει η φασουλάδα πιο νόστιμη. Έριχνε γι’ αυτό στην κατσαρόλα μπόλικο λάδι και την έβραζε πολύ ώστε να γίνει χυλός. Πράγμα για το οποίο κάθε φορά εγώ της παραπονιόμουν. «Γιατί, ρε μάνα, στη φασουλάδα για τους εργάτες ρίχνεις τόσο λάδι και γίνεται τόσο νόστιμη, και όταν μαγειρεύεις για μας, ρίχνεις το λάδι, με το σταγονόμετρο». Καταλάβαινα βέβαια το λόγο αλλά εγώ εκεί, επέμενα.
Κάποτε τελείωνε το μάζεμα. Πόσες στράτες, πόσες μέρες μια ή δυο δε θυμάμαι. Πάνε τόσα χρόνια από τότε και τέτοιες λεπτομέρειες, όσο να κάνεις, ξεθωριάζουν απ’ το μυαλό .
Ήταν, λοιπόν μέσα στο σπίτι οι ρόκες ένας μεγάλος σωρός, τόσο που έπιανε όλο σχεδόν το δωμάτιο, όπου κοιμόμασταν εμείς τα παιδιά, τέσσερα τον αριθμό, όλα αγόρια, σε δυο ξύλινα χοντροκαμωμένα κρεβάτια στριμωγμένα στις δυο πλευρές, το ένα αντίκρυ στο άλλο στις γωνίες.
Το δεύτερο μετά το μάζωμα, η επόμενη δηλαδή δουλειά που έπρεπε να γίνει ήταν το ξεφλούδισμα. Καινούργια διαδικασία. Ξανά, φώναζε η μάνα τις γειτόνισσες. Βοηθάγαμε κι εμείς τα παιδιά με τον πατέρα. Σύνολο 7-8 νομάτοι. Χρειάζονταν πολλά χέρια για να ξαντεργάνουμε, να τελειώσουμε τη δουλειά. Η οποία γινόταν μόνο τη νύχτα με το λυχνάρι ή τη λάμπα. Τη μέρα γίνονταν οι κύριες δουλειές για να μη χασομεράνε, καθώς το ξεφλούδισμα έρχονταν σε δεύτερη μοίρα και προτίμαγε ο κόσμος να την κάνει νύχτα σε νύχτα μέχρι κοντά στο ξημέρωμα, πριν φέξει. Τα «ξεφλουδίσματα» που βάλαμε ως τίτλο στην αρχή και η ειδική σημασία των εισαγωγικών στη λέξη ένα ολόκληρο νυχτερινό σκηνικό, που ως κομμάτι ξεχωριστό στην καθημερινή διαδικασία παρουσίαζε το ενδιαφέρον που λέγαμε στην αρχή για τον αναγνώστη.
Γιατί εκείνο το μάζωμα των ανθρώπων δεν ήταν μια σκέτη δουλειά, να ξεφλουδιστούν οι ρόκες δηλαδή αλλά προσλάβαινε στην πορεία τα χαρακτηριστικά μιας εθιμοτυπικής ανθρώπινης εκδήλωσης, διανθισμένης με μια σειρά συμπεριφορών που δικαιολογούν τον εθιμικό της χαρακτήρα.
Όσο διαρκούσαν τα ξεφλουδίσματα-βγάζουμε τώρα τα εισαγωγικά-δε δούλευαν μόνο τα χέρια ασταμάτητα, παρά συμμετείχε καθολικά ο άνθρωπος με το μυαλό, με τα μάτια και με το στόμα. Από κάποιο σημείο και ύστερα από τη μονοτονία της δουλειάς, άδραγμα της ρόκας με τον καρπό, ξεφλούδισμα, συνέχεια αυτό το πράγμα, άνοιγαν τα στόματα και άρχιζαν οι κουβέντες και μετά τις κουβέντες τα πειράγματα. Ώσπου τα πειράγματα αποκτούσαν όλο και περισσότερο τολμηρό χαρακτήρα, σόκιν όπως λέμε σήμερα, συγκαλυμμένο βέβαια, αλλά οπωσδήποτε όμως έξω από τη συμβατικότητα των προσωπικών σχέσεων στο φως της ημέρας.
Έρχονταν ύστερα και τα πιώματα, λίγο τσίπουρο για την περίσταση οι μεζέδες, το φαγητό, πίτες ως επί το πλείστον.
Τέλος άρχιζαν τα τραγούδια. Τραγούδια παλαιικά που τραγουδούσαν καταστάσεις και σκηνές από την καθημερινή ζωή, ερωτικά το περισσότερο με τη συμβολικότητα και τους πιπεράτους υπαινιγμούς, που μόνο ο λαός μπορεί να τα εμπνευστεί και να τα εκφράσει με τρόπο όχι χυδαίο, αλλά με πηγαία και άδολη ευγένεια ήθους.
Σε όλο αυτό το διάστημα τα χέρια δούλευαν ασταμάτητα, εξαρτήματα μιας μηχανής για την παραγωγή ενός ορισμένου έργου ανεξάρτητα από το τι γίνεται γύρω. Πλην από ορισμένα διαλείμματα διακοπής για δυο ανάσες. Έτσι η βραδιά μεταβάλλονταν σε λειτουργία με το δικό της τελετουργικό. Όπως περίπου συμβαίνει και με τις άλλες τελετουργίες και ιερουργίες, αφού και τα «ξεφλουδίσματα» στο βάθος τους εξυπηρετούσαν έναν καθόλα ιερό σκοπό, τη διατροφή των ανθρώπων, καθαγιασμένο άλλωστε από τον ιδρυτή της θρησκείας μας με τη «βρώση και την πόση», θυμίζω προσφυώς.
Καταλάβατε τώρα.
Αλλά η περιπέτεια του καλαμποκιού περνάει ,ως γνωστόν, και από άλλες φάσεις παραπέρα.
Λέω «ως γνωστόν», και αυτό αφορά εμάς τους παλιούς που ξέρουμε, τους μυημένους στο μυστήριο από την ίδια τη ζωή και τις εμπειρίες που μας επιφύλαξε.
Θα έχει ορισμένως και συνέχεια η ιστορία με το καλαμπόκι όσο που να την εξαντλήσουμε με το άλεσμα στο μύλο και το ζύμωμα της μάνας στο σπίτι.
Κι εδώ κλείνω όπως στην αρχή, ως αφόρμηση, με το ερώτημα: «Ξέρεις τίποτε, έχεις ακουστά για την περίφημη μπομπότα;». Είπαμε, για τους νεότερους. Άλλα και για τους παλαιότερους. Κάνει καλό μια παρόμοια αναπόληση.
  Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος                                                                            Δεκέμβριος 2016