26/12/15

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2015 Τα καλύτερα κάλαντα...και το πιο γλυκό μελομακάρονο.

Λοιπόόόννν...Δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων.

Χριστούγεννα,γιορτή χαράς,με γιορτινό τραπέζι,ψώνια,δώρα,στολισμένα σπίτια,ζάντα...απ'το ποτό,διασκέδαση κλπ.

Αυτές τις γιορτινές μέρες ένα πρόβλημα με ανάγκασε να βρίσκομαι σε ένα μεγάλο νοσοκομείο(Χατζηκώστα στα Γιάννενα).
Δεν το επέλεξα εγώ.ΑΥΤΟΣ εκεί πάνω το είχε κατά νου,να με φέρει εδώ και να μου χτυπήσει[ίσως]το καμπανάκι ότι υπάρχει και αυτή η κατηγορία!

Παραμονή Χριστουγέννων.Κάλαντα.Μια ομάδα παιδιών,με πρώτον έναν πανέμορφο Άγιο Βασίλη,γύρω στα 25 χρόνια του,και κοντά στα 2 μέτρα!Με μιά ομάδα παιδιών,ήρθαν να πουν τα κάλαντα στα άρρωστα παιδάκια τις παιδιατρικής.Δεν είναι μοιρολατρεία,αλλά,το πρώτο δάκρυ,προσπάθησα να το κρύψω,και να τραγουδήσω και γώ,όπως και οι άλλοι μαζί τους τα κάλαντα,σ'αυτά τα παιδάκια.Ήταν τα ποιό όμορφα κάλαντα που έχω πει ποτέ στη ζωή μου,και χωρίς...λάδωμα,δηλαδή χαρτζιλίκι!Ενας παιδαράς 'Αγιος Βασίλης,καμιά σχέση με τον γνωστό Σάντα Κλάους με την κοιλιά την τεράστια.Μιά κιθάρα,φλογέρα,τουμπερλέκι,ακορντεόν.

Απο τη μιά μεριά εμείς όλοι.Από την άλλη,κάτι ματάρες να κοιτάνε,απο πάνω έως κάτω τον Άγιο,τα ξωτικά,και κάτι κοριτσάκια ντυμένα ελαφάκια.Διάφοροι κόμποι στο στομάχι.Τελειώνουν τα κάλαντα,με την πιό δυνατή μας φωνή όλων,με το γρήγορα σπίτια μας!'Ειχαν ενα κουτάκι,ότι είχε ο άλλος στην τσέπη έβαζε.Όχι κέρματα,ότι έπιανε το χέρι εκείνη τη στιγμή.Δεν είχες προγραμματίσει απο μέρες πριν πόσα...φραγκοδίφραγκα θα δώσεις,αν δώσεις,και δε θα κοιτάς απλά απ'το ματάκι της πόρτας!Η π@τ@ν@ η ζωή πως τα φέρνει καμιά φορά!Και τί στιγμή.Τέλος παντων.

Τα καλύτερα κάλαντα,εδώ και πολλά-πολλά χρόνια.
Ημέρα Χριστουγέννων.Σκεφτικός,έξω απο το χειρουργείο.Μια κλασική μουσική,απο τα μεγάφωνα του νοσοκομείου[χίλια μπράβο σε αυτόν που το σκέφτηκε]απαλύνει,έστω και στο ελάχιστο την αγωνία μου την απίστευτη.

Με πλησιάζει μιά κυρία.Μου λέει.

-Χίλια συγνώμη,να σε κεράσω ενα μελομακάρονο;Γιορτάζω σήμερα!Έχω το παιδί μου μέσα,αυτή τη στιγμή,και δεν ξέρω πως,πότε,και πώς θα βγεί,και αν με αφήσουν να του το δώσω,για τα χρόνια πολλα!Αν θές,το παίρνεις!

ΜΕΓΑΛΕ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕ,λες καμιά φορά,γιατί;Αλλά,έτσι είναι ,ποτέ δεν ξέρεις,πως τα φέρνει αυτή η ζωή.Έχει πάνω της και τα κακά,και τα καλά.

-Βεβαίως και θα το πάρω,απαντώ.

Σηκώνομαι,τις λέω χρόνια πολλά,μου λέει,με όλο το σεβασμό,να σε φιλήσω;Αυτή τη στιγμή,θέλω να πάρω απο κάποιον δύναμη!Εεεε...πόσο ν'αντέξει κάποιος,μου λές;Τη φιλάω και γω.Της λέω οτι όλα θα πάνε καλά.Μου απαντάει,και στη δική σου την αγωνία που ζείς τόση ώρα που σε βλέπω,θα πάνε όλα κατ ευχήν.Δε με είχε ρωτήσει καν ποιός-ποιά ήταν μέσα,πίσω απο αυτή την κρύα πόρτα του χειρουργείου.Εκεί με είχε βρεί.Θα βγεί,συνεχίζει,και θα πάνε όλα καλά.Στο λέω εγω,πες το ενστικτο της μανούλας.Και γω απαντώ απο την πλευρά μου,θα πάνε όλα καλα και την Πρωτοχρονιά θα είστε πάλι όλοι μαζί.Έναν τον εχω μου απαντά!Είναι αυτο που λένε,καλύτερα να μασάς[στην προκειμένη το μελομακάρονο]παρά να μιλάς!Αλλά να πάνε όλα καλά,κι ας είμαστε και μετά το νέο έτος στο σπίτι,μου λέει.Σ'ευχαριστώ που δέχτηκες το κέρασμα.Και όλα αυτά να τα βλέπεις,μόνο απο απο την θετική τους ματιά.Όπως εγώ.Και τα μάτια της μάνας,να ξέρεις ότι πάντα ετσι τα βλέπουν.Και σου δίνω μιά ευχή.Πάντα να βοηθάς έναν άνθρωπο μόνο του.Και υπάρχουν ξέρεις πόσοι αυτές τις μέρες;Πάρα πολλοί.  

Αυτη τη στιγμή που γράφω αυτο το κείμενο,μου ήρθε στο μυαλό εκείνο το τεράστιο τραγούδι,με τα απίστευτα λογια του Γ.Καλαμίτση.Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι.

Αν υπάρχουν λέει,εμένα κάποιος με βρήκε μονο μου και με κέρασε το ποιό γλυκό μελομακάρονο,χθές!Το επόμενό μου βήμα είναι να πάω και γω να βρώ κάποιον μόνο του,και να του δώσω ενα ρημαδοκουραμπιέ.Και θα τον βρώ!Γιατί έτσι θα νιώσω Χριστούγεννα,έτσι θα καταλάβω Πρωτοχρονιά.  



ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΜΟΝΟ ΥΓΕΙΑ.ΟΛΑ Τ'ΑΛΛΑ ΘΑ'ΡΘΟΥΝ ΝΑ ΣΕ ΒΡΟΥΝ ΜΕΤΑ.     
Γ.Μ.

23/12/15

17.Παλιά Φιλιππιάδα: Οι Γούβες

του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
Μετά από το κέντρο του χωριού με την εκκλησία της Παναγίας και το καμπαναριό της να δεσπόζουν πανοραμικά, με τα κυπαρίσσια και τα θεόρατα πλατάνια, στην Παλιά Φιλιππιάδα το πιο εμβληματικό μέρος κατά σειρά ήταν οι Γούβες. Λέμε << ήταν >>, γιατί σε κάποιο καιρό ύστερα, η γραφική εκείνη τοποθεσία κατακόπηκε στην κυριολεξία για να περάσει ο καινούργιος τότε δρόμος. Έμεινε μόνο η εκκλησία με το καμπαναριό της καθώς και ένα μοναχικό κυπαρίσσι μπροστά.

      Ο έτερος πόλος, οι Γούβες, δεν καταξιώθηκαν στη συνείδηση του κόσμου ως ένα από τα λιγοστά, είναι αλήθεια, αξιοθέατα στην περιοχή μας. Προφανώς γιατί η ίδια η λέξη ακουστικά παραπέμπει σε συνειρμούς ακαλαίσθητους και ταπεινούς, που ουδόλως κολακεύουν την εικόνα τους. Γούβες, σου λέει ο άλλος, δηλ. λακκώματα και σπηλιές. Χαλάσματα! Δυστυχώς η περιβαλλοντική συνείδηση, ως αίσθηση έστω περί το ωραίο, στην εποχή μας βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. Πολύ περισσότερο, όταν μιλάμε για καιρούς παλιούς, που τέτοιες ευαισθησίες ήταν αδιανόητες ως περιττή πολυτέλεια, καθώς προείχαν άλλες αδήριτες ανάγκες, για επιβίωση και βιοπορισμό.

     Μπορεί και να ισχύει το λεγόμενο:<< ο άγιος στον τόπο του ποτέ του δε δοξάζεται>>. Το οποίο μεθερμηνευόμενο για την περίπτωσή μας, σημαίνει πως συνήθως δεν καταλαβαίνουμε την αξία των δικών μας πραγμάτων και εντυπωσιαζόμαστε από τα ξένα. Εκτός εάν η αναγνώριση μας έρθει από τους απ’έξω.
    Έτσι οι Γούβες όλα τα χρόνια πέρασαν στα αζήτητα. Εγώ όμως που τις έχω ζήσει τις Γούβες τον καιρό που ήμουν παιδί και αφουγκράστηκα το πνεύμα τους, την ψυχή τους – έχουν ψυχή και τα πράγματα, την παίρνουν από τον άνθρωπο – τώρα από το ύψος της ωριμότητας μου, θεωρώ τις Γούβες ως τόπο προσκυνήματος για τη γενιά μου, γιατί εκεί έχουμε καταθέσει ένα κομμάτι της ύπαρξής μας. Χώρια η περιβαλλοντική τους αξία. Αυτή είναι μέλημα γενικότερο. Για τους λόγους αυτούς που εξέθεσα πιο πάνω συμπεριέλαβα τις Γούβες εδώ στη θεματογραφία μου.
      Το χαρακτηριστικό με τις Γούβες ως τοποθεσία είναι ότι βρίσκονται κυριολεκτικά μέσα στο χωριό. Η Παλιά Φιλιππιάδα, καθώς και ολόκληρη η Φιλιππιάδα ως κάτω στο Ελευθεροχώρι, είναι χτισμένη στην πλαγιά ενός μακριού λόφου και τα σπίτια της κοιτάζουν προς την ανατολή. Ο λόφος αυτός σε αρκετά σημεία του σκίστηκε από καταβυθίσματα του εδάφους λόγω των υπόγειων νερών, με αποτέλεσμα να σχηματισθούν πεντέξι μεγάλα ρέματα. Ένα από αυτά είναι οι Γούβες στην Παλιά Φιλιππιάδα. Πρόκειται για μια χαράδρα που ξεκινάει από το δημόσιο δρόμο κάτω, δίπλα από το Κοτσέκι που λέγαμε, και φτάνει ως πίσω στα δυτικά στην Ρωμιά, ένα χωριουδάκι κοντά στην Φιλιππιάδα.
      Οι Γούβες διαφοροποιούνται από τα άλλα ρέματα, γιατί στο μέρος που καταλαμβάνουν υπάρχουν πολλοί βράχοι και, το κυριότερο, στις πλευρές , ύψους τριάντα σαράντα μέτρων, είναι κάτι μεγάλες σπηλιές πέτρινες, των οποίων τα στόμια ορθάνοιχτα, σαν πελώρια σκοτεινά μάτια, σου δίνουν την εντύπωση πως κατοπτεύουν ολόγυρα το τοπίο και πως κατασκοπεύουν άγρυπνα κάτω τους περαστικούς.
      Οι Γούβες, στην πέτρινη εκδοχή τους εδώ καταλαμβάνουν το μισό περίπου της χαράδρας. Στο υπόλοιπο μισό το έδαφος είναι χωματερό, δεν έχει δηλ. σπηλιές και βράχια, και το λέμε <<Κομμένη γης>>. Όλη η χαράδρα κάτω διασχίζεται από ένα χείμαρρο που η κοίτη του πλημμύριζε από θολά και ορμητικά νερά τον χειμώνα, προξενώντας ζημιές στους κήπους κάτω προς τον κάμπο, ώσπου να πέσουν μέσα στο ποτάμι. Ο χείμαρρος εκείνος σκεπάστηκε με τσιμέντο και έκτοτε δε δημιούργησε κανένα πρόβλημα.
      Αυτά από γεωγραφικής και γεωλογικής πλευράς.
   Οι Γούβες όμως, όπως συμβαίνει με τα πράγματα που δένονται με τον άνθρωπο, για τα δεδομένα της εποχής που μιλάμε, δεκαετία του ’50 , είχαν κοινωνικό χαρακτήρα, κοινωνικό πρόσωπο θα έλεγα. Ήταν οι δικές μας Γούβες με τα ιδιαίτερα πρόσθετα γνωρίσματα, που τις διαφοροποιούσαν από τις άλλες του είδους και που ασφαλώς υπάρχουν άφθονες στη χώρα μας. Ειδικότερα, για μας τα παιδιά οι Γούβες είχαν ξεχωριστή σημασία καθώς δέθηκαν μαζί μας με βιώματα, από αυτά που λέμε πως δεν ξεχνιούνται ποτέ. Θα δείτε και θα καταλάβετε.
      Όταν μπαίνεις στις Γούβες αισθάνεσαι ένα δέος. Το τοπίο ολόγυρα σου επιβάλλεται με το ύψος των πλευρών του δεξιά και αριστερά. Από πάνω σε παρακολουθούν οι σπηλιές. Στο έμπα της χαράδρας δεξιά σε υποδέχεται ένα μικρό δάσος από φραγκοσυκιές. Τρόπος του λέγειν σε υποδέχεται, γιατί όσο και αν είναι θελκτική η εικόνα με τις πράσινες αγκαθερές φραγκοσυκιές, τόσο σε αποθαρρύνουν τα μεγάλα άσπρα αγκάθια τους. Πέρα, κατά τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο που γίνονται τα φραγκόσυκα, ροδαλά και κίτρινα στην ωριμότητά τους, δίνουν περισσότερη ομορφιά στην εικόνα.
      Γενικά το τοπίο στις Γούβες διατηρεί μια άγρια ομορφιά, που δεν την αλλοίωσε ο άνθρωπος με τις παρεμβάσεις του.
      Εμάς τα παιδία τότε δε μας συγκινούσαν τέτοια πράγματα. Μπορεί καταβάθος να μας προσέλκυαν αλλά δεν τα καταλαβαίναμε. Πώς δηλ. γινόταν και κάθε τόσο, σχεδόν τακτικά, επισκεπτόμασταν τις Γούβες, που κάθε άλλο παρά επισκέψιμος ήταν ο τόπος. Ούτε κυνηγότοπος ούτε καν παιγνιδότοπος ήταν.  Εκτός από το χαλικωτό τότε δρομάκι που διέσχιζε στριφογυριστό τη χαράδρα σε όλο το μάκρος της, τα βράχια και η λιγοστή βλάστηση δε σου έκαναν την όρεξη να παίξεις ή να κυνηγήσεις πουλιά με το <<λάστιχο>>.
      Μόνο τη μέρα της πρωτοχρονιάς, έτσι εθιμοτυπικά θα έλεγα, μετά που απόλυε η λειτουργία στην εκκλησία εμείς τα παιδιά πηγαίναμε και παίζαμε <<χαρτιά>> πάνω σε ένα μεγάλο επίπεδο βράχο, υπηρετώντας έτσι το έθιμο της χαρτοπαιξίας, παρά το διαπεραστικό κρύο και την υγρασία που επικρατούσε στις Γούβες, Γενάρη μήνα.
     Πιο πάνω που άρχιζε η <<Κομμένη γης>>, καθώς λέγανε το μέρος, υπήρχε στ’αριστερά μας μία μακριά συρίδα γης δίπλα στο δάσος. Εκεί ναι, κυνηγούσαμε πουλιά, γιατί το έδαφος ήταν ομαλό και προσφερόταν για κυνήγι. Κάτι που δε συνέβαινε στην πετρώδη διάβαση στις Γούβες μπροστά.
     Αν μπορούσαμε, τότε παιδιά, να δώσουμε με το μυαλό μας κάποια εξήγηση αναφορικά με τους λόγους που επισκεπτόμασταν συχνά τις Γούβες, θα λέγαμε ότι αυτό γινόταν από την περιέργεια τίποτε περισσότερο. Η περιέργεια άλλωστε είναι μέσα στη φύση του ανθρώπου και πιο πολύ στα παιδιά.
  
   Τώρα που βλέπω τα πράγματα από την ωριμότητα της ηλικίας μου, καθώς τα έζησα έντονα, είμαι σε θέση να δω και να αναλύσω σε βάθος την παιδική εκείνη περιέργεια. Μας τραβούσε τότε η ακατάσβεστη για την ηλικία μας δίψα για περιπέτεια, να γνωρίσουμε και να ζήσουμε καινούργια πράγματα και να εξαντλήσουμε έτσι τα αποθέματα της παιδικής μας ενεργητικότητας.
    Ύστερα, κοντά σ’αυτό, ήταν η παράξενη γοητεία που ασκεί στον άνθρωπο και ειδικότερα στα παιδιά καθετί το μυστηριώδες , το άγνωστο. Οι Γούβες με τις σπηλιές μάς τραβούσαν σαν τον μαγνήτη. Τι να έκρυβαν άραγε οι σπηλιές μέσα στα σκοτεινά τους σπλάχνα!
     Λέγονταν φοβερά πράγματα τότε για τις ανεξερεύνητες σπηλιές. Πως μέσα εκεί κατοικούσαν φίδια μεγάλα σαν δράκοντες των παραμυθιών και ποιος ξέρει τι άλλα τέρατα ή και φαντάσματα.
     Βλέπαμε τις σπηλιές απ’έξω μέρα μεσημέρι και μας φόβιζε το σκοτεινό τους βάθος. Ο φόβος, καθώς είπαμε, με την επιθυμία που προκαλεί το μυστηριώδες, το άγνωστο, το ανεξερεύνητο.
     Όσες φορές επιχειρήσαμε να μπούμε μέσα στις σπηλιές δεν ολοκληρώσαμε την εξερεύνηση. Όσο προχωράγαμε, το σκοτάδι πύκνωνε και μας αποθάρρυνε σε σημείο που ο φόβος μας έκανε να γυρίζουμε πίσω στην έξοδο, στο φως.
     Ήταν και ένα πλήθος από νυχτόβια πουλιά, νυχτερίδες κατά το πλείστον, κουκουβάγιες που τις βραδινές ώρες έκρωζαν ακατάπαυστα απάνω βγαίνοντας στις σκοτεινές σπηλιές . Ήταν και κοπάδια οι κουρούνες που είχαν τις σπηλιές κατοικητήριο.
     Αφιλόξενες οι σπηλιές συντηρούσαν τον φόβο και τη γοητεία τους στις παιδικές μας ψυχές.
     Βάλτε τώρα και την ιστορία της Μάρως . Πρόκειται για μια παράδοση που τη μολογούσαν εκείνα τα χρόνια οι γέροντες του χωριού. Η Μάρω, έλεγε η παράδοση, ήταν μια φτωχιά γυναίκα που ήρθε ξενομερίτισσα στο χωριό τα παλιά τα χρόνια μαζί με το παιδάκι της, και μην έχοντας πού να κάτσει διάλεξε για κατοικία της μια σπηλιά πάνω στις Γούβες. Ζούσε ξενοδουλεύοντας στα χωράφια και οι χωριανοί που τη λυπούνταν για τη φτώχεια της έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τη βοηθήσουν. Ένα χειμωνιάτικο όμως βράδυ έκανε πάρα πολύ κρύο και η καημένη η Μάρω πάγωσε με το παιδί της και πέθαναν. Μαρμάρωσαν, λέει η παράδοση, πέτρωσαν οι δυο τους αγκαλιασμένοι. Το πρωί τους βρήκαν οι χωριανοί πετρωμένους στη στάση που τους βρήκε ο θάνατος. Υπάρχει ακόμη στην είσοδο της σπηλιάς το σύμπλεγμα με τις δύο πέτρινες μορφές, η μάνα με το μικρό παιδί στην αγκαλιά της. Λέει η παράδοση. Όπως η γυναίκα του Λωτ στην Παλιά Διαθήκη που πέτρωσε, γιατί παράκουσε στη θεϊκή εντολή.
     Από τότε η σπηλιά, η πρώτη στη σειρά, ονομάστηκε η σπηλιά της Μάρως. Έτσι τη λέγαμε εμείς. Ψέματα, αλήθεια, δεν ξέρω.
Είναι πολλές κατά τόπους οι παραδόσεις με τις μαρμαρωμένες μορφές. Έχουν τη δική τους αλήθεια τέτοιες ιστορίες, άλλο που εμείς δε θέλουμε ή δεν μπορούμε να την καταλάβουμε αυτή την αλήθεια.
     Να σας θυμίσω εδώ την ιστορία με τον μπάρμπα-Γιάννη τον Γούβα, όπως τον λέγαμε, πραγματικό γεγονός, πρόσφατο. Σχετική με το θέμα μας.
     Εδώ και κοντά σαράντα χρόνια πίσω κάθε χρόνο, εκεί κατά το φθινόπωρο, μας επισκεπτόταν ένας μοναχικός άνθρωπος, φτωχός και σε όλους μας άγνωστος, ο μπάρμπα Γιάννης. Ξέραμε μόνο το όνομά του και κάτι άλλα βιογραφικά του στοιχεία, γενικά και αόριστα, από όσα λιγοστά μας έλεγε κατά καιρούς όταν τον ρωτούσαμε. Τέτοιος περίεργος άνθρωπος ήταν, σωστός ερημίτης.
     Με το που ήρθε, λοιπόν, ο μπάρμπα- Γιάννης πήγε και κατοίκησε σε μια σπηλιά, την τελευταία αυτός, κάτω χαμηλά προς το δρόμο. Εκεί τρύπωσε κι εκεί κοιμόταν τα βράδια. Αντί για σκεπάσματα τυλιγόταν με ένα νάϋλον, για να προστατεύεται από το κρύο. Τη μέρα θα τον έβλεπες το πρωί να πηγαίνει στην αγορά και μόλις σουρούπωνε γύριζε βαδίζοντας άκρη- άκρη στον δρόμο. Είχε τόσο αποκοπεί από τη ζωή και τον κόσμο που και χρήματα να του έδινες δεν τα έπαιρνε λέγοντας πως δεν τα είχε ανάγκη και να τα έδινες σε κανένα φτωχό, τόσο ανιδιοτελής και επαρκής ήταν μέσα στην παντελή φτώχεια και στη μοναξιά του.
     Κάθε που ερχόταν η άνοιξη και ζέσταινε ο καιρός ο μπάρμπα-Γιάννης ο Γούβας, καταλαβαίνετε πώς του βγήκε το παρατσούκλι, εγκατέλειπε τις Γούβες και πήγαινε άγνωστο πού. Για να μας ξαναερχόταν πέρα το φθινόπωρο και να ξεχειμώνιαζε στον τόπο μας.
     Αυτό κράτησε πολλά χρόνια, ώσπου ένα φθινόπωρο ο μπάρμπα-Γιάννης δε μας ήρθε. Ούτε την άλλη χρονιά κι ας τον περιμέναμε όλοι, γιατί τον είχαμε συνηθίσει και συμπαθήσει. Προφανώς είχε πεθάνει.
     Μόνο που ο μπάρμπα-Γιάννης ο Γούβας δε μαρμάρωσε, όπως η Μάρω της παράδοσης, εκεί στη σπηλιά που έμενε. Ποιος ξέρει, αν ζούσε σε άλλους καιρούς, παλιότερους, μπορεί να του έπλαθαν καμία ανάλογη ιστορία στα μέτρα του.
     Αυτές ήταν οι Γούβες τότε στα χρόνια που ήμουν παιδί και πρέπει ασφαλώς όλοι να συμφωνήσουμε σ’αυτό που είπα στην αρχή: πως οι Γούβες ήταν μια οντότητα με κοινωνικά χαρακτηριστικά. Οι δικές μου Γούβες.
     Τώρα, εκεί  πάνω στις Γούβες τα φώτα έσβησαν και η σπηλιά έπεσε. Το θέατρο έκλεισε. Ποιος ξέρει αν θα ξανανοίξει και οι Γούβες να ξαναζωντανέψουν.

Δεκέμβριος 2015

Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος

Παιδικός Διαγωνισμός Τραγουδιού 2ο LIVE 28 Δεκ 2015


22/12/15

Λαμπερή η έναρξη του Μαγικού χωριού

Μέσα σε μία έντονα γιορτινή και χαρούμενη ατμόσφαιρα ξεκίνησε το Σάββατο 19 Δεκεμβρίου στην Κεντρική Πλατεία Φιλιππιάδας, το 2ο 'Μαγικό Χωριό', μία εκδήλωση που 'αγκαλιάστηκε' από μικρούς και μεγάλους, αλλά και τον επιχειρηματικό κόσμο της πόλης. Όπως ανέφερε στον χαιρετισμό του κατά την τελετή έναρξης του 2ου “Μαγικού Χωριού” ο Δήμαρχος κ. Νικόλαος Καλαντζής “Ο Δήμος Ζηρού, επέλεξε φέτος για 2η συνεχή χρονιά να δώσει έντονο χρώμα γιορτής στην πόλη, αλλά και στον Δήμο ολόκληρο και να στείλει μήνυμα χαράς και αισιοδοξίας σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Θέλουμε να δώσουμε την ευκαιρία στα παιδιά να μπουν στο πνεύμα των εορτών, να παίξουν, να χαρούν και να δημιουργήσουν, αλλά και σε εμάς τους μεγαλύτερους να ξεφύγουμε λίγο από την δύσκολη καθημερινότητα και να νιώσουμε τα διαφορετικά συναισθήματα και την μαγεία 
που διαχρονικά κρύβουν οι εορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, κρατώντας πάντα την ουσία και όχι την χρυσόσκονη των εορτών”.
Κλείνοντας ο κ. Καλαντζής ευχαρίστησε τους συλλόγους που συμμετέχουν στο Μαγικό χωριό αλλά και όλους όσοι συνέβαλαν στην άψογη οργάνωσή του.
Στην προσπάθεια του Δήμου να προσφέρει μέσα από μία σειρά δρώμενων και εκδηλώσεων λίγες ημέρες χαράς στους μικρούς

21/12/15

Για τους 50αρηδες και βάλε…


Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του 40, 50, 60 και 70, πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει.
Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαρειές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατούσες μας.Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά.
Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.

Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα ή με… κάρβουνο, ή με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.

γενια3
Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός.
Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.

γενια σοκολατα
Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο.

16/12/15

ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΑΠΟ...ΜΑΛΛΙ..!

Αρχές Δεκεμβρίου στα 1980.Παίζαμε στο διπλανό
χωράφι.Φωνάζει η μάνα.
-Θα σ'μαζευτείτε καμιά φορά;
-Τι θες ρε μάνα,ώώώ...
-Γιώργο[ο φίλος]τι μάνασ δεν την ακούς που...βέλαξε να σε φωνάζ;Α'ι' σκόπ που θέλετε.
-Ρε μάνα,λίγο ακόμα,μας χάλασε το ποδήλατο.
-Γιώργο το...φριούλι είναι ρε μ@λ@κ@,αυτό φταίει τόση ώρα.
Η μάνα:
-φτούς βρωμόστομο,δε θάρθ ο πατέρασ,θα σε σιάσω εγώ μετά.
Μετά από κανένα μισάωρο.
-Δε θα τβρής τνπόρτα;Πού σούπα να πάς;
-Ώ μάνα,είσαι σπαστικιά...Γιατί να πάω εγώ,ο άλλος
τι κάνει;Όλα εγώ θα τα κάνω;
-Ξέρω,μισοκόπιες,δε θα στείλω εγώ μικρό παιδί τέτοια
ώρα στα μαγαζιά επειδή εσένα σχάλασε το φρένο.
-Το...φριούλι είναι ρε μάνα,χα-χα-χα,γέλιο  με το
Γιώργο,που η μάνα τα μπερδεύει.
-Ελα αμέσως να πλίνς χέρια,που είσαι λες και γάνωνες
τγάνια,να σου δώσω 50 δραχμές και να πας να πάρεις υλικά να φτιάκσω τα κατα'ι'φια.
-Αύριο θα πάω,η θείτσα έκλεισε τώρα.
-Τελευταία φορά στο λέω,αλλιώς θα πάρω τον πατέρασ τηλέφωνο,και ώ κι αλοίμονόσ!
-Ελα μάνα,φέρε λεφτά.
-Τσακίσ σούπα να πλίνσ χέρια,μούτρα,δε θα με κάνς εμένα σουργούν!
Στο κέντρο της αγοράς,πίσω από τα σημερινά ΚΑΠΗ,ήτανε μιά συμπαθητική γριούλα.
-Σε αυτή θα πάς.Εντολή της μάνας.Είχε το καλύτερο,φρέσκο,μαλακό υλικό,για το γλυκό καταί΄φι.Ένα μικρό μαγαζάκι.Απέξω  δυό γλάστρες με λουλούδια.Μολόχες αν δεν κάνω λάθος.Ο φίλος,ο Γιώργος,δεν είχε στέκα το ποδήλατό του,προσπαθεί να το στεριώσει στη  μία γλάστρα.
Το αποτέλεσμα;Ένα σπασμένο κλωνάρι!Προσπαθεί να
το κάνει πάλι...μεταφύτευση!Μιά φίλη της κυρίας βγαίνει απο το μαγαζάκι,τον βλέπει,
-καλά τίσφτέν τα λουλούδια,ζαλουταραμένου;
-Όχι ρε θείτσα,ήταν κάτω και το έβαλα να ξαναπιάσει!

Εγώ μέσα στο μαγαζί.Η γριούλα με ρωτάει.
-Μαζί είστε;
χι θείτσα,εμένα η μάνα μου μ'έστειλε να μου δώσεις από κείνα εεεε τα...μαλλιά,εεε πως μου τα είπε,για να
κάνει γλυκό!
Η συμπαθητική γριούλα καταλαβαίνει,μου τυλίγει σε μιά λαδόκολλα τα...μαλλιά,πληρώνω 20 δραχμές,τις λέω,
-θείτσα,να μου δώσεις και μιά τσάντα να τα κρεμάσω στο ποδήλατο;
-Ααα δεν είστε μαζί με τον άλλον που έφυγε έέέ;

Βάζει τσάντα κρεμάω τα...μαλλιά στο τιμόνι,
ορθοπεταλιά,στην άλλη γωνία ο Γιώργος περίμενε.Κάνουμε βόλτα μέσα στην αγορά,κολιές,φρεναρίσματα,ο Γιώργος είχε βάλει και ένα μανταλάκι στις ακτίνες του ποδηλάτου να βγάζει και..ήχο!Σε κάποιο σημείο
συναντιόμαστε με το μπάρμπα τον Χουλιαρά με το κάρο του στο δρόμο.Φοβάται το ζωντανό,και κάπως αντέδρασε απ'το φόβο
-!Ώωω ότς,ακούμε!Εεε θα με γρεμίσετε...
Πετάει ένα μανταρίνι που είχε στα χέρια να μας
πετύχει,καπνός εμείς.Παρακάτω,μας ήρθε η ιδέα,να πάμε να παίξουμε ένα πάκμαν,δεκάρικο είχα,από τα ρέστα.
Ετσι κι έγινε.Η μία πίστα έφερνε την άλλη.Κάποια
στιγμή νύχτωσε,είπαμε να φύγουμε,βγαίνουμε από το
Σιώπη,πάμε να πάρουμε τα ποδήλατα,πουθενά
τα...μαλλιά!
Ενας κρύος ιδρώτας,και τώρα;
-Τί κάνουμε ρε μ@λ@κ@;Ο Γιώργος λέει να πάμε να πάρουμε άλλα.Και θα τις πούμε της θείτσας,ότι δεν
έφτασαν,και από λεφτά ότι θαρ'θεί το πρωί η μάνα μας να σε πληρώσει.Αφού εμείς τα ρέστα τα είχαμε καταθέσει όλα στο πάκμαν!Έτσι κι έγινε.Πάμε,η θειά είχε
κλείσει.Εμάς θα περίμενε πότε θα τελειώναμε τις πίστες του πάκμαν;Τώρα;Πώς πάμε σπίτι;
Απο τα πολλά στο σπίτι.Ανοίγω.
-Τβρίκες τνπόρτα;Η μάνα.
-Που σ'έστειλα τόσες ώρες;Που τά'χεις τα υλικά;
-Να...ξέρεις μαμά,είχε κλείσει!Ε
-τί θά'κανε,δε θα περίμενε το γαμπρό στο πλατύσκαλο,πότε θα φανεί;Καλά,σε λίγο να τα πείς τπατέρασ αυτά,εγω δεν ξέρω τίποτα.
Η γιαγιά...σύμπαγε το τζάκι.Μου πατάει το μάτι.-
Είδες καμιά...καλή[γκόμενα]και άργησες;
-Σούτ μην ακούσ η μάνασ!Θα πάμε το πρωί να πάρουμε μαζί για τα γλυκά,τράβα τωρα στο δωμάτιο με τον αδερφό σου.Θα σ'κάνω και τραχανά.
Ακόμη ο ήχος του καμμένου κρεμυδιού με το λάδι ηχεί στ'αυτιά μου.Ενα μυρωδάτο τσσσσ που είναι και τώρα αυτή τη στιγμή στα ρουθούνια μου!Στο δωμάτιο μετά απο κάποιο παιχνίδι,και σε κλάσματα του
δευτερολέπτου,έγινε ο κακός χαμός.Ένα κουβάρι,εγω και ο μικρός αδερφός,για κανένα δεκάλεπτο.Κάποια στιγμή πίσω μας ακούμε μια φωνή.
-Τι γίνετε εδώ;Ο πατέρας.
-Να όχι εγώ,αυτός φταίει,κλπ.
-Εγώ δεν είπα ποιός φταίει,ο πατέρας,αλλά σηκωθείτε
και οι δύο,να πάτε να βρήτε από μία βίτσα απο λυγιά,και να έρθετε εδώ.
Ακόμη την ψάχνουμε αυτή τη βίτσα,και μετά απο τόσα χρόνια!Η γιαγιά φωνάζει.
-Έλα λεβέντημ να φας,τό'χω έτοιμο.
-Ναι,ναι έτσι να τον κάνς εσύ,και θα καλοπεράις μάνα.Η μάνα μου.
-Τού'πες τα νέα ότι με τραχανά θα τα βγάλει τα χριστούγεννα,τλιβέντισ;Πέστ να το ξέρ.Έστειλα το γαιδούρ
να πάρ υλικά,και δεν έφερε τίποτα.Καλύτερα νά'στελνα το γομάρ,αυτό θα τά'φερνε!
-Τα λεφτά πού τά'χεις;
-Τα...μέριασα εγώ,απαντά η γιαγιά!Πρωί-πρωί αύριο θα πάμε να στα φέρουμε.
Τεράστιες οι ματάρες μου,κοιτάζω τη γιαγιάκα μου,ένα δάκρυ φεύγει απο το μάτι μου.Είναι απο το κρεμμύδι του τραχανά,είναι απο το κάψιμο του φαγητού,είναι
απο την έκπληξη της γιαγιάς;Ακόμη το ψάχνω!
-Ααα και να το βάλεις καλά στο μυαλόσ.Χριστούγεννα με τέτοιο θα τβγάλισ.Ούτε κατα'ι'φια,ούτε μελομακάρονα και κουραμπιέδες.Τραχανούλι και μόνο τραχανούλι,αν
δεν γίνς άνθρωπος.
Γυρνά η μάνα προς το νεροχύτι,η γιαγιά έρχεται στο
αυτί μου.
-Μεθαύριο,θα πάρω το δώρο το χστουγενιάτκο.Θα πάρουμε γλυκά μελομακάρονα και κουραμπιέδες,και
θα σπάρω και κείνο το αεροπλανάκι που το κρεμάς
απ΄το  ταβάν πσαρέσ!Ας λέει η μανασ.Μην τστεναχωράσ και σύ όμωςία τνέχεται.Τραχανά έχεις χρόνια μπροστά να τρώς,λιβέντημ εσύ.
Δεύτερο δάκρυ.
Και τρίτο αυτή τη στίγμη,που τα γράφω,και τα
θυμάμαι.
Κάπου μουτζουρώνει το ρημάδι το χαρτί,κάνω μουτζούρες,θαμπώνει η σελίδα ένα πράμα!
Τα παρατάω,με το άκουσμα ακόμη στ'αυτιά μου
εκείνου του τσσσσ απο τον υπέροχο τραχανά απο τα λεπτεπίλεπτα χέρια της γιαγιάκας.Ας την είχα και
σήμερα πλαί μου,και δεν ήθελα ούτε γλυκά με...μαλλιά,
ούτε κουραμπιέδες και μελομακάρονα.Τρεις φορές την
ημέρα μπορούσα να φαω τραχανά;Συγνώμη αλλά δε μπορώ άλλο.Τα παρατάω.Κάποια άλλη στιγμή τα επόμενα.
Καλές χαρούμενες γιορτές,με τους αγαπημένους σας,με ή χωρίς γλυκά με...μαλλιά!
Και να θυμάστε.
Αγαπάτε τους γύρο σας,πριν αυτοί γίνουν φωτογραφία.
    
Ο νοσταλγικά σκεπτόμενος
Δεκεμβριος 2015