30/7/18

Σε λίγες μέρες φεύγουν.

της Eva Stets ( Every Stork in Greece)
Για την αρχή της εβδομάδας και το νέο εξώφυλλο ετοίμασα κολάζ με φωτογραφίες - screenshot από την κάμερα ιντερνετ στην Φιλιππιάδα.
Για δεύτερη σεζόν φέτος είχαμε την δυνατότητα να παρακολουθούμε όλα τα γεγονότα της φωλιάς των Πελαργών από την (μοναδική στην Ελλάδα) κάμερα σε ζωντανή μετάδοση (filoiko.blogspot.com).
Έτσι προσπάθησα να "μαζέψω" τις πιο βασικές στιγμές: από το πρώτο αβγό, το κλώσημα, την εκκόλαψη και την φροντίδα νεοσσών και στην συνέχεια το μεγάλωμα των νεαρών Πελαργών μέχρι την πρώτη πτήση και την επιστροφή τους (ακόμα) στην φωλιά.
Θα ήθελα παράλληλα να προσέξετε το "βάθος" της φωλιάς - κάτι, που δεν βλέπουμε από κάτω. Είναι φανερό το ΠΩΣ άλλαξε εμφάνιση η φωλιά και το υλικό της. Μάλιστα, τώρα που οι νεαροί πελαργοί άρχισαν και πετάνε - οι γονείς έπαψαν να ασχολούνται με την φωλιά και πολύ από το υλικό "έφυγε".
Oι μέρες της αποχώρησης πλησιάζουν, σε πολλές φωλιές οι πελαργοί είναι ακόμα, σε αρκετές ήδη έχουν φύγει...για κάποια άτομα η μετανάστευση ξεκίνησε. Ας έχουν καλό δρόμο και καλή επιστροφή και ας χαρούμε αυτούς που δεν έφυγαν ακόμα. Καλή εβδομάδα σε όλους!
(screenshot's στο κολάζ: ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΖΗΚΟΣ, Fani Hatzivasileiadou & εγώ)

25/7/18

Πετάω μαζί σας


Σα να πετάω μαζι σας  .      Σήμερα ήρθε επιτέλους η μεγάλη στιγμή.Και η τυχερή.Ανοίγω την εικόνα που εδώ και τόόόσο καιρό κοιτάζω.Να,απο τότε που ήταν μια σταλιά...ποντικάκια!Κοιτάζω,μπα λέω,λείπει ένα!Επικοινωνώ με το αγαπημένο filoiko.Ρωτάω.Μα...πού είναι;Έγινε κάτι;Έπεσε;Και απο κάτω να βλέπω ορδές αυτοκινήτων.Λές;Όόόχι μου λέει.Σήμερα είχαμε την πρώτη...πτήση!Ένα τεράστιο χαμόγελο σχηματίζετε στο πρόσωπό μου.Λες και πετάω και γώ.Θεέ μου λέω.Σήμερα κι'αυτά τα μικρά ποντικάκια,θα απολαύσουν καλοκαίρι!Όπως όλοι μας.Θα τους χαιδεύει ο ήλιος όπως όλους

Η πρώτη πτήση.

Στις 24 Ιουλίου 2018 οι δυο νεαροί πελαργοί της φωλιάς, από την ζωντανή μετάδοση στην Φιλιππιάδα έκλεισαν τις 65 μέρες της ζωής τους και ο τρίτος τις 63 μέρες (οι δυο πρώτοι νεοσσοί εκκολάφτηκαν στις 20 Μαΐου και ο μικρότερος στις 22 Μαΐου).
Έτσι το πρωί της Δευτέρας - οι δυο, ελάχιστα μεγαλύτεροι, έπειτα από πολλές μέρες "γυμναστικής" και δοκιμών, πέρασαν σε "άλλο στάδιο" της ζωής τους - έκαναν την πρώτη πτήση! Αυτό ήταν αναμενόμενο, μιας και στις 65 μέρες από την εκκόλαψη τα φτερά των πελαργων έχουν ήδη αναπτυχθεί καλά και τότε μόνο από αυτούς εξαρτάται ποια μέρα θα πετάξουν (υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις που νεαροί πελαργοί θα πετάξουν λίγο νωρίτερα από τις 65 μέρες ή λίγες μέρες αργότερα).
Στην πρώτη πτήση η απουσία των δυο πελαργων κράτησε περίπου 3,5 ώρες και ο τρίτος, που έμεινε στην φωλιά δοκίμαζε τα φτερά και κοίταζε προς τα έξω από την φωλιά με φανερό ενδιαφέρον . Πιθανά τα αδέλφια του να μην είχαν πετάξει μακριά ή να έκαναν μια "στάση" σε κάποια κολώνα ή στην κοντινή ταράτσα και να τους έβλεπε.
Δεν μπορούμε τώρα να προβλέψουμε πόσες μέρες ακόμα οι νεαροί πελαργοί στην Φιλιππιάδα θα είναι στην φωλιά ή πότε θα φύγουν οριστικά. Μπορεί να πετάνε (και να μαθαίνουν τη ζωή) αλλα μπορεί να γυρίζουν στην φωλιά για αρκετές μέρες ακόμα ή..... μπορεί να "περάσουν στην ανεξαρτησία" πιο νωρίς (π.χ. το 2017 οι νεαροί της συγκεκριμένης φωλιάς έφυγαν παρα πολύ γρήγορα) . Όσο θα είναι στην φωλιά θα ταΐζονται ακόμα από τους γονείς αλλα όχι όπως πριν (πρέπει να μάθουν να βρίσκουν την τροφή μονοί τους). Έπειτα (όταν φύγουν από την φωλιά) ο δεσμός της οικογένειας θα πάψει να υπάρχει και ο καθένας θα πάει με το δρόμο του....
Ας ευχηθούμε να έχουν πάντα καλές πτήσεις (φωτο είναι screenshot από την μετάδοση http://filoiko.blogspot.com/)

22/7/18

50.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

 Που να΄ναι εκείνα τα παιδιά.

 του Μιλτιάδη.Δ.Κωστάκου  

    Κάθομαι, τώρα εγώ ανάμερα και συλλογίζομαι.. Μπροστά μου κυλάει ορμητικό το ρεύμα της ζωής και είναι, εδώ που φτάσαμε, να με πάρει και εμένα, να με παρασύρει στην δίνη του και να με πάει ποιος ξέρει πού. Όπως τόσους άλλους της γενιάς μου, μεγαλύτερους και μικρότερους. Αλήθεια, αυτό είναι ζωή; Αναρωτιέσαι βαθιά μέσα σου και απορείς. Ένα ταξίδι όλο και όλο που κρατάει εξήντα, εβδομήντα χρόνια. Για άλλους λίγο περισσότερο, για άλλους πάλι πολλούς λιγότερο, άδικα λιγότερο. Και λοιπόν; Είμαστε οι άνθρωποι δημιουργήματα, προϊόντα αναλώσιμα με ανοιχτή απλά την ημερομηνία λήξης; Γιατί τότε ερχόμαστε, δηλαδή γεννιόμαστε; Να κάνουμε τι στον κόσμο; Προπάντων πού πηγαίνουμε. Μεγάλα ερωτηματικά που μέχρι τώρα δεν βρήκαν απάντηση. Που ίσως και να μη βρουν στον αιώνα τον άπαντα. Η τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας. Να μην ξέρεις τι  είσαι και γιατί υπάρχεις.
    Ήταν πρώτα στο χωριό οι γέροντες. Τους θυμάμαι και τους φέρνω στο νου μου τώρα. Μορφές σεβαστικές, πρόσωπα σκαμμένα από τις ρυτίδες  που τις είχε χαράξει η μίζερη δουλειά και το βάρος των χρόνων. Ο Ντούλα – Τζιάτζος  ψηλός με τις μουστάκες του, τη μπουραζάνα του  με τα χωρίς φούντες τσαρούχια του και το μαύρο φέσι, κι αυτό χωρίς φούντα στο κεφάλι του να κατηφορίζει το δρομάκο της γειτονιάς μας. Ο Βασίλ᾽Ντούλας, ο μπάρμπα-Βασίλης,  άλλη πατριαρχική μορφή αυτός με τα αδρά χαρακτηριστικά ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του,  ίδιο με τις αυστηρές ζωγραφιστές εικόνες των αγίων στους τοίχους της εκκλησίας της Παναγίας. Δύο τύποι από τους πιο χαρακτηριστικούς της γειτονιάς μου τότε που μικρό παιδί φιλοτεχνούσα  την πινακοθήκη των χαρακτήρων του χωριού μέσα μου, Με το πινέλο της αυθόρμητης περιέργειας και της άδολης παιδικής αφελείας.
    Όλοι οι γέροντες τότε λίγο πολύ έμοιαζαν μεταξύ τους με τα γνωρίσματα των δύο αντιπροσωπευτικών τύπων που προανέφερα. Τους ίδιους σχεδόν συναντούσα σε κάθε μαχαλά που διάβαινα  και στο καφενείο όπου ήταν συναγμένοι.  Ο μπάρμπα Ντούλας, ο μπάρμπα Σταύρος, ο μπάρμπα Κώτσιος. Όλοι τους όμοιοι, με ελαφρές αποκλίσεις. Από τα ίδια καλούπια που σμίλευε η ομοιομορφία της φτώχειας εκείνους τους καιρούς, που η λέξη μόδα ήταν παντελώς άγνωστη.
    Ίδια και οι γυναίκες. Αυτές κι αν βολόδερναν μέσα στην ομοιομορφία τους. Την ισοπεδωτική ομοιομορφία που αλλοτρίωσε τη γυναίκα μέσα στους αιώνες σε ρόλους καθηλωτικούς για την ελευθερία τους και την ίδια τη φύση τους. Ή γυναίκα που στο σπίτι χρεώνεται όλες τις ευθύνες και τα οικογενειακά βάρη. Η γυναίκα να γεννήσει τα παιδιά, η πιο επώδυνη διαδικασία μέσα στη φύση και ως μάνα να τα θηλάσει να τα αναθρέψει. Η γυναικά ως νοικοκυρά να φροντίσει για το σπίτι, για το νοικοκυριό και όλες τις ανάγκες. Να σκαλίσει τον κήπο, να δουλέψει στο χωράφι. Να υπηρετήσει όλους μέσα στο σπίτι, από τον μικρότερο ως τον μεγαλύτερο. Που να᾽βρισκε χρόνο και τρόπο να υπηρετήσει τον εαυτό της. Ένα χτένισμα θα το έκανε κι αυτό μόνη της στα πεταχτά, που καιρός για λεφτά· ακόμα και χρόνος για την κομμώτρια. Τα ρούχα της, τα φορέματα της, την γκαρνταρόμπα της. Άκου, γκαρνταρόμπα, τι πράγμα κι᾽αυτό, τρώγεται; Μια κρεμάστρα κάπου εκεί παράμερα για να ξεχωρίζει. Ένας ειδικός χώρος διακριτικά στην άκρη της ντουλάπας, αν υπήρχε κι αυτή. Έπειτα η ενδυμασία της, τα ρούχα, τα φορέματα της. Όλα της τα χρειαζούμενα, για να βγει η γυναίκα έξω στον κόσμο, και αυτά ήσαν περιορισμένα σε αριθμό και γούστο κατά τις απόλυτες ανάγκες και, φυσικά, κατά το πορτοφόλι που συνήθως ήταν  λίαν περιορισμένων δυνατοτήτων. Κύριες και κύριοι, σας παρουσιάζω τη γυναίκα της εποχής που εδώ και καιρό σας μιλάω. Μια ανθρώπινη φιγούρα σε μαύρη ή γκρίζα εκδοχή χρωματικά,με μονίμως στο κεφάλι της ένα μαντήλι μαύρο και αυτό, διάστικτο αν δεν ήταν κατάμαυρο με κάποια ανθάκια μικρά σαν κόκκους χρωματιστούς εδώ κι εκεί.  Το πένθος διαρκείας - πάντα στον κοινωνικό περίγυρο υπάρχει αυτό – και η αυστηρότητα των ηθών σε συνδυασμό με τη σκληρή καθημερινή δουλειά σφυρηλάτησαν και σμίλεψαν  με τον καιρό το αρχέτυπο της γυναικείας μορφής στις βασικές εκδοχές της. Τη μάνα νοικοκυρά, την αγρότισσα, την τσοπάνισσα, με την αναπόφευκτη ποδιά της είτε στη δουλειά της μέσα κι έξω από το σπίτι είτε όταν πήγαινε στο μαγαζί να ψωνίσει. Μόνο στις γιορτές και στα πανηγύρια και, φυσικά, τις Κυριακές στην εκκλησία οι γυναίκες ευπρεπίζονταν και φρόντιζαν λιγάκι τον εαυτό τους και το ντύσιμο τους. Αυτά την Κυριακή ως τη Δευτέρα.
   Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις τις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες εποχής και εκεί θα αντικρίσεις τις γιαγιάδες και τους παππούδες σας και θα καταλάβεις περί τίνος σας μιλάω. Μορφές κλασσικές, στερεότυπες, με έντονα και  αδρά χαρακτηριστικά, αντιπροσωπευτικές του καιρού που αναφερόμαστε προκειμένου για την περιοχή μας εδώ. Η ομοιομορφία που λέγαμε
    Ύστερα η επόμενη γενιά, τα παιδιά τους. Η δικοί μας τότε, πατεράδες και μανάδες. Με ελάχιστες διαφορές και πολλές ομοιότητες στο ντύσιμο και στον τρόπο. Κάτι καινούργιο ξεχάραζε  αμυδρά εκεί στο ξημέρωμα κατά την ανατολή, απροσδιόριστο για την ώρα. Περπατάγαμε, ναι, στους ίδιους δρόμους, αλλά να τους πλατύνουμε λιγάκι, να τους μακρύνουμε. Όχι με θράσος. Να μην ξεκοπούμε ολότελα. Αλλά είναι κάποια ελπίδα και απαντοχή για κάτι καλύτερο. Δεν είχε αυτό το <<καλύτερο>>,  ορισμένο σχήμα και μορφή. Και πως να έχει άλλωστε. Πως να του᾽δινες συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.  Αλλά να,ένα καινούργιο πουκάμισο καθαρό και ένα κουστούμι όλο και όλο για τις Κυριακές στην εκκλησία και τις μεγαλογιορτές, Χριστούγεννα και Πάσχα. Τα είχαμε ανάγκη αυτά τα πράγματα. Επιτέλους είμαστε άνθρωποι, δεν είμαστε ζώα. Μέχρις εκεί όμως, να μην ξεφύγουμε από τον ίσκιο των πατεράδων μας. Οι άντρες! Όσο για τις γυναίκες, άσε, αυτές ας περιμένουν. Είναι το σπίτι, τα παιδιά, οι δουλειές που δεν λιγόστεψαν καθόλου. Δεκαετία του ᾽50. Για ποιά πρόοδο να λέμε τώρα.
    Ωστόσο ήταν κάποια καινούρια φανερώματα, λιγοστά βέβαια και όσο να κάνεις δυσδιάκριτα <<διά γυμνού  οφθαλμού>> πως λέμε. Αλλά που με λίγη παρατηρητικότητα  μπορούσες να το δεις. Η αγορά, για παράδειγμα, αρχίσε όλο και να πληθαίνει σε επισκέπτες και σε αγορασττικά  προϊόντα. Ξεθάρρεψε ο κόσμος. Οι πόλεμοι τελείωσαν. Ήταν σαν να είχε έρθει επιτέλους το ξημέρωμα μιας μακριάς νύχτας όλο εφιάλτες, βροντές και αστροπελέκια. Μπορούσες ελεύθερα να βγεις από το σπίτι σου, να αντικρίσεις τον ήλιο, να πεις καλημέρα στους γείτονες. Έπειτα να κοιτάξεις τις δουλειές που χρόνια της είχες μισοπαρατημένες εξαιτίας του μεγάλου φόβου. Πόλεμοι ήταν, θανατικό.  Έλεγες από μέσα σου,  θα γίνει το θαύμα να γίνεις και εσύ κάποιος στην ζωή; Ένας αξιωματικός, υπαξιωματικός, ένας δάσκαλος. Μπα, που τέτοια τύχη. Από μέσα σου, το επαναλαμβάνουμε,  τα έλεγες αυτά, σαν σε όνειρο. Δεν τα εκμυστηρευόσουν ούτε στον… παπά.  Πήγαινες στο γυμνάσιο, άλλος μαθήτευε κοντά σε έναν τεχνίτη,  σ᾽ένα μάστορα, να μάθει την τέχνη. Και όπου έβγαζε το πράγμα. Η ύστατη ελπίδα, μπας κι αλλάξει η ζωή προς το καλύτερο. Αυτό ίσχυε για τη δικιά μας γενιά. Εμείς είχαμε, ελάχιστό έστω, το προνόμιο να ελπίζουμε. Γιατί η γενιά των πατεράδων μας είχε καεί στη φωτιά των απανωτών πολέμων. Για ελπίδες και προοπτικές, ούτε λόγος.
    Και να δεις που εκεί στα 1960 άρχιζαν  να ροδίζουν κάποια φανερώματα λιγοστά βέβαια αλλά βάσιμα, που προοιωνίζονταν καλύτερες μέρες.Ήρθε στα σπίτια το ηλεκτρικό ρεύμα και μπορούσαμε επιτέλους να φωτίσουμε όλο το σπίτι με ένα απλό πάτημα του διακόπτη. Αυτό ναι, ήταν πρόοδος. Έφτασε για τα καλά το νερο στο σπίτι, ήρθαν οι βρύσες και οι νοικοκυρές έπαψαν να κουβαλάνε νερό όλη μέρα από το πηγάδι με τη στάμνα  και τη βαρέλα. Άνοιξαν και οι δουλειές με αποτέλεσμα να κυκλοφοράει περισσότερο χρήμα, λιγοστό βέβαια, αλλά πού σου επέτρεπε να ρίξεις περισσότερο λάδι στο φαγητό και όχι με τις σταγόνες, όπως γινόταν μέχρι πριν.
    Η μεγάλη αλλαγή ήλθε με την μετανάστευση στην Γερμανία. Εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων πήραν το δρόμο της ξενιτιάς να δουλέψουν στις φάμπρικες της Γερμανίας. Ένα μεγάλο κοινωνικό γεγονός με πολλαπλές συνέπειες για τη χώρα μας. Χρήμα ζεστό και άφθονο εισέρρευσε  στα κρατικά ταμεία, τονώθηκε η αγορά από τα πάσης φύσεως έργα. Χτίσθηκαν σπίτια, πολλά σπίτια, εξοπλισμένα με ανέσεις πρωτόγνωρες για τα μέχρι τότε δεδομένα της χειμάζουσας ελληνικής κοινωνίας. Έρχονταν με την άδεια τα καλοκαίρια οι μετανάστες και σκόρπιζαν χρήμα με ουρά. Πρώτη φορά που βλέπαμε ανθρώπους με κουστούμια στις εργάσιμες μέρες, να κυκλοφορούν με κούρσες. Ειδικά στα πανηγύρια οι μετανάστες από τον καημό που τους έλειπε η πατρίδα, το χωριό τους, έστειναν γλέντια ξεγυρισμένα χορεύοντας ως το πρωί. Πράγματα πρωτόφαντα για κείνους τους καιρούς. Η ελπίδα άρχισε να παίρνει το χαρακτήρα βάσιμης προοπτικής.
    Αυτό κράτησε περί τα είκοσι χρόνια, αρκετά για να ανασάνει η οικονομία της πατρίδας μας και να χορτάσουν επιτέλους τα αδειανά στομάχια μας.
Μέχρις εδώ κλείνει ο κύκλος του ιστορήματος. Τελειώνει το ταξίδι μας. Τελευταίες πινελιές απομένουν. Προπάντων κάτι σκέψεις σκόρπιες κι αυτές που αναπόφευκτα, σχεδόν βασανίστηκα, έρχονται στο τέλος ως επίλογος σε μια γραφή, ως απολογισμός μιας περιόδου μεστής από έντονα βιώματα, Όπως αυτά της δικής μου γενιάς. Κάθε στιγμή στην ιστορία γεννιέται από κάποια άλλη, για να  γεννοβολήσει στη συνέχεια το επόμενο περιστατικό, το επόμενο αφήγημα. Έτσι είναι η ζωή, μια αδιάσπαστη ενότητα και μια αδιατάρακτη συνέχεια. Μπορείς να σταματήσεις τη νεροσυρμή,  να ακινητοποιήσεις το ρεύμα της και να το κόψεις σε κομμάτια για να τα μελετήσεις ύστερα με την ησυχία σου; Δε γίνεται.
    Αυτά και άλλα πολλά σκέφτομαι τώρα και μαζί με την απορία με πιάνει το παράπονο. Γιατί να  είναι έτσι τα πράγματα και όχι κάπως αλλιώς. Δε λέω, να φεύγουμε από τούτο τον κόσμο, αλλά με κάποια τάξη, με κάποια σειρά. Σήμερα εγώ, αύριο εσύ, μεθαύριο ένας άλλος. Προπάντων να ξέρουμε και που πηγαίνουμε. Τόσοι άνθρωποι έφυγαν που γέμιζαν το χωριό με την παρουσία τους. Σα να τους βλέπω κάθε απόγευμα που παίρνει και βραδιάζει να ροβολάνε από τους μαχαλάδες ψηλά, ίσια κατά τα μαγαζιά, ένας-ένας, δύο-δύο και να αρχίζει πάλι το πανηγύρι το καθημερινό ως αργά τη νύχτα. Που να᾽ναι,  αλήθεια, εκείνα τα παιδιά, ένας ολόκληρος κόσμος; Ώρες ώρες δε μου βγαίνει από το μυαλό πως εγώ ανήκω σε εκείνο τον κόσμο.  Η λογική των υπολογιστών (Η/Υ)  σήμερα εμένα δεν με ακουμπάει και ας πρόκειται για ένα σύγχρονο θαύμα της τεχνολογίας. Είναι θέμα προσωπικό και σε καμία περίπτωση δεν το συνιστώ. Λέω και το άλλο και με αυτό κλείνω. Μήπως και η μνήμη με τη μορφή τις ανάμνησης, ως πνευματική κατεξοχήν λειτουργία δεν νοείται αλλιώτικα από την βαθύτερη υπαρξιακή μας αγωνία ως πεπερασμένων όντων να αντισταθούμε στη λήθη, την λησμονιά, που στη συνείδησή μας  ισοδυναμεί με τον απόλυτο  θάνατο;  Αγώνας δηλαδή και αγωνία που η εκκλησία μας εξαγιάζει θεσμικά με τα τελούμενα μνημόσυνα των νεκρών και τις αλλές  ιερουργίες.
    Η εκκλησία, η θεσμοποιημένη πίστη, με ασύλληπτο μεταφυσικό βάθος. Από την άλλη μεριά το Σύμπαν, το Απειρο, που δεν έχει αρχή και τέλος, μια χαώδης έκταση στο χώρο και το χρόνο. Ύστερα η Δημιουργία ως ενέργεια και υπέρτατος σκοπός
   . Τέλος ο Ανθρωπος, δηλαδή εμείς που είμαστε τώρα, αυτοί που υπήρξαν πριν από εμάς, και αυτοί που θα έρθουν, θα ακολουθήσουν. Να είναι ο άνθρωπος τόσο ασήμαντος, όσο απειροελάχιστος δείχνει μπροστά στις συμπαντικές έννοιες που είπαμε; Ιδού το ερώτημα. Έχει πολλή δουλειά ακόμη η Φιλοσοφία. Αν και για ορισμένους τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα. Έτσι ή  αλλιώς.
    Έρχονται τώρα από μια μεριά οι φίλτατοι παλιοί μου γνώριμοι, οι αποχωρήσαντες από το μάταιο τούτο βίο, οι κοντινοί,  που τους έζησα, που ζήσαμε μαζί πριν κάποια χρόνια, και τι μου λένε.
<<Μη  βασανίζεσαι άδικα και σκίζεις το κεφάλι σου! Ότι είναι να γίνει, θα γίνει. Άσε τα πράγματα να κυλήσουν, όπως αυτά θέλουν. Έφεξε – νύχτωσε, είναι η ζωή. Κάτι ξέρουμε και εμείς>>.
Σα να έχουν δίκιο. Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει.
 Έφεξε – νύχτωσε είναι η ζωή. Τελεία και παύλα
Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος
Ιούνιος 2018

9/7/18

Μεγάλωσαν και δοκιμάζουν τα φτερά τους...

της Eva Stets ( Every Stork in Greece)
9 Ιουλίου 2018. Μεγάλωσαν οι νεαροί πελαργοί στην Φιλιππιάδα και κλείνουν σήμερα τις 50 (οι δυο πρώτοι) και τις 48 (ο τρίτος) μέρες τις ζωής τους (εκκολάφτηκαν στις 20 και 22 Μάιου αντίστοιχα). Τώρα πλέον πλησιάζουν και οι μέρες που τα πουλιά θα ξεκινήσουν τις πρώτες πτήσεις (σε πολλές φωλιές οι νεαροί πελαργοί, που εκκολαφτήκαν νωρίτερα, άρχισαν και πετάνε).
Βάση των ημερομηνιών της παρακολούθησης γνωρίζουμε, ότι οι πρώτες πτήσεις των πελαργών ξεκινούν συνήθως μετά από τις 60 μέρες από την ημέρα εκκόλαψης. Αυτό μπορεί να αλλάξει (+ / - λίγες μέρες) ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στην φωλιά. Παράδειγμα: αν οι νεαροί πελαργοί ταΐζονται πάρα πολύ από τους γονείς και δεν έχουν χάσει αρκετό λίπος – θα πετάξουν πιο αργά από αυτούς που είναι πιο αδύνατοι.
Πριν το «μεγάλο βήμα» όλοι νεοσσοί πελαργοί κάνουν για αρκετό καιρό τις «δόκιμες πτήσεις»: γυμνάζουν τα φτερά τους και (όλο και περισσότερα) κάνουν άλματα πάνω από την φωλιά. Μπορούμε να παρακολουθούμε αυτές «ετοιμάσεις» με την κάμερα ιντερνέτ στραμμένη στην φωλιά στην Φιλιππιάδα. Ας τους χαρούμε ακόμα!
Η φωτο είναι screenshot από την μετάδοση: http://filoiko.blogspot.com/