9/2/16

Ο Θεός Ποταμός

του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου

 ‘’Ποτάμι εσύ που κουβαλάς του κόσμου τα μυστήρια’’
Τον τίτλο δανείστηκα από ένα μυθιστόρημα ξένου συγγραφέα, που μιλούσε για τον ποταμό Νείλο, που οι αρχαίοι Αιγύπτιοι για τις μεγάλες του ωφέλειες τον είχαν θεοποιήσει και ως Θεό τον λάτρευαν.
Εγώ θα σας μιλήσω για το δικό μας ποτάμι, το Λούρο, που αν δεν λατρεύτηκε ως Θεός, όμως προσδιόρισε την μοίρα του τόπου μας.
Για μας τους παλιούς ο Λούρος ήταν κάτι παραπάνω από γεωγραφικός όρος. Ήταν δωροδότης μαζί και καθαρτήριο ζωής, όπου μέσα του καθαρίζονταν σώματα και ψυχές. Στα νερά του κολυμπήσαμε και νιώσαμε τη δροσιά του να καταλαγιάζει μέσα μας τα πρώιμα και ανικανοποίητα πάθη, που πλημμύριζαν τις παιδικές μας ψυχές. Το ποτάμι ήταν για μας μια πρόκληση, ένα αντροκάλεσμα να παλέψουμε με τους φόβους που φώλιαζαν μέσα μας για το μέγα μυστήριο που η φύση κρύβει στα σωθικά της. Ήταν ο φόβος και η γοητεία που μας έσπρωχναν στο ποτάμι. Μπαϊλντισμένοι και κατασκονισμένοι από το παιχνίδι, τραβούσαμε προς το ποτάμι, όπως ακριβώς τα ζώα που ροβολάνε τον κατήφορο να πιούν νερό να ξεδιψάσουν και δροσιστούν.
Το ποτάμι τα χρόνια εκείνα ήταν ένα αληθινό σχολείο, όπου έπρεπε κανείς να μαθητέψει, για να μπορέσει να ενταχθεί δικαιωματικά στην ιδιότυπη ιεραρχία του παιδόκοσμου τότε. Όποιος δεν έκανε τη θητεία του στο ποτάμι αυτόματα ήταν εκτός ομάδας και ο ίδιος αισθάνονταν μειονεκτικά απέναντι στους άλλους. Καθόταν αποτραβηγμένος στην άκρη κι έβλεπε τους άλλους να παίζουν ή να διηγούνται ένα σωρό παιδικά κατορθώματα για το βουνό, για τον κάμπο, για το κολύμπι. Αυτός ήταν ο κανόνας.
Παιδιά που οι οικογένειες τους τα κρατούσαν στο σπίτι, μακριά από την αλάνα, ήταν δικασμένα να στερηθούν τις χαρές και τις μοναδικές εμπειρίες που μόνο η παιδική ζωή μπορεί και πρέπει να προσφέρει. Αλλιώς μένει στην ψυχή σου ένα μεγάλο κενό που σε συντροφεύει για όλη σου τη ζωή.
Το ποτάμι πέρα από τη χαρά του νερού ήταν και μία περιπέτεια. Πάλευες με το νερό να βγεις στην απέναντι όχθη, να μη σε παρασύρει η ορμή του, η σούδα. Εκεί στην αντικρινή όχθη ξάπλωνες στα χορτάρια και αισθανόσουν νικητής. Ύστερα έπιανες κι εξερευνούσες το χώρο που ήταν ερημικός και κατάφυτος από βάτα και πολλά δέντρα. Περπατούσαμε ξυπόλυτοι πάνω στα χόρτα και δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιο αγκάθι έμπαινε στις γυμνές πατούσες μας προκαλώντας ένα οδυνηρό πόνο. Παίρναμε ανάστροφα το ποτάμι πλάι στην όχθη για αρκετή απόσταση. Στην επιστροφή γυρίζαμε κολυμπώντας ως το σημείο που πρωτοξεκινήσαμε.
Στ’ αληθινά το ποτάμι ήταν μια περιπέτεια.
Τώρα που τα σκέφτομαι όλα αυτά, ένα πράγμα μου κάνει εντύπωση. Ζούσαμε τόσο κοντά στο ποτάμι, κολυμπούσαμε  μέσα σ’ αυτό, παίξαμε με τα νερά του κι όμως τελικά δεν μπορέσαμε να υπερνικήσουμε το φόβο που φώλιαζε μέσα μας.
Εκεί που νόμιζες πως ήσουν ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, τα νερά του ποταμού άλλαζαν χρώμα, σκοτείνιαζαν και γινόταν απειλητικά. Κοντά στην απόλαυση του νερού παραμόνευε πάντα ο κίνδυνος. Το ποτάμι είχε τον τρόπο και στις καλύτερες στιγμές να μας θυμίζει τη μικρότητα μας απέναντι στο μεγαλείο και την παντοδυναμία της φύσης.
Ώρες-ώρες πιάνω τον εαυτό μου να συλλογιέται πως δεν ήταν μακριά από την αλήθεια οι αρχαίοι που θεοποίησαν από τη φύση όποια στοιχεία θαύμαζαν ή φοβούταν κι αδυνατούσαν να εξηγήσουν. Όσο πιο πολύ εισχωρείς στο Μυστήριο της Ζωής, τόσο περισσότερο και ανακαλύπτεις το Θεό.
Για την Αρχαία Αίγυπτο, τον Φαραώ, ο Νείλος ήταν ο Θεός ποταμός. Για τη Φιλιππιάδα, ο ποταμός Λούρος, αν δεν ήταν Θεός, σίγουρα είναι ευλογία του Θεού.
  Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος
Οκτώβριος 2001
(πρώτη δημοσίευση περιοδικό Η ΦΙΛΙΠΠΙΑΔΑ του Συλλόγου Φιλιππιαδιωτών Αττικής)