Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος
Λόγος Γ. Εμείς είχαμε το κοτσέκι.
Ένα πράγμα κατάλαβα ως τώρα. Για το θέμα μας, για το
κοτσέκι. Πως σαν γεράσει ο άνθρωπος βλέπει τη ζωή αλλιώτικα. Τη ζωή γενικά,
αλλά και τη δική του ζωή ειδικότερα. Από άλλη σκοπιά, με διαφορετική προσέγγιση
από ότι ήταν νέος. Όσο είναι παιδί ο άνθρωπος θέλει να μαθαίνει όσο γίνεται
περισσότερα πράγματα. Να τα βάλει στο μυαλό του, να χωρέσουν όλα αδιακρίτως,
καλά και κακά. Μυστικές φωνές από μέσα του τον σπρώχνουν σ’ αυτό.
Ύστερα στα
χρόνια της ακμής και της ωριμότητας τα επεξεργάζεται ένα- ένα και τα ξεχωρίζει.
Εδώ τα ωραία, εκεί τα άσχημα. Τα ωφέλιμα, τα βλαβερά, τα καλά και συμφέροντα κοκ.
Ώσπου στην
τρίτη ηλικία επανέρχεται στην ίδια διαλογή. Στο καλό και στο κακό. Δηλαδή, πάλι
στο άσπρο και μαύρο, όπως όταν ήταν παιδί. Αλλά στοχαστικά. Για να μάθει την
πραγματική, τη μεγάλη αλήθεια. Ποια ωφέλησαν την ψυχή του και ποια την έβλαψαν.
Τότε όλα
μετουσιώνονται μέσα μας, έμψυχα και άψυχα, ιδέες και συναισθήματα. Όλα γίνονται
ξεχωριστές οντότητες, χάνουν την αρχική τους υφή και αποκτούν το αληθινό τους
νόημα, την πραγματική τους αξία ή απαξία.
Στον
διαλογισμό τον δικό μου τώρα το κοτσέκι έχει προ πολλού αποβάλει τα
συγκεκριμένα του γήινα χαρακτηριστικά και από κάτι το υλικό που ήταν
μετουσιώθηκε και έγινε