27/11/15

Εντάξει! Θα στείλει επιστολή ο δήμαρχος...

Δι’ αλληλογραφίας, οι αντιδράσεις για την απόφαση που διακόπτονται οι εφημερίες στο Κέντρο Υγείας Φιλιππιάδας…
Γράφει ο Κώστας Γκέτσης
Η φωτογραφία, αλλά και το δελτίο τύπου, αποτελούν μνημείο ερασιτεχνισμού, με την κακή έννοια του όρου, αφού αυτός ο ερασιτεχνισμός, επιχειρείται να παρουσιαστεί στους πολίτες, ως πραγματικό ενδιαφέρον, που αν είναι τέτοιο, μπορεί να έχει και το στοιχείο της αισιοδοξίας.
Στην φωτογραφία εικονίζεται η προϊσταμένη του Κέντρου Υγείας Φιλιππιάδας κα Κωστούλα, ένας γιατρός και δυό νοσοκόμες του Κέντρου Υγείας και στο

22/11/15

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ

του Αθανασίου Διδασκάλου
Με μια ματιά παράλληλη με αυτή του μαθητή, του Μιλτιάδη Κωστάκου, μέσα από μικρά λογοτεχνικά κείμενα, που η υπερβολή δεν είναι μέτρο σύγκρισης, αλλά μέσον. Πραγματικοί χαρακτήρες, ιστορικά γεγονότα, διάλογοι φανταστικοί χαρακτηρίζουν  τον κοινωνικό ιστό του σχολείου της Παλιάς εντεταγμένου στις ανάγκες και τα όνειρα μιας μικρής επαρχιακής πόλης κατά την δεκαετία του πενήντα αλλά και το λειτούργημα του δασκάλου εκείνης της εποχής. Και τις όποιες τυχόν συμπτώσεις των κειμένων ας τις πιστώσουμε άδολα μόνον στον ανώνυμο δάσκαλο της εποχής και στο σχολείο της Παλιάς.

1. Ο ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

-Κυρία Ευδοκία Φιλαρέτου, περάστε.
´Εκλεισε  βαρειά πίσω μου η ξύλινη πόρτα και, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα μπροστά στο Συμβούλιο.
-Καθείστε, κυρία Φιλαρέτου και δόστε μας τρία λεπτά, παρακαλώ, ανέφερε ο κύριος Πρόεδρος με φωνή σοβαρή και κοφτή, χωρίς καν να με κοιτάζει.
Κάθισα σε μια απλή ξύλινη καρέκλα και περίμενα με αγωνία προσπαθώντας να κρύψω την αμηχανία μου. Το θερμόμετρο στο τοίχο, έδειχνε κάτω από 10 βαθμούς Κελσίου αν και η σόμπα «δεν προλάβαινε να καίει».  ´Ηταν Μάρτιος μήνας, 10 Μαρτίου του 1953. Είμαστε στο γραφείο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Πρεβέζης και μετά τον διορισμό μου περίμενα την απόφαση του Συμβουλίου για την τοποθέτησή μου σε δημοτικό σχολείο στα πλαίσια του νομού. Το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο στο πρόσωπο του Προέδρου του Συμβουλίου. ´Ηταν ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Πρεβέζης, ο κύριος Ανδρέας Γαλάνης. Μελετούσε τον υπηρεσιακό μου φάκελο  με πολύ προσοχή,  σαν να επρόκειτο για σπουδαία δικογραφία.
-Κυρία Φιλαρέτου, ας δούμε τα έγγραφά σας ένα-ένα, μονολογούσε ο κύριος Πρόεδρος αφοσιωμένος στο περιεχόμενο του φακέλου μου χωρίς να κοιτάζει κάποιον. Απολυτήριο εξαταξίου γυμνασίου, πτυχίο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, εύγε αποφοιτήσατε με άριστα, η αίτησή σας επί ημικλάστου χάρτου για τον διορισμό σας, η απόφαση του κυρίου Υπουργού Παιδείας, το φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, η τοποθέτησή σας στο Π.Υ.Σ.Σ.Ε. Πρεβέζης και τα λοιπά και τα λοιπά.
-Κύριε Πρόεδρε, είναι όλα σύννομα, τα έχουμε ήδη ελέγξει, παρενέβη ο  Επιθεωρητής, κύριος Βασίλειος Τσανάκας.
Μα ο κύριος Πρόεδρος συνέχιζε να ελέγχει τον φάκελό μου.
-Κύριε Επιθεωρητά έχετε δίκιο, έχετε δίκιο, αλλά θα προτιμούσα τον φάκελο αυτό να τον εξετάσουμε τελευταίο.
Συμφώνησαν όλοι χωρίς να ρωτήσει κανείς γιατί.
-Κυρία Φιλαρέτου, παρακαλώ περιμένετε έξω και στο τέλος της συνεδρίασης θα σας φωνάξουμε.
´Ηταν και η πρώτη φορά που ο κύριος Πρόεδρος  μου μιλούσε και ταυτόχρονα με κοίταζε. ´Ενα βλέμμα παράξενο, με κοίταζε κατ ευθείαν στα μάτια μου χωρίς τον παραμικρό μορφασμό στο πρόσωπό του. Ψυχρός, όπως την πρώτη στιγμή, πολύ ψυχρός.
Σηκώθηκαν όλοι από τις θέσεις τους και ο γραμματέας με οδήγησε στην αίθουσα αναμονής.
Κοκκάλωσα κυριολεκτικά. Χίλιες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου κι όλες κακές. Μήπως έχω κάνει κάποιο λάθος, μήπως ξέχασα να καταθέσω κάποιο έγγραφο! Οχι, όχι αποκλείεται, είμαι εξαιρετικά επιμελής, από πλευράς μου δεν λείπει τίποτα. Αλλά και πάλι, να είμαι εγώ επιμελής και η Υπηρεσία όχι, αποκλείεται, δεν το δέχομαι. Τί να συμβαίνει, άραγε!
Κοίταξα γύρω μου,  άλλοι τέσσερις συνάδελφοι, άνδρες όλοι τους, περίμεναν την τοποθέτησή τους προερχόμενοι από μετάθεση.
Ο πρώτος είχε τελειώσει κιόλας. Ο δεύτερος έμεινε λίγο παραπάνω στο Συμβούλιο, αλλά μόλις βγήκε πανευτυχής.
-Συνάδελφοι, τοποθετήθηκα στην πόλη της Πρέβεζας, στο 2ο Δημοτικό Σχολείο, είναι εξαθέσιο και θάχω και δική μου τάξη. Τέρμα πια τα βάσανα. ´Εχω τώρα οκτώ χρόνια που διδάσκω στα ορεινά των Ιωαννίνων και ποτέ δεν είχα δική μου τάξη. Για φαντάσου, μονολογούσε πανευτυχής.
Μπράβο, συγχαρητήρια του είπαμε όλοι.
´Ηταν ένα παλληκάρι δυο μέτρα ύψος, λιγνός, ξερακιανός, κοντά στα τριάντα, με καθαρή ματιά κι ένα χαμόγελο τόσο μα τόσο πλατύ.
Μας χαιρέτησε, μας ευχήθηκε καλή επιτυχία στις τοποθετήσεις μας, και προχώρησε προς την σκάλα. Κατέβαινε από τον πρώτο όροφο που είμαστε και μονολογούσε χαρούμενα, «έχω τάξη, έχω τάξη». Πατούσε και τρίζανε τα σανίδια. Αυτός είναι σωστός δάσκαλος, είπα μέσα μου. Αλλά γιατί τόση χαρά που θάχει τάξη; αναρωτιόμουν.
Και χωρίς να το πολυκαταλάβω συνειδητοποίησα ότι ήμουν πλέον μόνη.
Πάλι οι σκέψεις άρχιζαν να με τρώνε. ´Ημουν 20 χρονών, γεμάτη αυτοπεποίθηση και δύναμη, αλλά ένοιωθα να λυγίζω. ´Οχι, είπα μέσα μου, ό,τι είναι να γίνει ας γίνει. Εγώ είμαι σε όλα εντάξει. Ας με ρωτήσουν ό,τι θέλουν. Αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα στα δικαιολογητικά, σκέφθηκα, δεν θα ζητούσαν να παραμείνω, θα μου το ανακοίνωναν απλά και ψυχρά, όπως άλλωστε με δέχτηκαν. Οπλίστηκα με θάρρος και αποφάσισα ότι είμαι έτοιμη να τους αντιμετωπίσω. Είχα ένα προαίσθημα καλό αλλά και πάλι ένοιωθα μικρή μπροστά σ έναν ολόκληρο Πρόεδρο Πρωτοδικών και στον Επιθεωρητή.
´Ηταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζα μόνη μου, εντελώς μόνη μου, τη ζωή. Ανάμικτα συναισθήματα, φόβου και δύναμης. Τότε ήρθε στο μυαλό μου η δασκάλα μου, η κυρία Αριστέα : «μόνον αυτός που έχει άδικο, παιδιά μου, φοβάται, μόνον αυτός και κανένας άλλος». Κι εγώ, είχα δίκιο ή, αλλιώς, δεν είχα άδικο! Αχ, κυρία Αριστέα μου, πού είσαι τώρα, καλά είναι να μας τα λες από την έδρα κι εμείς να είμαστε στο θρανίο κι άλλο να τα ακούμε μόνοι μας...

-Κυρία Φιλαρέτου, περάστε, ακούστηκε η φωνή του γραμματέα.
Πήρα βαθειά ανάσα κι έχοντας στην ψυχή μου την πρώτη μου δασκάλα, την κυρία Αριστέα, με βήμα σταθερό, μπήκα στην αίθουσα του Συμβουλίου. Κάθισα πάλι στην ίδια θέση και σαν να μη συνέβαινε τίποτα εκμεταλλεύτηκα την σιωπή της στιγμής, σηκώθηκα όρθια, ως ώφειλα, και απευθύνθηκα στο Συμβούλιο
-Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επιθεωρητά, κύριοι Σύμβουλοι. Ευρίσκομαι εις την διάθεσιν της Υπηρεσίας.
Δεν φοβόμουν πλέον. Η φωνή μου και η άρθρωσή μου ήταν καθαρή και συγκοπτόμενη, όπως απαιτούσαν οι κανόνες της γραμματικής. Η όψη μου, επίσης, καθαρή.  ´Εδειχνα άτομο που στέκεται στα πόδια του, που πιστεύει στον εαυτό του και που δημιουργεί την πεποίθηση στον συνομιλητή του ότι πρόκειται περί σοβαρού ατόμου (...καλά τα πάμε κυρία Αριστέα...).
-Καθείστε, παρακαλώ, είπε ο κύριος Πρόεδρος, με ύφος πάλι σοβαρό.

20/11/15

16.Παλιά Φιλιππιάδα

Κοτσέκι-Σχολείο-Απολογισμός.       
 του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
Κάθομαι τώρα και σκέφτομαι. Ύστερα από τόσα χρόνια. Δεκαετίες συναπτές, η μία κοντά την άλλη. Μια ζωή ολόκληρη. Να βρω το ανεύρετο, να πιάσω το άπιαστο, που γλιστράει σαν το νερό στη χούφτα σου και φεύγει, χάνεται ανώφελα στην άμμο. Τι ήταν το Κοτσέκι και τι το Σχολείο τα χρόνια εκείνα που ήμουν παιδί. Το ζητάει, λέει, η ιστορία να ξέρουν οι κατοπινές γενιές τα πρωτινά και τα μελλούμενα.
Να κάνω τον λογαριασμό. Ποιο ωφέλησε, ποιο έβλαψε και πόσο. Αλλά τι λογαριασμό. Εδώ σε θέλω. Όχι με την μπακαλίστικη τη λογική, έσοδα, έξοδα, βερεσέδια και τα ρέστα. Ο λογαριασμός εδώ, ως απολογισμός και αποτίμηση περί της αξίας και απαξίας του ενός και του άλλου. Μια πράξη ζωής λυτρωτική. Πετύχαμε, δεν πετύχαμε. Τι είμαστε, τι δεν είμαστε. Και τι έπρεπε να είμαστε. Ή τι θα έπρεπε να ήμασταν.
Γιατί όπου να ΄ναι κλείνει ο μεγάλος κύκλος αναπότρεπτα. Γυρίζεις και φυλλομετράς το βιβλίο της ζωής σου. Από την αρχή. Πρώτα από το κοτσέκι, το  λίκνο της παιδικής μας ζωής, εκεί όπου πρωτομετρήσαμε τον ίσκιο μας κάτω από τον ήλιο στα πρώτα μας βήματα έξω από το σπίτι μας. Πόσο μετράμε και ποια θέση δικαιούμαστε.
Αυτοστιγμεί με το που κάνεις απλώς τη σκέψη, Μόλις χαράξεις και μόνη τη λέξη, πατάς έναν αόρατο διακόπτη και αμέσως σε περιχύνει λούζοντας σε ένα φως ιλαρό, γελαστικό, που σου ζεσταίνει τους αρμούς σε ολόκληρο το κορμί σου από πάνω ως κάτω. Όπως ακριβώς ο ανοιξιάτικος ήλιος γλυκαίνει με τη θαλπωρή του τα πιασμένα από τη χειμωνιάτικη υγρασία μέλη σου και τα ξεμουδιάζει. Και τότε ξαναγίνεσαι παιδί και τραβάς την κατηφορική ρούγα κατά το κοτσέκι να ανταμώσεις τους παλιούς παιδικούς σου φίλους και να ανάψει σε λιγάκι πάλι το παιγνίδι.
Έτσι βλέπω εγώ τώρα το κοτσέκι. Σαν έναν ήλιο στον χειμώνα της παιδικής μου ζωής. Τότε που η φτώχεια, η πείνα και η δυστυχία ήταν ρούχο που το φοράγαμε κατάσαρκα ολημερίς χωρίς αλλαξιά δεύτερη. Θα το ξαναπώ και πια δε με νοιάζει. Ακούγονται υπερβολικά τα λόγια αυτά, σχεδόν σουρεαλιστικά. Ίσως και να κουράζουν με την επανάληψη. Μακάρι να μην ήταν έτσι, να ήταν ψέματα. Μόνο αυτοί που έζησαν τα δίσεκτα εκείνα χρόνια, αυτοί ξέρουν και μπορούν να πουν. Όσοι βεβαίως υπάρχουμε εν ζωή.
Γιατί, τι άλλο είχαμε, παιδιά εμείς τότε, να χαρούμε στη ζωή μας; Μήπως το ζεστό φαί στην ώρα του, τα καλά ρούχα, τη διασκέδαση με τους φραπέδες και τα ποτάκια, τις βόλτες με τα μηχανάκια; Που ούτε πατίνι δεν είχαμε. Ή μήπως είχαμε το χαρτζιλίκι μας σε καθημερινή βάση; Ή τα πολλά παιγνίδια να παίζουμε τις βροχερές μέρες του χειμώνα; Τόσα στερητικά, που βάζω εδώ τελεία. Γιατί με πήρε ποτάμι το παράπονο; Καθώς τώρα μιλάει το παιδί της δεκαετίας του ΄50, αντί για μένα που τώρα είμαι βολεμένος και καλοβαλμένος.
Ευτυχώς που ήταν τότε το κοτσέκι. Εκεί μέσα σ’ αυτό, μάλιστα! Ζούσαμε και αναπνέαμε. Με το καθημερινό παιγνίδι  νιώθαμε πως ήμασταν άνθρωποι, πως αποτελούσαμε ξεχωριστές οντότητες ο καθένας, έτσι όπως αναμετριούμασταν μέσα στο παιγνίδι. Αυτός εδώ είναι έξυπνος και ικανός, ανώτερος από μένα. Εκείνος εκεί ξεχωρίζει για τα σωματικά του προσόντα, τα καταφέρνει καλύτερα από εμάς τους άλλους. Ο πιο έξυπνος , ο πιο ικανός, ο πιο συνετός, ο φρόνιμος, ο πολυλογάς, ο καβγατζής, ο καπάτσος, ο καταφερτζής. Ελαττώματα και οι αρετές έμπαιναν όλα σε μια διαδικασία επεξεργασίας, τα μεν ελαττώματα να ελαττωθούν μέχρι να εξαλειφθούν, οι δε αρετές να καλλιεργηθούν ακόμα περισσότερο, να κατισχύσουν στις μειονεξίες. Και έτσι όλων μας οι χαρακτήρες διορθώνονταν και στρογγύλεναν, όπως στρογγυλεύουν οι πέτρες στο ποτάμι με την αδιάκοπη τριβή από την πρόσκρουση η μια πάνω στην άλλη μέσα στο ρεύμα. Πλην όμως εδώ στο κοτσέκι το πράγμα προσλάμβανε τον χαρακτήρα μιας κοινωνικής διαδικασίας, όπου το «εγώ» και το «εσύ» αντάμωναν ανταγωνιστικά και συγκρουσιακά τις πιο πολλές φορές, για να συμφιλιωθούν μεταξύ τους μεταλλασσόμενα στο «εμείς», στην ομάδα. Επρόκειτο για μια κορυφαία φυσική εκδήλωση κοινωνικού τύπου με νομοτελειακό χαρακτήρα, όπου το άτομο αποκτά τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του, το κοινωνικό του πρόσωπο, τη δική του κοινωνική ταυτότητα.
Το κοτσέκι εδώ αποτέλεσε τον ιδεωδέστερο χώρο γι’ αυτή την τελετουργία. Ακριβώς γιατί πληρούσε όλες τις αναγκαίες φυσικές προδιαγραφές. Ο κατάλληλος τόπος στον κατάλληλο χρόνο, για εμάς τότε.
Τώρα θα μου παρατηρήσουν, και δικαίως, οι μικρόψυχοι τυχόν σκεπτικιστές ότι ναι, όλα αυτά είναι έτσι και ότι πρέπει κοντά σ’ αυτά να λογαριάσουμε το κόστος με το χάσιμο τόσου πολύτιμου χρόνου, εξαιτίας του παιγνιδιού, σε βάρος των μαθημάτων. Η άλλη πλευρά της σελήνης, η αθέατη. Θα συμφωνούσα απολύτως. Πως έπρεπε να μπει ένας φραγμός, ένας εξολορθολογισμός και μια κατανομή του χρόνου και για την ανάγκη για μελέτη, άλλη μια θεμελιακή υπαρξιακή επιταγή αυτή.
Αλλά , λέω πάλι εγώ που έζησα στο πετσί μου τα πράγματα, μια τέτοια παρέμβαση στην καθημερινή λειτουργία του παιδιού προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την ύπαρξη ενός κατάλληλου για τη μελέτη χώρου, ένα ξεχωριστό, ας πούμε, περιβάλλον όπου το παιδί θα έχει τις στοιχειώδεις, τις χρειώδεις ανέσεις ώστε να αφιερωθεί στο διάβασμα. Ένα ξεχωριστό δωμάτιο με ένα, υποτυπώδες γραφείο, ένα τραπέζι και μια καρέκλα, μια υποτυπώδη πάλι βιβλιοθήκη κλπ. Που όμως τέτοια πράγματα τότε!
Εγώ, για παράδειγμα, θυμάμαι πως έγραφα καθιστός στο κρεβάτι με αποκούμπι πίσω τον τοίχο κι εκεί στη στάση αυτή ή και ξαπλωτός διάβαζα βιαστικά στο φτερό ότι προλάβω,γιατί σε κάποια ώρα θα με φώναζαν τα παιδιά για το πανηγύρι κάτω στο κοτσέκι,να συμπληρωθούν οι παίχτες. Άντε τώρα να βρεις τη δύναμη ν’ αντέξεις τον πειρασμό σε τέτοιες περιστάσεις. Πού να στηριχθείς, στο σχολείο που το ‘βλεπες σαν φυλακή; Ή στο σπίτι σου που δεν σου παρείχε ούτε μια αφορμή,μια διακιολογία έστω, να αντιταχθείς  στην ακατάσχετη επιθυμία σου να σπεύσεις στο κοτσέκι και να ζήσεις τη μαγεία του για μια ακόμη φορά. Και άλλη μια φορά την επομένη και τη μεθεπομένη, ώσπου δεν είχε τελειωμό.
Ύστερα μου λες εσύ για θέμα ισχυρής θέλησης, ή πως η φτώχεια αποτελεί κίνητρο για μεγάλα πράγματα και άλλα ωραία, που μας έβαζαν ως έκθεση στις μεγάλες τάξεις του Γυμνασίου. Που τα γράφαμε και δεν τα πιστεύαμε. Και πώς να τα πιστεύαμε που η φτώχεια ήταν ένα σωστό θηρίο που σου ξέσκιζε τα σωθικά. Για κουβέντες θα λέμε τώρα!
Απέναντι ήταν το Σχολείο. Μια πόρτα μπροστά στη φάτσα που την έβλεπες απ’ έξω και δεν ήθελες να τη διαβείς. Γιατί άμα έμπαινες μέσα σε περίμενε ένας κόσμος παράξενος, και διαφορετικός, με ακαταλαβίστικα στην αρχή σύμβολα και σχήματα, τα οποία εσύ έπρεπε να αποκωδικοποιήσεις και να τα μάθεις. Γιατί έπρεπε, σου έλεγαν, για το καλό σου. Να γίνεις λέει, καλός άνθρωπος, να μάθεις να μιλάς και να φέρεσαι. Να γίνεις επιστήμονας και να έχεις κύρος στην κοινωνία. Να γίνεις γιατρός, καθηγητής, δάσκαλος, μηχανικός, αξιωματικός. Να βγάζεις λεφτά και να σου βγάζουν το καπέλο γύρω σου οι άλλοι. Τέτοια. Σου έλεγε ο πατέρας σου και όλος ο περίγυρος, το συγγενολόι, οι θείες και οι μπαρμπάδες σου. Και να δεις που όλα αυτά σε κλόνιζαν στις πεποιθήσεις σου και σου έφκιαχναν ένα όραμα που το έβλεπες κιόλας να αιωρείται κρεμασμένο σαν σύννεφο πέρα μακριά στον ορίζοντα, ωραίο και θελκτικό μέσα σε χρυσαφένια λάμψη. Αλλά και τόσο απόμακρο, απελπιστικά ανέφικτο. Έλεγες εσύ τότε από μέσα σου: «λες να γίνει το θαύμα και το όνειρο να γίνει πραγματικότητα;». Δεν προλάβαινες να αποσώσεις τη σκέψη κι ερχόταν η ίδια πραγματικότητα σκληρή και αδυσώπητη, σαν το παγερό χειμωνιάτικο πρωινό, να σε ξυπνήσει και να σου θυμίσει ποιος είσαι και πως ονειρεύεσαι καρβέλια στον ξύπνιο σου. Τότε ήταν που μη ξέροντας τι να πεις και τι να σκεφτείς ορμούσες κατά το κοτσέκι και παραδινόσουν στη μαγεία του.
Ήταν και οι δάσκαλοι που δεν κράταγαν στην υποδοχή «χρυσές βεργούλες» αλλά κάτι βέργες σκληρές από οξιά που σου μέτραγαν έναν-έναν τους κόμπους στις παλάμες σου.
Το ευτύχημα για εμάς τότε ήταν που οι δάσκαλοι μας, αξιόλογοι καθ’ όλα άνθρωποι, καθώς είπαμε, ήταν αφοσιωμένοι ιεραποστολικά στη δουλειά τους και αγαπούσαν τους μαθητές με τον δικό τους τρόπο, τον δασκαλικό, εναρμονισμένο με τη φύση και τις απαιτήσεις του λειτουργήματος που υπηρετούσαν. Μπορεί να μας τις «έβρεχαν» συχνά, αλλά αν δεν το έκαναν αυτό, κανένας μας δε θα μάθαινε γράμματα εκείνους τους καιρούς. Άκουσα στις ειδήσεις τις προάλλες πως το 1956, χρονιά σημαδιακή για το θέμα που συζητάμε τώρα, ενάμισι εκατομμύριο  Έλληνες ήταν αναλφάβητοι. Καταλαβαίνετε τώρα τι σημαίνει αυτό.
Καιρός να τα μαζέψουμε λίγο τα πράγματα.
Σχολείο και κοτσέκι ήταν για την εποχή που μιλάμε ένα δίπολο δυναμικό και των οποίων η ετερόσημη ενέργεια τους, αν και ανταγωνιστική μεταξύ τους, στην τελική αποτίμηση συνέκλινε και συνέπιπτε στο ίδιο αποτέλεσμα, στον ίδιο σκοπό. Που δεν ήταν άλλος από το να υπηρετήσουν και να βοηθήσουν το παιδί. Όπως ακριβώς συνέβηκε με εμάς. Τότε που ήμασταν παιδιά.
Νοέμβριος 2015

                  

16/11/15

"Τα μανιτάρια του Ζηρού": Γιορτή μανιταριών 2015

Μια μεγάλη γιορτή των μανιταριών και της φύσης πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 15/11/2015, από το ΚΠΕ Φιλιππιάδας σε συνεργασία με το Σύλλογο μανιταρόφιλων Ηπείρου. Όσοι παραβρέθηκαν στη "μανιταρογιορτή" είχαν την ευκαιρια να παρακολουθήσουν εισηγήσεις για τα μανιτάρια και τα δασικά οικοσυστήματα, να συμμετέχουν σε περιήγηση, αναγνώριση, μελέτη και συλλογή μανιταριών στο δάσος του Ζηρού και να γευτούν την πεντανόστιμη μανιταρόσουπα που σερβιρίστηκε σε όλους στο κλεισιμο της εκδήλωσης.



8/11/15

Αλλη μια Μαραθώνια πορεία.

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015
33ος αυθεντικός Μαραθώνιος Αθηνας.Για τέταρτη φορά βρίσκομαι στο σημείο εκκίνησης στον Μαραθώνα.Φέτος  συμμετέχουν 15.000 δρομείς περισσότεροι από κάθε άλλη φορά.Πόλος έλξης για χιλιάδες ανθρώπους από όλο τον κόσμο παρα την δύσκολη εποχή της κρίσης. Η απόσταση 42 χιλιόμετρα και 195 μέτρα. Ξυπνάς ξημερώματα.Στις 6 περίπου με τα πούλμαν από το Σύνταγμα ηρθαμε εδώ.Ενα πανηγύρι τεράστιο έχει στηθεί.Ενα μεγάλο ποτάμι θα ξεκινήσει από το Μαραθώνα για να φτάσει στο κέντρο της Αθήνας.Μοναδική,συγκλονιστική εμπειρία...
8.55 π.μ. Μαραθώνας.
Λίγα λεπτά μένουν. Aνθρωποι κάθε ηλικίας αντρες και γυναίκες.Παρα πολλοί ξένοι.Περιμένουμε. Φυσάει και έχει λίγη ψύχρα.Περα δώθε για προθέρμανση, επιτόπιες αναπηδήσεις για ζέσταμα. Τα μεγάφωνα παίζουν δυνατά μουσική,ενώ πίσω δεσπόζει η φλόγα του Μαραθωνίου και η ελληνική σημαία.Ακούγεται ο όρκος του αθλητή...

9.12 π.μ φεύγουν οι πρώτοι
Ολοι οι δρομείς είναι σε μπλοκ και φεύγουν,  με διαφορά λίγων λεπτών.Ηρθε η σειρά στο δικό μου στο εννιά είναι το τελευταίο μπλοκ Πριν ακούσουμε το οπλο του αφέτη  ο εκφωνητής με σπασμένη από συγκίνηση φωνή εύχεται:«καλό τερματισμό, βοηθάτε ο ένας τον αλλον!»
Μπαμ ... Ξεκινάμε.9 και 29.Φεύγουν όλοι τρέχοντας..Στριμωγμένoi κάπως,είμαστε πολλοί, τρέχουμε ο ένας δίπλα στον αλλον.Είναι αρχή ακόμα. Τρέχαμε για να γίνουμε “μέρος της ιστορίας” όπως χαρακτηριστικα διαβαζαμε στις αφίσες του 33ου Μαραθωνίου... Όπως κάθε χρόνο είναι αφιερωμένος στον βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη αγωνιστή της ειρήνης και της Δημοκρατίας .Αρκετοί ξένοι που συμμετέχουν πηγαίνουν και σε άλλους Μαραθώνιους αλλά εδώ είναι η κλασσική,η αυθεντική η πρώτη διαδρομή.Εδώ η συμμετοχή έχει έναν ύψιστο συμβολισμό..<<42>>Θα τα καταφέρω!! 
Ακόμα 37 χιλιόμετρα για τον τερματισμό.
Είναι νωρίς ακόμη εύκολα περνάμε μέχρι το 5ο χλμ σε κάθε χιλιόμετρο υπάρχει ένδειξη.Και ξαφνικα ο πρωτος σταθμός τροφοδοσίας. Συνανταμε το Μνημείο των Πεσόντων στον Τύμβο αρκετοί βγάζουν φωτογραφίες.. Εθελοντές πετάνε μπουκάλια με νερό, μας αναζωογονεί αλλα η αληθινή δύναμη έρχεται από αλλου... Οι φωνές του κόσμου κατα μήκος της διαδρομής ακόμη και από μπαλκόνια ακούραστες και ενθουσιώδεις: «Μπραβο παιδια! Παμε!» με χειροκροτήματα. Μικρά παιδιά μοιράζουν κλαδιά ελιάς... <<Είναι από τον τύμβο>> μούπε το κοριτσάκι απλώνοντας το χέρι του Το παίρνω και το βαζω στην τσέπη μου...

Σημάδια κούρασης,και μένουν ακόμα 28 χλμ

Σχεδόν βαδίζοντας φτάνουμε στο 14 Σιγά σιγά αραιώνουμε,απλώνουμε... Αλλοι τρεχουν η βαδίζουν γρήγορα μονοι, αλλοι σε ζευγαρια, αλλοι σε ομαδες.Εχει λιακάδα,ωραία μέρα αλλά ο ήλιος ενοχλεί .Τα πρώτα σημαδια κουρασης αρχίζουν Χαμηλώνω ρυθμό πρέπει να κρατήσω δυνάμεις για το τέλος. Ελικόπτερο περνάει για δεύτερη φορά από πάνω.Πάνε τα πρώτα 14 χλμ.Θα τα καταφέρω!!Δίπλα μου ένας Σλοβάκος
ενας Ιταλός και πίσω ένας Ιάπωνας με κοστούμι εργασίας –τον είχα δει στην αφετηρία στον Μαραθώνα-.Από 100 χώρες και πάνω έχουν έρθει για να τρέξουν η να βαδίσουν εδώ.


21 χιλιόμετρο Άλλη τόση απόσταση.
Αφοσιωμένοι δείχνουν όλοι, αρχίζουν να μη μιλάνε μεταξύ τους οι δρομείςΚοιταζω πίσω και είναι σαν να μην έχει εγκαταλείψει κανείς,...
Μια τεράστια αφίσα γράφει¨<<…να διανύσεις μια απόσταση που χωρίζει το θέλω από το μπορώ,να καταργήσεις τα όρια και να φτάσεις στον προορισμό>>
Μετά τη Διασταύρωση της Ραφήνας μας περιμενει ανηφόρα και η πρώτη δικαίωση...21,1 χλμ! «Άλλο τόσο μενει, είναι πολύ αλλά δεν εχω πρόβλημα ακόμη>> σκέφτομαι.
Καλύπτω αρκετά χιλιομετρα περπατώντας.Τα πόδια μου τραβάνε, πονάνε, Κάποιο σύννεφο που εμφανίστηκε βοηθάει.
Από το 25 χλμ ανηφόρες
Ανηφόρες αρκετές  από το 25 μέχρι το 32 χλμ, αλλά
αναρωτιέμαι συνεχώς «θα τερματίσω για άλλη μια φορά Μαραθώνιο;»! Ανατριχιάζω, φοβάμαι,συγκεντρώνομαι... Ψάχνω απεγνωσμένα με το βλέμμα μου τις χιλιομετρικες ενδείξεις, όσο περνάει η ωρα ολα είναι πιο δύσκολα.
Ανα 2,5χλμ υπάρχει σταθμός με διάφορα. Ενας εθελοντής μου δίνει νερό,και με χτυπάει στην πλάτη..Κάποιος από την ακρη του δρόμου φωνάζει:<<και του χρόνου,μπράβο,μπορείς,μη σταματάς…>> Παιδιά απλώνουν τα χέρια για να χτυπήσουμε τις παλάμες,ενδειξη επιβράβευσης της προσπάθειας.Παίρνω κουράγιο ,γεμίζουν τα ψυχικά αποθέματα!Κοιτάζω γύρω μου τους δρομείς, πολλοί είμαστε άνωτων 50 χρονων Μερικοί κοντα στα 70.Μα πως αντέχουν;Η απάντηση είναι γραμμένη στο μπλουζάκι του δρομέα από την Ολλανδία μπροστά μου «determination is everything».(η απόφαση είναι το παν) 


Αντίστροφη μέτρηση
Στη γέφυρα στο Σταυρό η τελευταία ανηφόρα.Και μετά η Μεσογείων, η Αγία Παρασκευή, το παιδάκι που μου φωναζε χειροκροτώντας αλλά και μια γιαγιά από τον τρίτο όροφο που πέταγε λουλούδια.Τα πόδια πονάνε, Ολες οι λειτουργίες στο σώμα συγκεντρωμένες σε ένα σκοπό... Στη Γέφυρα της Κατεχάκη οκτώ τυμπανιστές μας απογειώνουν, μας συγκινούν.'Ενας δρομέας κουβαλάει στους ώμους την φίλη η γυναίκα του –θα του επιτρέψουν, έτσι, να τερματίσει; Αρκετός κόσμος από δω και από κει στα πεζοδρόμια παρακολουθούν.,χειροκροτούν μας εμψυχώνουν.<<Μπράβο,λίγο έμεινε,αντε,πάμε,πάμε,πάμε…>>.

Τερματισμός,ανακούφιση
Το Μεγαρο Μουσικής .Η Βασ.Σοφίας!Λίγο ακόμη Κοντεύω
 Μαραθώνιος, η έκφραση της προσπάθειας του άνθρωπου να ξεπεράσει τα όρια!Το 39,το  40,το 41 χλμ Αρχίζω να τρέχω πιο γρήγορα,παίρνω θάρρος από τον κόσμο. 'Μια παρέα στο πεζοδρόμιο που παρακολουθεί κρατάει ένα χαρτόνι που γράφει ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΕΦΤΑΣΕΣ Πονάω αρκετά  στα πόδια,Στρίβω από Βασ.Σοφίας αφού περνάω κάτω από μια αψίδα.Μπράβο,λίγο ακόμα.Χειροκροτούν από το πεζοδρόμιο και φωνάζουν. Η Ηρώδου Αττικού,,οι σκοπιές με τους εύζωνους, ο Εθνικος Κήπος είμαι στην τελική ευθεία!, ! Βλέπω τον δισκοβόλο και πίσω με κόσμο το Καλλιμάρμαρο περνάω την είσοδο του Σταδίου, πάω για τα τελευταία170 μέτρα στο ταρτάν  Τα πόδια μου παίρνουν φωτιά. Το χαμογελο πλατύ, τα μάτια βουρκωμένα...ο τερματισμος , το μετάλλιο, τα συναισθήματα , ο δικός μου Μαραθώνιος...
8-11-2015 MΘΖήκος


Στη μέση της διαδρομής στο 21,1 χλμ
τερματισμός στο Καλλιμάρμαρο


Προσθήκη λεζάντας

4/11/15

15.Δημοτικό Σχολείο Παλιάς Φιλιππιάδας.

του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
«Ένα και δύο και τρία και τέσσερα… σχολειά»
Τόσα σχολεία όσα και <<Τα παιδιά του Πειραιά>> στο πασίγνωστο τραγούδι του αξέχαστου Μάνου Χατζηδάκη, χρειάστηκε να χτιστούν εκεί στην Παλιά Φιλιππιάδα στη διάρκεια ενός αιώνα μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους.
Τέσσερα σχολεία πέφτουν πολλά για ένα μικρό χωριό, όπως είναι η Παλιά Φιλιππιάδα. Ούτε προσωρινά καταλύματα προορισμένα για άστεγους να ήταν.

Η αριθμητική επίταση εδώ, ως μέσο έκφρασης με την αναφορά του στίχου από το τραγούδι τροποποιημένου ελαφρώς κατά μία λέξη, υποδηλώνει χαρακτηριστικά το μέγεθος της απορίας. Γιατί τόσα σχολεία; Αυτό είναι το ερώτημα.
Έζησα μπρος και πίσω την ιστορία αυτή με τα σχολεία και μπορώ να πω ότι είμαι σε θέση να δώσω κάποιες εξηγήσεις. Υπήρξα μαθητής του Δημοτικού σχολείου στην Παλιά Φιλιππιάδα τη δεκαετία του ΄50.Ακουσα για τα πριν, είδα και τα μετά ως σήμερα.
Η υπόθεση έχει ως εξής.
Ήταν πρώτα, καθώς είπαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, το παλιό Δημοτικό Σχολείο, που εξ ανάγκης έγινε σχολείο από κοινοτικό γραφείο που ήταν. Μια αίθουσα όλο κι όλο για εκατό περίπου μαθητές με ένα δάσκαλο για έξι τάξεις. Καταλαβαίνετε, τι μάθημα γινόταν εκεί μέσα. Έπρεπε πάση θυσία να χτισθεί ένα πιο μεγάλο σχολείο. Όμως η φτώχεια και η περιστάσεις δεν το επέτρεπαν. Έγινε η Μικρασιάτικη Καταστροφή, ακολούθησαν απανωτές δικτατορίες, ο πόλεμος του ΄40, η κατοχή και ο Εμφύλιος. Μόλις στα 1951-52 εδέησε ο Θεός και αποφασίστηκε να χτίσουν ένα νέο σχολείο, που θα λειτουργούσε συμπληρωματικά μαζί με το παλιό. Δεν υπήρχαν χρήματα, δεν έβρισκαν τον κατάλληλο χώρο για να φκιάξουν ένα μεγάλο κτίριο ώστε να χωρέσουν όλες οι τάξεις, δεν ξέρω.
Χτίστηκε, λοιπόν, το δεύτερο στη σειρά σχολείο, πέτρινο με δύο μεγάλες αίθουσες διδασκαλίας, όπου μεταφέρθηκαν οι τέσσερες πρώτες τάξεις. Η Πέμπτη και η Έκτη παρέμεινε στο παλιό σχολείο με δάσκαλο τον κύριο Κακάβα. Είχαν στο μεταξύ τοποθετηθεί και δυο άλλες δασκάλες, η γνωστή μας κυρία Βιργινία Κακάβα και μια νεαρή, πρωτοδιόριστη τότε κυρία Αλίκη Κούτεμου, κόρη του παλιού δάσκαλου Κούτεμου. Αυτές δίδασκαν στην Πρώτη και Δευτέρα τάξη, η πρωτοδιορισθείσα, και η Βιργινία στην Τρίτη και Τετάρτη. Το καινούργιο σχολείο, πρωτολειτούργησε τη σχολική χρονιά 1953-54. Εγώ τότε φοίτησα στη Δ΄ τάξη.
Τα πράγματα στο σχολείο είχαν στρώσει για κάμποσα χρόνια.
Όμως ένα απρόβλεπτο γεγονός ήρθε να ταράξει την ομαλή λειτουργία του. Τι είχε συμβεί. Το κράτος είχε αποφασίσει να κατασκευάσει τη νέα εθνική οδό πάνω στην ίδια διαδρομή του παλιού δημόσιου δρόμου που πάει στα Γιάννινα. Ανάμεσα στις άλλες αναγκαίες τροποποιήσεις θα γκρεμιζόταν και θα ισοπεδωνόταν η απότομη κατηφορική στροφή εκεί στα μαγαζιά, στο κέντρο του χωριού, όπου πάνω από το ένα μπακάλικο ήταν το παλιό σχολείο. Όπως και έγινε. Πάει το σχολείο με τη μεγάλη αυλή του, πάει και ο θεόρατος πλάτανος, πάνε και τα δυο κυπαρίσσια που σαν φρουροί έστεκαν ολόρθα από εδώ και από εκεί στην σκάλα ψηλά που οδηγούσε στο καμπαναριό και στην εκκλησία. Η πιο εμβληματική τοποθεσία του χωριού είχε σακατευθεί, θυσία στο βωμό της ανάπτυξης και της προόδου. Κρίμα!
Πριν γίνουν τα έργα στο δρόμο, το κράτος έδωσε εντολή να χτισθεί ένα καινούργιο σχολείο, που εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να γίνει μεγάλο για να χωρέσει όλες μαζί τις τάξεις. Ως χώρος διαλέχτηκε το Κοτσέκι, ελλείψει άλλης ανοιχτής έκτασης γης που να ανήκει στο δημόσιο. Μάλιστα φρόντισαν ώστε το σχολείο να χτισθεί στη Βορινή πλευρά, έτσι ώστε να περισσέψει αρκετά μεγάλος χώρος στο κοτσέκι να παίζουν τα παιδιά.
Και… εγένετο το 3ο σχολείο. Αρκετά ευρύχωρο για να χωρέσει επιτέλους όλες τις τάξεις. Δηλαδή ίσχυσε εδώ το λεγόμενο, κάθε εμπόδιο για καλό. Γκρεμίστηκε το παλιό, έγινε το καινούργιο με όλες τις παιδαγωγικές προδιαγραφές και σταμάτησε εκείνο το προηγούμενο με τα δυο σχολεία σε ένα, που λειτουργούσαν σαν δυο συγκοινωνούντα δοχεία. Το 2ο σχολείο λειτουργεί σήμερα ως Νηπιαγωγείο.
Ένα μόνο πρόβλημα δημιουργήθηκε από την αρχή στο καινούργιο σχολείο, μικρή παρένθεση αναστάτωσης που κράτησε καμπόσους μήνες.
Τι είχε συμβεί. Τα παιδιά κάθε απόγευμα έπαιζαν ποδόσφαιρο στο κοτσέκι και καθώς κλώτσαγαν τη μπάλα με δύναμη αυτή πολλές φορές έσκαγε στα παράθυρα του σχολείου με αποτέλεσμα να σπάζουν συχνά τα τζάμια. Φώναζαν οι δάσκαλοι  την άλλη μέρα αλλά τα παιδιά δε συνετίζονταν με τίποτε. Κλήθηκαν οι γονείς των ατακτούντων μαθητών κατ΄επανάληψη στο σχολείο αλλά ούτε και το μέτρο αυτό δεν απέδωσε. Έγινε πρόταση να μπουν σιδερένια κάγκελα στα παράθυρα. Η διεύθυνση της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Πρέβεζα απέρριψε μετά βδελυγμίας το αίτημα. Δεν ήθελε με τίποτε να στέρξει στη λύση με τα κάγκελα, για τον λόγο να μην μοιάζει το σχολείο ως φυλακή. Υπήρχε νομική διάταξη γι΄αυτό. Ναι αλλά αυτό ίσχυε για νορμάλ καταστάσεις. Εδώ η κατάσταση ήταν ιδιαίτερη. Συστήθηκε στους δασκάλους τότε να σφίξουν περισσότερο τα λουριά στους μαθητές. Άλλο που δεν ήθελαν οι μαθητές και ως απάντηση άρχισαν σκόπιμα και φανερά πλέον να βομβαρδίζουν τα παράθυρα με τις μπαλιές. Κοντά στα άλλα έβγαζαν και το άχτι τους κατά του σχολείου.
Τα πράγματα οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο. Τα παιδιά δεν έκαναν με τίποτε πίσω. Το κοτσέκι εκδικούνταν το σχολείο, γιατί αυτό είχε παραβεί τον κανόνα της ειρηνικής συνύπαρξης. Μπορεί το σχολείο να ήταν κρατικός και νόμιμος θεσμός, όμως και το κοτσέκι δεν έπαυε είναι κι αυτό θεσμός, άτυπος αλλά καθιερωμένος από χρόνια και περισσότερο αποδεκτός από τα ίδια τα παιδιά παρ’ότι το σχολείο.
Τελικά νίκησαν τα παιδιά, δηλαδή το κοτσέκι.
Οι αρμόδιοι ενέδωσαν και επέτρεψαν να προστατευθούν τα τζάμια με σιδερένια κάγκελα. Έτσι έληξε η διαμάχη και το σχολείο ηρέμησε. Και ενώ όλα έβαιναν καλώς για το σχολείο, ύστερα από καμιά εικοσαριά χρόνια πρόκυψε ένα άλλο πρόβλημα, πιο σοβαρό από αυτό που είπαμε παραπάνω.
Εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80 παρατηρήθηκε χρόνο με το χρόνο ότι όλο και λιγόστευε ο αριθμός των μαθητών, σε σημείο που τελικά οι ιθύνοντες προσανατολίζονταν στη σκέψη να αποσπαστούν ορισμένοι δάσκαλοι σε άλλα σχολεία ως υπεράριθμοι και να συμπτυχθούν οι τάξεις σε λιγότερα τμήματα. Αυτό θα σήμαινε ότι το σχολείο θα γύριζε πίσω στο παλιό καθεστώς, τότε που λειτουργούσε σε δυο τάξεις σε κάθε αίθουσα διδασκαλίας. Οι γονείς όταν το πληροφορήθηκαν αντέδρασαν δυναμικά και δήλωσαν ότι δεν έστεργαν με κανένα τρόπο στο μέτρο εκείνο που υποβάθμιζε τη μόρφωση των παιδιών.
Το πράγμα εκκρεμούσε για αρκετό καιρό καθώς η Πολιτεία δίσταζε να προχωρήσει στην εφαρμογή της απόφασης που παρέμεινε στα συρτάρια.
Ώσπου η λύση δόθηκε άνωθεν, θα λέγαμε, από εκεί που δεν το περίμενε κανείς.
Ήταν τότε τη δεκαετία του ’90, όταν ως γνωστόν είχαν εισρεύσει κατά χιλιάδες οι γείτονες Αλβανοί στη χώρα μας, πολλοί εκ των οποίων ήταν Βορειοηπειρώτες. Αρκετοί από αυτούς, Βορειοηπειρώτες και γνήσιοι Αλβανοί, παρέμειναν και εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στην Φιλιππιάδα και ιδιαίτερα στην Παλιά Φιλιππιάδα. Αυτοί έστειλαν τα παιδιά που γεννιούνταν στο Δημοτικό σχολείο. Έτσι σε λίγα χρόνια ο αριθμός των μαθητών αυξήθηκε και η κατάσταση ισορρόπησε, ώστε δεν χρειάστηκε να φύγουν οι δάσκαλοι, εφόσον εξέλειπε ο φόβος της υποβάθμισης του σχολείου.
Λίγο αργότερα όμως συνέβηκε το ακριβώς αντίθετο. Εκεί που είχαν λιγοστέψει τα παιδιά στη συνέχεια αυξήθηκε ο αριθμός τους με αποτέλεσμα να μην επαρκεί το σχολείο σε αίθουσες διδασκαλίας. Χρειαζόταν άμεσα ένα καινούργιο σχολείο, ακόμα πιο μεγάλο. Τα άνω κάτω δηλαδή.
Μετά από κάποιο καιρό αναμονής, ώσπου να δείξει το πράγμα πιο καθαρά, αποφασίστηκε η ανέγερση του 4ου Δημοτικού Σχολείου στην Παλιά Φιλιππιάδα, που σημειωτέον χτίζεται εδώ και 3-4 χρόνια και δεν λέει να τελειώσει.
Από ότι φαίνεται τι καινούργιο σχολείο είναι τέτοιων διαστάσεων και προδιαγραφών που θα λύσει δια παντός το στεγαστικό πρόβλημα που ταλάνισε το χωριό επί έναν ολόκληρο αιώνα.
Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι την πρωτοβουλία για την ανέγερση του σχολείου αυτού είχαν οι διευθυντές και οι δάσκαλοι του σχολείου την τελευταία δεκαετία. Προς τιμήν τους.
Τώρα για το θρυλικό κοτσέκι που μετά από τα γεγονότα αυτά συρρικνώθηκε κατά τρόπο που ελάχιστα ή και καθόλου δε θυμίζει την παλιά του μορφή, έχω να πω ότι ο ρόλος του ο καθ’όλα ιστορικός εκπληρώθηκε. Άλλαξαν, βλέπεις, οι εποχές. Θα πούμε στη συνέχεια κάποια πράγματα γενικότερα, αλλά και ειδικότερα για τις συνθήκες που ίσχυαν άλλοτε και για τις αξίες που με τον καιρό άλλαξαν ριζικά και αμετάκλητα.
Νοέμβριος 2015                                                                                                                                       Μιλτιάδης Δ. Κωστάκος.