Πιο πάνω
έγινε λόγος για το σχολείο χωρίς το σχολείο. Ως κτίριο εννοώ. Από τα έως τώρα
που ειπώθηκαν απουσιάζει η εικόνα του, η κτιριακή. Χωρίς αυτή όλα είναι
ξεκρέμαστα.
Από τύχη
αγαθή έχω μπροστά μου τη φωτογραφία (σε φωτοτυπία) του παλιού μου σχολείου,
αυτού στο οποίο ως μαθητής φοίτησα στα χρόνια του Δημοτικού. Ας είναι καλά ο
καλός μου φίλος και συνονόματος Μιλτιάδης Ζήκος και το πάθος του με τη συλλογή
παλιών φωτογραφιών. Σε άλλη ευκαιρία θα πούμε περισσότερα γι’ αυτόν και για το
χόμπι του.
Περιττό να
περιγράψω τη συγκίνηση που με διακατέχει αυτές τις στιγμές που γράφω. Αλλά αυτό
είναι θέμα υποκειμενικό και ως εκ τούτου το αντιπαρέρχομαι. Είπαμε, γράφω τα
βιώματα μου για λογαριασμό της δικής μου γενιάς αλλά και όσων προηγήθηκαν και
συναποτελούν τον παλιό κόσμο, μέσα στον οποίο εγώ έζησα ως τελευταίος
εκπρόσωπός του. Σε καμία περίπτωση δεν κάνω την αυτοβιογραφία μου. Εξηγημένα
πράγματα.
Λοιπόν, η
φωτογραφία έρχεται ύστερ’ από τόσα χρόνια,από το 1935 ογδόντα ακριβώς, να
επιβεβαιώσει την αρχική μου εντύπωση, υπό το πρίσμα βεβαίως κατοπινότερων
εμπειριών μου ως δασκάλου, ότι δηλαδή το κτίριο εκείνο ήταν παντελώς ακατάλληλο
για να στεγάσει ένα σχολείο.
Πρώτα
–πρώτα βρίσκεται στο άνω πάτωμα ενός δίπατου χτίσματος. Από κάτω ήταν ένα
παντοπωλείο εποχής με την κλασική ταμπέλα και την επιγραφή της. Στην οποία
επιγραφή, αν θυμάμαι καλά, ιστορικά θα πρόσθετα μια λέξη. Ώστε η ταμπέλα έγραφε
«ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΝ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ» κλπ. Η προσθήκη αυτή για την ιστορία.
Το σχολείο
το ίδιο, καθώς είπα, δεν ενδείκνυτο ως κτίριο προορισμένο να φοιτήσουν μικροί
μαθητές. Λέω τώρα εγώ, με κριτήριο τα σημερινά δεδομένα. Γιατί τότε ποιος να
λογάριαζε τέτοιες… λεπτομέρειες. Προείχε η ανάγκη να βρεθεί ένα …κεραμίδι να
στεγάσει τα παιδιά. Βρέθηκε το χτίσμα αυτό ως λύση ανάγκης. Που καιρός για
άλλες ευαισθησίες. Άλλωστε το κτίριο εκείνο χρησίμευε πρώτα ως κοινοτικό
γραφείο του χωριού. Έτσι είχα ακουστά εγώ τότε.
Για
παράδειγμα κοιτάξτε τα παράθυρα που κρέμονται τέσσερα μαζί πάνω από τον δρόμο
και την αυλή κάτω. Τα βλέπω τώρα και μόνο που δε σταυροκοπιέμαι από την αίσθηση
του κινδύνου που προκαλούν ακόμα και σήμερα από τη φωτογραφία. Πως δεν
τσακίστηκε κάποιο παιδί. Πως τελικά γλιτώσαμε, δεν μπορώ να δώσω εξήγηση.
Καθώς
βλέπετε στη φωτογραφία όλο κι όλο το σχολείο ήταν μια και μόνη αίθουσα για
διδασκαλία. Από την πόρτα και μετά , πίσω ήταν μια αποθηκούλα.
Μια
αίθουσα, λοιπόν για 80-100 παιδιά. Πώς να χωρέσουν!
Προπάντων
πώς να λειτουργήσουν όλες μαζί έξι τάξεις, που η καθεμιά πρέπει να έχει κατ’ ανάγκη
μια δική της ξεχωριστή αίθουσα! Φαντασθείτε τώρα τις τεράστιες δυσκολίες που
αντιμετώπιζε ο ένας και μοναδικός δάσκαλος-αργότερα θα προστίθετο και η δασκάλα
γυναίκα του. Και να πείτε πως οι μαθητές ήμασταν τίποτε αγγελούδια! Ίδια
κατσίκια ήμασταν και μάλιστα σε συνθήκες απόλυτης σχεδόν ελευθερίας στο
υπόλοιπο διάστημα της ημέρας, καθώς οι καημένοι οι γονείς μας αγωνίζονταν με
νύχια και με δόντια για τον επιούσιο. Γι’ αυτό άλλωστε εναπόθεταν όλες τους τις
ελπίδες για τη μόρφωση των παιδιών τους στο δάσκαλο. Ό,τι πει και ό,τι κάνει ο
δάσκαλος. Με έδειρε (με τη βέργα) ο δάσκαλος, έλεγε το παιδί. Γιατί; Ρωτούσε ο
πατέρας. Γιατί δεν ήξερα μάθημα. Ή, γιατί έκανα μια αταξία. Καλά σε έκανε, ήταν
η απάντηση- επωδός του πατέρα. Και θα ήσουν τυχερός που δε στις έβρεχε κι αυτός
από πάνω, για να μάθεις και να συνετισθείς. Εκεί τέλειωνε το πράγμα. Δίκιο
ξεδίκιο οι μαθητές δεν έβρισκαν την παραμικρή στήριξη από τους γονείς τους σε
θέματα απειθαρχίας και … αδιαβασίας.
Έτσι είχαν
τα πράγματα. Και ευτυχώς. Γιατί αν άρχιζαν οι ενστάσεις και οι παραστάσεις των
πατεράδων και των μανάδων στο δάσκαλο για τον κανακάρη τους, καταλαβαίνετε τι
κόλαση θα ήταν μέσα το σχολείο. 80-100 παιδιά συνεπικουρούμενα από τους γονείς
τους και συνακόλουθα αναπόφευκτα από όλο το χωριό, όλοι αυτοί εναντίον του ενός
δασκάλου. Καταλαβαίνετε το σκορ πώς θα διαμορφωνόταν. Κανένας δάσκαλος δε θα
στάνευε στο χωριό πάνω από ένα χρόνο.
Το θέμα
σηκώνει πολλή συζήτηση κι άλλωστε δεν είναι εδώ του παρόντος.
Πάρα ταύτα
όμως τότε μαθαίναμε γράμματα! Καλά και πολλά γράμματα στο δημοτικό σχολείο.
Τόσα που στη στέρια γνώση ένας μαθητής τότε του Δημοτικού ήξερε – και ξέρει-
περισσότερα από ένα μαθητή σήμερα του Γυμνασίου. Για να μην πω και του Λυκείου.
Εμείς αυτά
τα πράγματα τότε, παιδαγωγικά, υλικοτεχνικές υποδομές, κατά πώς λέμε σήμερα,
δικαιώματα, καταλήψεις και τα ρέστα, τα αγνοούσαμε παντελώς, και πάλι ευτυχώς.
Εμάς το
μόνο που μας στοίχιζε ήταν η ελευθερία μας. Το σχολείο στα μάτια μας φάνταζε
για φυλακή. Κι όσο για τις τιμωρίες όσο σκληρές και αν ήταν δε μας πείραζαν και
τόσο.
Ένα όμως
παράπονο είχαμε σχεδόν ασυναίσθητο που σαν αγκάθι μικρό μας πλήγωνε στα
τρίσβαθα μέσα μας αναφορικά με το σχολείο μας από καθαρά κτιριακής άποψης. Βλέπαμε
πού και πού το αντίστοιχο Δημοτικό Σχολείο εδώ της Νέας Φιλιππιάδας και
μελαγχολούσαμε. Τι σχολείο ήταν αυτό! Σωστό μέγαρο, έτσι μεγάλο δίπατο
πέρα-πέρα που ήταν. Το βλέπαμε σε κάτι επισκέψεις που κάναμε με αφορμή κάποιων
διδασκαλικών συνελεύσεων με συμμετοχή των μαθητών του ενός και του άλλου
σχολείου και ζηλεύαμε. Αυτό μάλιστα είναι σχολείο, λέγαμε. Κάθε τάξη και δική
της ξεχωριστή αίθουσα. Όχι σαν το δικό μας όλοι μαζί, άλλοι στα θρανία και οι
περισσότεροι στρωματσάδα στο πάτωμα κι έπειτα τι μάθημα να γινόταν εκεί μέσα,
όταν έκανε μάθημα η τάξη και όλοι οι άλλοι δε συμμετείχαν εκ των πραγμάτων
μέχρι να έρθει η δική μας τάξη στη σειρά. Πόση προσοχή να έβαζες!
Αυτά βέβαια
στο περιθώριο του ημερήσιου προγράμματος, εννοείται, και όσο ήμασταν μέσα στο
σχολείο. Γιατί έξω από αυτό παρατάγαμε όλες τις σχολικές μας έγνοιες και
μπαίναμε στον φυσιολογικό μας ρυθμό. Στον φυσικό ρυθμό. Μέχρι την άλλη που
πρωί-πρωί χτύπαγε η καμπάνα που μας καλούσε να ξαναπάμε σχολείο.
Είχαμε όμως
καλούς δασκάλους.
Έπεται η
συνέχεια.
Σεπτέμβριος 2015
ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ Δ. ΚΩΣΤΑΚΟΣ