22/11/15

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ

του Αθανασίου Διδασκάλου
Με μια ματιά παράλληλη με αυτή του μαθητή, του Μιλτιάδη Κωστάκου, μέσα από μικρά λογοτεχνικά κείμενα, που η υπερβολή δεν είναι μέτρο σύγκρισης, αλλά μέσον. Πραγματικοί χαρακτήρες, ιστορικά γεγονότα, διάλογοι φανταστικοί χαρακτηρίζουν  τον κοινωνικό ιστό του σχολείου της Παλιάς εντεταγμένου στις ανάγκες και τα όνειρα μιας μικρής επαρχιακής πόλης κατά την δεκαετία του πενήντα αλλά και το λειτούργημα του δασκάλου εκείνης της εποχής. Και τις όποιες τυχόν συμπτώσεις των κειμένων ας τις πιστώσουμε άδολα μόνον στον ανώνυμο δάσκαλο της εποχής και στο σχολείο της Παλιάς.

1. Ο ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

-Κυρία Ευδοκία Φιλαρέτου, περάστε.
´Εκλεισε  βαρειά πίσω μου η ξύλινη πόρτα και, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα μπροστά στο Συμβούλιο.
-Καθείστε, κυρία Φιλαρέτου και δόστε μας τρία λεπτά, παρακαλώ, ανέφερε ο κύριος Πρόεδρος με φωνή σοβαρή και κοφτή, χωρίς καν να με κοιτάζει.
Κάθισα σε μια απλή ξύλινη καρέκλα και περίμενα με αγωνία προσπαθώντας να κρύψω την αμηχανία μου. Το θερμόμετρο στο τοίχο, έδειχνε κάτω από 10 βαθμούς Κελσίου αν και η σόμπα «δεν προλάβαινε να καίει».  ´Ηταν Μάρτιος μήνας, 10 Μαρτίου του 1953. Είμαστε στο γραφείο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Πρεβέζης και μετά τον διορισμό μου περίμενα την απόφαση του Συμβουλίου για την τοποθέτησή μου σε δημοτικό σχολείο στα πλαίσια του νομού. Το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο στο πρόσωπο του Προέδρου του Συμβουλίου. ´Ηταν ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Πρεβέζης, ο κύριος Ανδρέας Γαλάνης. Μελετούσε τον υπηρεσιακό μου φάκελο  με πολύ προσοχή,  σαν να επρόκειτο για σπουδαία δικογραφία.
-Κυρία Φιλαρέτου, ας δούμε τα έγγραφά σας ένα-ένα, μονολογούσε ο κύριος Πρόεδρος αφοσιωμένος στο περιεχόμενο του φακέλου μου χωρίς να κοιτάζει κάποιον. Απολυτήριο εξαταξίου γυμνασίου, πτυχίο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, εύγε αποφοιτήσατε με άριστα, η αίτησή σας επί ημικλάστου χάρτου για τον διορισμό σας, η απόφαση του κυρίου Υπουργού Παιδείας, το φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, η τοποθέτησή σας στο Π.Υ.Σ.Σ.Ε. Πρεβέζης και τα λοιπά και τα λοιπά.
-Κύριε Πρόεδρε, είναι όλα σύννομα, τα έχουμε ήδη ελέγξει, παρενέβη ο  Επιθεωρητής, κύριος Βασίλειος Τσανάκας.
Μα ο κύριος Πρόεδρος συνέχιζε να ελέγχει τον φάκελό μου.
-Κύριε Επιθεωρητά έχετε δίκιο, έχετε δίκιο, αλλά θα προτιμούσα τον φάκελο αυτό να τον εξετάσουμε τελευταίο.
Συμφώνησαν όλοι χωρίς να ρωτήσει κανείς γιατί.
-Κυρία Φιλαρέτου, παρακαλώ περιμένετε έξω και στο τέλος της συνεδρίασης θα σας φωνάξουμε.
´Ηταν και η πρώτη φορά που ο κύριος Πρόεδρος  μου μιλούσε και ταυτόχρονα με κοίταζε. ´Ενα βλέμμα παράξενο, με κοίταζε κατ ευθείαν στα μάτια μου χωρίς τον παραμικρό μορφασμό στο πρόσωπό του. Ψυχρός, όπως την πρώτη στιγμή, πολύ ψυχρός.
Σηκώθηκαν όλοι από τις θέσεις τους και ο γραμματέας με οδήγησε στην αίθουσα αναμονής.
Κοκκάλωσα κυριολεκτικά. Χίλιες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου κι όλες κακές. Μήπως έχω κάνει κάποιο λάθος, μήπως ξέχασα να καταθέσω κάποιο έγγραφο! Οχι, όχι αποκλείεται, είμαι εξαιρετικά επιμελής, από πλευράς μου δεν λείπει τίποτα. Αλλά και πάλι, να είμαι εγώ επιμελής και η Υπηρεσία όχι, αποκλείεται, δεν το δέχομαι. Τί να συμβαίνει, άραγε!
Κοίταξα γύρω μου,  άλλοι τέσσερις συνάδελφοι, άνδρες όλοι τους, περίμεναν την τοποθέτησή τους προερχόμενοι από μετάθεση.
Ο πρώτος είχε τελειώσει κιόλας. Ο δεύτερος έμεινε λίγο παραπάνω στο Συμβούλιο, αλλά μόλις βγήκε πανευτυχής.
-Συνάδελφοι, τοποθετήθηκα στην πόλη της Πρέβεζας, στο 2ο Δημοτικό Σχολείο, είναι εξαθέσιο και θάχω και δική μου τάξη. Τέρμα πια τα βάσανα. ´Εχω τώρα οκτώ χρόνια που διδάσκω στα ορεινά των Ιωαννίνων και ποτέ δεν είχα δική μου τάξη. Για φαντάσου, μονολογούσε πανευτυχής.
Μπράβο, συγχαρητήρια του είπαμε όλοι.
´Ηταν ένα παλληκάρι δυο μέτρα ύψος, λιγνός, ξερακιανός, κοντά στα τριάντα, με καθαρή ματιά κι ένα χαμόγελο τόσο μα τόσο πλατύ.
Μας χαιρέτησε, μας ευχήθηκε καλή επιτυχία στις τοποθετήσεις μας, και προχώρησε προς την σκάλα. Κατέβαινε από τον πρώτο όροφο που είμαστε και μονολογούσε χαρούμενα, «έχω τάξη, έχω τάξη». Πατούσε και τρίζανε τα σανίδια. Αυτός είναι σωστός δάσκαλος, είπα μέσα μου. Αλλά γιατί τόση χαρά που θάχει τάξη; αναρωτιόμουν.
Και χωρίς να το πολυκαταλάβω συνειδητοποίησα ότι ήμουν πλέον μόνη.
Πάλι οι σκέψεις άρχιζαν να με τρώνε. ´Ημουν 20 χρονών, γεμάτη αυτοπεποίθηση και δύναμη, αλλά ένοιωθα να λυγίζω. ´Οχι, είπα μέσα μου, ό,τι είναι να γίνει ας γίνει. Εγώ είμαι σε όλα εντάξει. Ας με ρωτήσουν ό,τι θέλουν. Αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα στα δικαιολογητικά, σκέφθηκα, δεν θα ζητούσαν να παραμείνω, θα μου το ανακοίνωναν απλά και ψυχρά, όπως άλλωστε με δέχτηκαν. Οπλίστηκα με θάρρος και αποφάσισα ότι είμαι έτοιμη να τους αντιμετωπίσω. Είχα ένα προαίσθημα καλό αλλά και πάλι ένοιωθα μικρή μπροστά σ έναν ολόκληρο Πρόεδρο Πρωτοδικών και στον Επιθεωρητή.
´Ηταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζα μόνη μου, εντελώς μόνη μου, τη ζωή. Ανάμικτα συναισθήματα, φόβου και δύναμης. Τότε ήρθε στο μυαλό μου η δασκάλα μου, η κυρία Αριστέα : «μόνον αυτός που έχει άδικο, παιδιά μου, φοβάται, μόνον αυτός και κανένας άλλος». Κι εγώ, είχα δίκιο ή, αλλιώς, δεν είχα άδικο! Αχ, κυρία Αριστέα μου, πού είσαι τώρα, καλά είναι να μας τα λες από την έδρα κι εμείς να είμαστε στο θρανίο κι άλλο να τα ακούμε μόνοι μας...

-Κυρία Φιλαρέτου, περάστε, ακούστηκε η φωνή του γραμματέα.
Πήρα βαθειά ανάσα κι έχοντας στην ψυχή μου την πρώτη μου δασκάλα, την κυρία Αριστέα, με βήμα σταθερό, μπήκα στην αίθουσα του Συμβουλίου. Κάθισα πάλι στην ίδια θέση και σαν να μη συνέβαινε τίποτα εκμεταλλεύτηκα την σιωπή της στιγμής, σηκώθηκα όρθια, ως ώφειλα, και απευθύνθηκα στο Συμβούλιο
-Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επιθεωρητά, κύριοι Σύμβουλοι. Ευρίσκομαι εις την διάθεσιν της Υπηρεσίας.
Δεν φοβόμουν πλέον. Η φωνή μου και η άρθρωσή μου ήταν καθαρή και συγκοπτόμενη, όπως απαιτούσαν οι κανόνες της γραμματικής. Η όψη μου, επίσης, καθαρή.  ´Εδειχνα άτομο που στέκεται στα πόδια του, που πιστεύει στον εαυτό του και που δημιουργεί την πεποίθηση στον συνομιλητή του ότι πρόκειται περί σοβαρού ατόμου (...καλά τα πάμε κυρία Αριστέα...).
-Καθείστε, παρακαλώ, είπε ο κύριος Πρόεδρος, με ύφος πάλι σοβαρό.