26/10/13

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης
 . 

Ὁ με­γά­λος ἐ­πι­σκέ­πτης


 .
01-HttaΤΑΝΕ οἱ δάφ­νες ἀ­πὸ με­ριά, μα­χαί­ρια δί­κο­πα τὰ φύλ­λα καὶ λέ­λου­δα χα­τζά­ρια, τὰ πεῦ­κα τίγ­κα κου­κου­νά­ρια, πευ­κο­βε­λό­νες στρω­μέ­νο γύ­ρα τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­λο­γό­μυ­γες ντου­μά­νι στὶς κοι­λι­ὲς τῶν ζῶν τὰ μούρ­λαι­ναν στὸ βύ­ζαγ­μα. Ἑ­φτὰ τὸ πρω­ὶ κι εἴ­κο­σι πέν­τε Μάρ­τη. Ἀλ­λὰ μύ­ρι­ζε Ἀ­πρί­λη ὁ τό­πος…
       Γῆς, οὐ­ρα­νός, που­λιά, καρ­δι­ές, γρα­σί­δι, ἕ­τοι­μα γιὰ φοῦρ­λες στὸν ἀ­γέ­ρα… Οἱ πα­τε­ρά­δες καὶ οἱ μα­νοῦ­λες, κα­τέ­βη­καν νὰ δοῦν γιοὺς καὶ θυ­γα­τέ­ρες, μα­θη­τά­κους κα­θα­ροντυ­μέ­νους, στὴν πα­ρέ­λα­ση. Κον­το­λο­γῆς, ὅ­λη ἡ Ἅ­για Με­γα­λό­πο­λη καὶ μιὰ κα­το­στα­ριὰ λι­α­νο­χώ­ρια ὁ­λό­γυ­ρα, στὸ πό­δι.
      Στὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­πὸ τὶς ἑ­φτά, μό­λο­γος. Μπλὲ πο­δίτσα τὸ θη­λυ­κὸ γέ­νος. Μπλὲ μπε­ρε­δά­κι ὁ­λό­γι­ο­μο, σκαλ­τσου­νά­κι κον­τὸ λευ­κό. Μπλὲ με­λισ­σο­λό­ι οἱ μα­θή­τρι­ες μὲ κόρ­φους γι­ο­μά­τους ἀ­πή­γα­νο, σκάρ­φη κι ἀ­ψηθιά, πα­ρα­κα­τού­λια στὰ βρά­χια… δεν­τρο­λί­βα­νο, δυ­ό­σμος καὶ βρυ­σοῦ­λες, ἀ­πό­τι­στος κάμ­πος, σπη­λι­α­ρά­κια μο­να­χού­λια χω­ρὶς τὸν ντά­κο τοῦ τσο­πά­νη.
      Ἀ­πὸ με­ριὰ οἱ μα­θη­τές, μπλὲ παν­τε­λό­νια, ἄ­σπρα που­κά­μι­σα, μά­τια μὲ σκυ­λί­σιο πα­ρά­πο­νο κι ἀ­γριά­δα γιὰ τὶς θη­λυ­κές, ποὺ ξά­μω­σαν πρω­ὶ πρω­ὶ τὴν πραμ­μά­τια τους κα­τά­λα­κα στοὺς γυ­ρο­λό­γους.
      Ὅ­λοι ἄ­σπρα, μέγ­κλες που­κά­μι­σα. Μό­νο ὁ Ντα­ρί­βας ξη­γι­ό­τα­νε κόκ­κι­νο κα­ρώ. Ἔ­ξω ἀ­πὸ τοῦ Μα­ρα­φῆ τὸ γρα­φεῖ­ο. Μι­σο­κούρ­δα­γε τὸ τούμ­πα­νο. Ἤ­τα­νε Ἀρ­χη­γός. Κι εἶ­χε ἄλ­λους δε­κα­ε­φτὰ στὴ διά­τα του. Τὸ ὅ­λο, δε­κα­ο­χτὼ τούμ­πα­να βαρ­βά­τα, σκού­ξι­μο κι ἀν­τά­ρα, ὅ­που τὰ παί­ζα­νε μόρ­τες ἕ­νας κι ἕ­νας.
      Ὁ μα­θη­τὴς κα­θό­τα­νε σὲ μιὰ πέ­τρα. Συλ­λο­ϊ­σμέ­νος. Εἶ­χε ἔρ­θει πρω­ὶ πρω­ὶ ἡ μά­να του μὲ τὸν Μπίρ­κο —τὸ μου­λά­ρι— τρεῖς ὧ­ρες πο­δα­ρό­δρο­μο ἀ­πὸ τοῦ Με­μῆ. Τοῦ ἔ­φε­ρε δί­πλες, ψω­μά­κι, ἀ­βγου­λά­κια…
      — Κα­λῶς τη­νε.